ΑΡΙΘΜΟΣ 560/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ν. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μπιτσαξή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 946/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1217/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της δικαστικής αποφάσεως η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση, αλλά για όλες τις αποφάσεις ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Εξ άλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.ΑΠ 3/2008). Περαιτέρω, κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 του ΚΠοινΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ.ΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσον ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠοινΔ "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε η υπέρ αυτού, δε μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι όταν επί συρροής δύο εγκλημάτων επεβλήθη εσφαλμένα μία ποινή, η επιβολή από το επιλαμβανόμενο ενδίκου μέσου δικαστήριο δύο ποινών συνιστά χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου και συνακολούθως η επιβολή μιας αντί δύο ποινών αποτελεί βελτίωση της θέσεως του κατηγορουμένου. Συνεπώς ο κατηγορούμενος δεν έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει την αναίρεση αποφάσεως του Εφετείου επειδή, επί συρροής δύο εγκλημάτων, του επέβαλε εσφαλμένως μία αντί δύο ποινών, που του είχε επιβάλει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την 1882/6-12-2011 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση. Ακολούθως το Δικαστήριο αυτό καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών για κάθε πράξη και κατά συγχώνευση σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι επτά (27) μηνών, αποτελούμενη από την ποινή φυλακίσεως των δεκαοκτώ μηνών της α' πράξεως ως ποινή βάσεως, η οποία επαυξήθηκε κατά εννέα (9) μήνες από την ποινή φυλακίσεως της β' πράξεως, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε την υπόθεση αυτή κατ' έφεση, με την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 946/2012 απόφασή του έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για τις επί μέρους πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως με χρόνο τελέσεως την 16-6-2004 και κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για τις, μη παραγεγραμμένες, επί μέρους πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, με χρόνο τελέσεως την 8-10-2004. Στη συνέχεια, με την εσφαλμένη προϋπόθεση ως ερειδομένη αιτιολογία ότι "το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε μια ποινή για τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις" και "για να μην καταστήσει δυσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος", τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, που μετέτρεψε προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως. Συνεπώς ο κατηγορούμενος δεν έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου που του επέβαλε εσφαλμένως μία αντί δύο ποινών και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 2 του ΠΚ και έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εφόσον η αίτηση ασκείται χωρίς έννομο συμφέρον, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3, 112 και 113 παρ.1 και 3 του ΠΚ, η παραγραφή της πράξεως, η χρονική διάρκεια της οποίας για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη, αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως, και αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και πάντως η αναστολή δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία χρόνια, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, το δικαστήριο που κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο για πλημμέλημα, δεχόμενο χρόνο τελέσεως της πράξεως, ο οποίος απέχει από το χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως περισσότερο από πέντε χρόνια και λιγότερο από οκτώ, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον δεν υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής, δεν έχει υποχρέωση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει στην απόφαση του, ότι επήλθε αναστολή της παραγραφής, κατά τα συνδυαζόμενα άρθρα 113 του ΠΚ και 320 του ΚΠοινΔ και άρα, ότι δεν εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής το αξιόποινο της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος. Επομένως, η αιτίαση του αναιρεσείοντος για έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εκ του ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν αν έλαβε χώρα αναστολή της παραγραφής για κάποιον από τους λόγους του άρθρου 113 του ΠΚ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε από αυτόν αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει στην απόφαση του, ότι επήλθε αναστολή της παραγραφής, με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και ότι δεν εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής το αξιόποινο των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-10-2012 αίτηση του Ν. Σ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 946/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ