Αριθμός 789/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου E. S. Τ. H., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πρασιανάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.22, 23, 24, 25/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)I. A. Τ. I. και 2)A. B. Τ. I. Με πολιτικώς ενάγουσα την S. - M. P. κάτοικο ... που δεν παρέστη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 199/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό (άρθρα 34 και 36 ΠΚ) ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Κατά την έννοια των διατάξεων των ανωτέρω άρθρων, υπό τον όρο διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνείδησης περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό και να ενεργήσει λογικά, τότε στη μεν πρώτη περίπτωση η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, στη δε δεύτερη επιβάλλεται μειωμένη ποινή. Αυτοτελής είναι επίσης και ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπο του της από το άρθρο 84 παρ. 2δ ΠΚ ελαφρυντικής περιστάσεως, ότι δηλαδή έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ.1 του ίδιου άρθρου , στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Για την αναγνώριση όμως της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη και συνολική ποινή φυλάκισης ενός έτους και έξι μηνών και χρηματική ποινή εξακοσίων ευρώ για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσαν οι συνήγοροί του εγγράφως και ανέπτυξαν και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 34 άλλως 36 ΠΚ και η ελαφρυντική περίσταση, πλην άλλων, του άρθρου 84§2 περ. δ` ΠΚ. Ειδικότερα: Α) Ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 34, άλλως 36 ΠΚ ισχυρίστηκε ότι, λόγω του σφοδρού πάθους που έτρεφε για τη σύζυγο του θύματος με την οποία διατηρούσε σεξουαλική σχέση σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι έπασχε από χρόνια και βαριά επιληψία με έκδηλη ψυχωτική διαταραχή υπέστη έντονο ψυχικό κλονισμό με αποτέλεσμα να έχει διαταραχθεί η συνείδησή του και να έχει μειωθεί η ικανότητά του προς καταλογισμό. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "Περαιτέρω, από τον τρόπο δράσεως του πρώτου κατηγορουμένου (εννοείται ο αναιρεσείων) και γενικά το προμελετημένο σχέδιο του αλλά και την προηγούμενη ζωή του, προκύπτει ότι αυτός δεν ήταν ακαταλόγιστος αλλά ούτε και μειωμένου καταλογισμού. Να σημειωθεί ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αποκρύψει από τη σύζυγό του ότι έπασχε από κρίσεις επιληψίας και η οποία δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Δικαστήριο, αναλύοντας με εκτενείς παραδοχές στο σκεπτικό του, τον τρόπο δράσης του αναιρεσείοντος και γενικά το προμελετημένο σχέδιό του, δέχθηκε ότι από την ανάλυση των εξιστορουμένων αυτών πραγματικών περιστατικών, προκύπτει η ανυπαρξία συνδρομής των προϋποθέσεων κηρύξεως του αναιρεσείοντος ακαταλόγιστου, άλλως μειωμένου καταλογισμού. Ειδικότερα το Εφετείο δέχεται ανελέγκτως (κατά συνοπτική περίληψη των διαδραματισθέντων), ότι στις 26-10-2007 ο αναιρεσείων έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει το θύμα, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του και συγκεκριμένα γύρισε στο σπίτι του από τη δουλειά, άλλαξε ρούχα και είπε στη γυναίκα του ότι θα πήγαινε για μπάλα. Ακολούθως τηλεφώνησε στους δύο συγκατηγορουμένους του, Αλβανούς υπηκόους αμφοτέρους, με τους οποίους κάθισε σε καφετέρια και ήπιαν μπύρες, προτείνοντάς τους να πάνε σε οίκο ανοχής στα Χανιά, πρόταση που αποδέχθηκαν αυτοί. Προηγουμένως όμως, σταμάτησε στο σπίτι του και πήρε ένα μαχαίρι και ένα σκεπάρνι, ακολούθως πήγε μόνος του σε κατάστημα ενοικιάσεως αυτοκινήτων που βρισκόταν λίγα μέτρα από το σπίτι του και νοίκιασε άλλο αυτοκίνητο καθώς τα δικά του αυτοκίνητα τα ήξεραν στο χωριό του και ανησυχούσε μήπως τον αναγνωρίσουν, στο πορτ μπαγκάζ του οποίου έβαλε την κούτα με τα εργαλεία που πήρε από το δικό του αυτοκίνητο. Στη διαδρομή τους είπε ότι "κάποιος Ρουμάνος πηδάει τη γυναίκα του και ότι την ημέρα εκείνη είχε σκοπό να τον σκοτώσει". Κοντά στο σπίτι του θανόντος, έβαλε το αυτοκίνητό του στην άκρη του δρόμου ώστε να μη φαίνεται και κατέβασε τους συγκατηγορούμενούς του οι οποίοι θα τον σταματούσαν μόλις πέρναγε για να τους μεταφέρει, δεδομένου ότι το θύμα δεν θα σταματούσε, αν ο ίδιος ο κατηγορούμενος του έκανε σήμα να σταματήσει, όπως και πράγματι έγινε. Σε κάποια στιγμή οι τελευταίοι ζήτησαν από το θύμα να σταματήσει, οπότε ο κατηγορούμενος τους προσπέρασε και τους έκλεισε κάθετα το δρόμο με το αυτοκίνητό του και υπό την απειλή μαχαιριού εξανάγκασε το θύμα να καθίσει στη θέση του συνοδηγού και στη συνέχεια του έδεσε τα χέρια πίσω και τα πόδια, τον ανάγκασε να ξαπλώσει μπρούμυτα και του κατάφερε πολλαπλά χτυπήματα στο κεφάλι με το σκεπάρνι που πήρε από την κούτα με τα εργαλεία. Με τη βοήθεια του δεύτερου κατηγορουμένου και ενώ το θύμα ήταν ακόμη ζωντανό, τον έβαλε στο πορτ μπαγκαζ του αυτοκινήτου του (θανόντος) που οδηγούσε ο ίδιος και αφού έκαναν διάφορες διαδρομές έφθασαν στην αγροτική τοποθεσία ... όπου εκεί μετέφεραν τον ημιθανή Ρουμάνο στη θέση του οδηγού και ο αναιρεσείων αφού περιέλουσε με βενζίνη το όχημα, έσπρωξε το αυτοκίνητο στον παρακείμενο γκρεμό, επιδιώκοντας με την ανάφλεξή του να παρουσιασθεί ότι ο θάνατος του Ρουμάνου οφείλετο σε τροχαίο ατύχημα. Υπό τις ανωτέρω εκτεθείσες συνοπτικές παραδοχές, αναφερόμενες στον τρόπο δράσης και το προμελετημένο σχέδιο θανάτωσης του θύματος από τον αναιρεσείοντα, η ως άνω, απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αιτιολογία του δικαστηρίου της ουσίας είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, καθόσον πράγματι από τις παραδοχές αυτές συνάγεται ότι το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο σαφώς δέχθηκε ότι ο ήδη αναιρεσείων, κατά το χρόνο τέλεσης της ανθρωποκτονίας, δεν τελούσε υπό καθεστώς νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών του ή διατάραξης της συνείδησης, αποκλείουσα άλλως μειώνουσα την ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Εξάλλου από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης (και συνεπώς και για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού) και όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στους δύο πρώτους αναιρετικούς λόγους έγγραφα, ήτοι, τις αναγνωσθείσες α) με ημερομηνία 11/1/08 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιατρικού νοσοκομείου του Ελμπασάν Αλβανίας και β)τις υπ' αριθμ. πρωτ. 239/30-4-2008, 987/26-9-2008 και 1086/19-11-2008 ιατρικές γνωματεύσεις της Ψυχιατρικής κλινικής φυλακών Κορυδαλλού. Το γεγονός δε ότι δεν εξαίρονται τα έγγραφα αυτά κατά την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού (αν και οι υπό στοιχείο β'γνωματεύσεις εξαίρονται κατά την απόρριψη άλλης προβληθείσης από τον αναιρεσείοντα ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ) δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη. Άλλωστε με την παραδοχή ότι "ο κατηγορούμενος είχε αποκρύψει από τη σύζυγό του ότι έπασχε από κρίσεις επιληψίας και η οποία δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό", σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι ο αναιρεσείων έπασχε από επιληψία αλλά μόνον το γεγονός ότι κατά το χρόνο τέλεσης της ανθρωποκτόνου δράσης του, δεν τελούσε εξαιτίας αυτής σε κατάσταση διατάραξης της συνείδησής του. Ούτε εξάλλου ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των ως άνω αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως οι δύο πρώτοι λόγοι της ένδικης αίτησης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, με τους προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού είναι αβάσιμοι. Β)ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ, ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε ότι προσήλθε αυθόρμητα και παραδόθηκε στις αστυνομικές αρχές, ομολογώντας την πράξη του και αποκαλύπτοντας τα στοιχεία ταυτότητας των συνεργών του. Όμως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του εν λόγω ισχυρισμού, εφόσον δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του με οποιονδήποτε τρόπο, και ως εκ τούτου το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δεν είχε υποχρέωση ειδικότερης αιτιολόγησης για την απόρριψή του, το Δικαστήριο της ουσίας, τον απέρριψε ως αβάσιμο, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Εξάλλου και ο ισχυρισμός περί ειλικρινούς και έμπρακτης μετάνοιας δεν αποδείχθηκε, καθόσον, ως προαναφέρθηκε, δεν εμφανίσθηκε αυθορμήτως υπό την έννοια που απαιτεί ο νόμος για την αναγνώριση του εν θέματι ελαφρυντικού, δηλαδή επειδή μετάνιωσε για την πράξη του, καθόσον αυτός εμφανίσθηκε το απόγευμα της επόμενης ημέρας, όταν πλέον όλοι τον αναζητούσαν και δεν μπορούσε να διαφύγει. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού ότι αυτός αποκάλυψε τους συνενόχους του σε αντίθεση με αυτά που κατέθεσε κατά την απολογία του ότι δηλαδή οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων δεν ευθύνονται, δεικνύει ότι αυτός δεν μετανόησε ειλικρινά ούτε επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των αξιοποίνων πράξεων του". Η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, αφού σαφώς δέχεται το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη περί αυτού κρίση του, ότι η παράδοση του αναιρεσείοντος στις αρχές ήταν αποτέλεσμα περισκέψεως και όχι μετανοίας αυτού κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ, αλλά και ότι δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά που να αποδεικνύουν ότι ο αναιρεσείων επιδίωξε να άρει να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η αποκάλυψη ρόλου συμμετόχων της πράξης, δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια. Κατά τα λοιπά η παράλειψη ειδικής αξιολογήσεως της από 28-10-2007 ένορκης κατάθεσης του αστυνομικού Λ. Τ., δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά τα προαναφερθέντα. Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ, για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Ιανουαρίου 2013 αίτηση του E. S. Τ. H., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 22,23,24,25/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ