Αριθμός 987/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ρ. Τ. (R. T.) του Ο. και 2) Τ. Ά. (J. A.) Ο. (‘O. S.), συζ. Ρ. Τ., του J. και της B., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Γκάβαλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα E. Α. Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τ. Π. A.», που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A. Τ. A." και δ.τ. "A. B.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "C. I. P.", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-2-2014 (αρ. εκθ. καταθ. 82/2014 και 83/2014) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Λαυρίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13783/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-1-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ` αριθ. 8279Γ και 8280Γ/15-9-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο ..., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 27-1-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-11-2022), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ήτοι α) την ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Τ. Π. Α.. Ε." και β) την ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Α. Τ. Α..Ε." Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες, δεν εμφανίσθηκαν, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Η κρινόμενη από 27-1-2021, αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 13783/2020 τελεσίδικης απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων, επί εφέσεως κατά της υπ' αριθ. 66/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λαυρίου και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1, 552, 553 § 556 § 1 σε συνδ. με 741 και 769 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) στις 28-1-2021 και εμπρόθεσμα ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ, (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), δεδομένου ότι η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 13-10-2020 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Ήτοι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010). Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΑΠ 515/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1164/2022, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 53/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ενστάσεως στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 1508/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος εάν, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση, ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (πρβλ. ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 181/2022, 1199/2018). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 57/90, ΑΠ 181/2022, ΑΠ 1199/2018). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό, γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 13793/2020 τελεσίδικη απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδ. β' ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι αιτούντες (ήδη αναιρεσείοντες) είναι σύζυγοι και έχουν δύο ενήλικα τέκνα, ηλικίας 26 και 29 ετών. Κατοικούν σε ιδιόκτητη κατοικία στα .... Ο αιτών, ηλικίας 62 ετών, είναι άνεργος από το 2012. Η αιτούσα εργάζεται ως καθηγήτρια σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια με μηνιαίες καθαρές αποδοχές ποσού 1.300 ευρώ. Όπως προκύπτει, οι αιτούντες είναι εμπράγματοι δικαιούχοι δικαιώματος κυριότητας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου δικαιώματος πλήρους κυριότητας έκαστος επί ισογείου κατοικίας με την υπόγεια αποθήκη στα ... (οδός .......) επιφανείας 86,06 τ.μ. επί οικοπέδου επιφανείας 287 τ.μ.. Οι αιτούντες δεν διαθέτουν άλλο στοιχείο, πέραν ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας FORD, τύπου FΙΕSΤΑ, 1.400 cc, έτους κυκλοφορίας 2005. Ο αιτών έχει υποβληθεί σε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς, ενώ έχει και κάποια προβλήματα στην όρασή του. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των ένδικων αιτήσεων, οι αιτούντες είχαν αναλάβει από τις καθ' ων η αίτηση, τα παρακάτω δάνεια, τα οποία θεωρούνται, με την κοινοποίηση των αιτήσεων ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης των αιτήσεων, με εξαίρεση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων στεγαστικών δανείων, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/10). Συγκεκριμένα, ο αιτών οφείλει: 1) στην καθ' ης - πιστώτρια (..) από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου 97.021,42 ευρώ, από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου 187.830,75 ευρώ, από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου 101.038,85 και 2) στην καθ' ης πιστώτρια (ΠΕΙΡΑΙΩΣ) από τη με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας 8.173, 37 ευρώ. Η αιτούσα οφείλει: 1) στην καθ' ης - πιστώτρια (…) από τη με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου 10.144,62 ευρώ, από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου 97.021,42 ευρώ, από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου 187.830,75 ευρώ, από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου 101.038,85, 2) στην καθ' ης - πιστώτρια (…) από τη με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας 8.613,74 ευρώ και 3) στην καθ' ης πιστρώτρια (…)την οποία διαδέχθηκε η (…) από τη με αριθμό ... σύμβαση δανείου αναχρηματοδότησης 8.537,96 ευρώ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι αιτούντες, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή προέβησαν χωρίς επιμέλεια, φρόνηση και σύνεση σε αδικαιολόγητα υψηλές λήψεις δανείων καταναλωτικών, πιστωτικής κάρτας, αλλά και στεγαστικών για μια οικία που δεν υπερβαίνει τις 81.000 ευρώ αντικειμενική αξία, υπερβαίνοντας ούτω κατά πολύ την οικονομική τους δυνατότητα, καθόσον προέβλεψαν το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους) ως πιθανό και το αποδέχτηκαν. Γνώριζαν δηλαδή ότι η αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, γεγονός που ερμηνεύεται ως αποδοχή του (...). Κατά συνέπεια, και για τους ανωτέρω λόγους, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι στο πρόσωπο των εκκαλούντων συνέτρεχε δόλος ως προς την περιέλευσή τους σε κατάσταση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους έναντι των πιστωτών τους, και πρέπει να γίνει δεκτή η σχετικά προτεινόμενη ένσταση από την πλευρά της εφεσίβλητης. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους οι υπό κρίση αιτήσεις". Με τις ως άνω παραδοχές, το ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων- αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση, προέβη στη συνεκδίκαση και εκδίκαση εκ νέου των υπ' αριθ. 82 και 83/2014 αιτήσεων (άρθρο 535§1 ΚΠολΔ), οι οποίες κρίθηκε ότι είναι ορισμένες, αφού για το ορισμένο αυτών δεν ήταν αναγκαίο να αναγράφονται ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων, ποια ήταν τα εισοδήματά τους κατά τον ανωτέρω χρόνο, τα αίτια της υπερχρέωσης (τους λόγους για τους οποίους δανείσθηκαν τόσο μεγάλα ποσά, δεδομένου ότι η αντικειμενική αξία της κατοικίας τους υπολείπεται του ποσού των δανείων) και ο χρόνος ενάρξεως της αδυναμίας αποπληρωμής, αφού αυτά δεν συνιστούν στοιχεία του ορισμένου της αίτησης για τη ρύθμιση χρεών, ούτε προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του νόμου αυτού (άρθρ. 1 του ίδιου νόμου), και άρα, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην αίτηση (ΑΠ 64, 65 και 66/2017). Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αφού προέβη στην κατ' ουσία εκδίκαση των αιτήσεων, απέρριψε αυτές ως κατ' ουσία αβάσιμες, καθόσον έκρινε κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης που προέβαλε το πρώτον ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου περί περιελεύσεως των αιτούντων- εκκαλούντων εκ δόλου σε κατάσταση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους έναντι των πιστωτών τους. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι ότι έκανε δεκτή την ένσταση της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης-πρώτης αναιρεσίβλητης πιστώτριας Τράπεζας, περί περιελεύσεως αυτών (αιτούντων) εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών, παρά το γεγονός ότι η ένσταση αυτή προεβλήθη αορίστως, ήτοι δεν περιελάμβανε τα αναγκαία προς θεμελίωσή της στοιχεία. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (των προτάσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης πιστώτριας ενώπιον του ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) προκύπτει ότι η ένσταση δόλου που υποβλήθηκε από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων περιελάμβανε όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται προς θεμελίωσή της, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις που εκτέθηκαν πιο πάνω και ειδικότερα ότι οι αιτούντες συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπαν ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, εν τούτοις αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό επιθυμώντας να εξασφαλίσουν ένα βιοτικό επίπεδο ανώτερο των οικονομικών δυνατοτήτων τους. Επίσης, το Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης οι αναιρεσείοντες συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση των αναλυτικά παρατεθέντων τραπεζικών προϊόντων, αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, χωρίς να είναι βέβαιοι για το ύψος των εισοδημάτων τους, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Όλα τα προαναφερόμενα διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, περί περιελεύσεως αυτών (αιτούντων-αναιρεσειόντων) εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών. Κατ` ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, καθώς και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περαιτέρω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως μη επαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται κατά τα λοιπά με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικάσαν Δικαστήριο. Ο από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος και αντίστοιχος του εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ οριζόμενος λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη ή τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων". Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης. Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του (ΑΠ 38/2021).Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, επίσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 954/2011), ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού του (ΑΠ 20/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 246/2020, ΑΠ 447/2020). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ, 5 του ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του τους κάτωθι αναφερομένους ισχυρισμούς τους, που περιλαμβάνονταν στις αιτήσεις τους προς στήριξη του αιτήματός τους: α) ότι έλαβαν το δάνειο από τη πρώτη αναιρεσίβλητη (το οποίο είναι το μεγαλύτερο δάνειο) αποκλειστικά και μόνο για να αποκτήσουν την κύρια και μοναδική τους κατοικία, β) την εποχή που έλαβαν τα στεγαστικά δάνεια (έτος 2006) το ετήσιο εισόδημα της β' εξ αυτών ανερχόταν σε 26.000 € και το μηνιαίο εισόδημα του α' εξ αυτών από την περιστασιακή εργασία του σε διάφορα χρυσοχοΐα ανερχόταν σε 500 €, και, ως εκ τούτου, το μηνιαίο διαθέσιμο εισόδημά τους ανερχόταν στο ποσό των 2.700 €, γ) η συνολική δόση των στεγαστικών δανείων ανερχόταν αρχικά σε 1.200 € και εν συνεχεία σε 1.150 €, το οποίο βρισκόταν απόλυτα εντός των οικονομικών τους δυνατοτήτων, δ) το έτος 2008 μετά από παρότρυνση της α' αναιρεσίβλητης, μετέτρεψαν τα στεγαστικά τους δάνεια από ευρώ σε ελβετικό φράγκο, καθόσον όπως τους ενημέρωσε η πρώτη αναιρεσίβλτη ήταν προς το συμφέρον τους, λόγω μικρότερου επιτοκίου, ε) ότι στα επόμενα χρόνια, η δόση των στεγαστικών αυτών δανείων, αυξανόταν κάθε μήνα, λόγω της αλλαγής της ισοτιμίας ευρώ / ελβετικού φράγκου εις βάρος του ευρώ, και έτσι εν τέλει το 2012, η δόση των δανείων εκτοξεύτηκε στο ποσό των 2.100 €, ήτοι περίπου 1.000 € παραπάνω σε σχέση με την αρχική δόση στ) την ίδια εποχή μειώθηκε και ο μισθός της β' εξ αυτών, από το ποσό των 2.200 € τον μήνα στο ποσό των 1.500 €, ενώ κατά την συζήτηση των αιτήσεών τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε μειωθεί και περαιτέρω, ο α' εξ αυτών αδυνατούσε λόγω κυρίως της κατάστασης της υγείας του αλλά και της ηλικίας του να εξεύρει κάποια εργασία, με αποτέλεσμα το οικογενειακό εισόδημα να μην επαρκεί ούτε για την κάλυψη των δόσεων των δανείων, αφού το εισόδημα τους υπολείπετο από αυτό της δόσης των στεγαστικών δανείων, όπως αυτές είχαν πια διαμορφωθεί με την αλλαγή της ισοτιμίας ευρώ/ελβετικό φράγκο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται, καθόσον οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν συνιστούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που να θεωρούνται "πράγματα", κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα τα οποία οι αναιρεσείοντες αντλούν από τις αποδείξεις. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν διαλαμβάνεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-1-2021 αίτηση των 1) Ρ. Τ. και 2) Τ. Α. Ο. για αναίρεση της υπ' αριθ. 13783/2020 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ