Αριθμός 1821/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...... και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Α' Τύπου Μαλανδρίνου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κοραντζόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ.60-61-62/2006 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) X1 και 2) X2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1939/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμον απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό α΄) "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", (υπό δ΄) "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του" και (υπό ε΄) "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 60-61-62/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών και τα πρακτικά της, με την οποία καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων σε συνολική ποινή καθείρξεως έντεκα ετών και χρηματική ποινή 600 ευρώ για α) απόπειρα ανθρωποκτονίας της εν διαστάσει συζύγου του X2, β) επικίνδυνη σωματική βλάβη του πεθερού του X1, γ) παράνομη οπλοφορία και δ) παράνομη οπλοχρησία, οι δύο συνήγοροι του αναιρεσείοντος, όταν δόθηκε σ' αυτούς ο λόγος και ανέπτυξαν την υπεράσπισή του, ζήτησαν "να αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της καλής μετέπειτα συμπεριφοράς", όταν δε έλαβαν και πάλι το λόγο, μετά την απόφαση του δικαστηρίου επί της ενοχής και πριν την απόφαση επί των ποινών, ζήτησαν "να αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της μεταμέλειας", ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος "ζήτησε ό,τι και οι συνήγοροί του". Έτσι όπως διατυπώθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν εντελώς αόριστοι, διότι δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά που να τους θεμελιώνουν και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Επομένως, με το να απορρίψει το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τους, εκ των ανωτέρω ισχυρισμών, αναφερομένους στον πρότερο έντιμο βίο και την μεταμέλεια (άρθρο 84 παρ. 1 εδ. α' και δ' ΠΚ), διαλαμβάνοντας εκ περισσού και συναφή αιτιολογία και, περαιτέρω, με το να μην απαντήσει στον ισχυρισμό της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, δεν υπέπεσε στις εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠοινΔ πλημμέλειες της ελλείψεως ακροάσεως και ελλείψεως αιτιολογίας και οι σχετικοί λόγοι της ένδικης αιτήσεως, πρώτος, τρίτος και τέταρτος (τελευταίος), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, ως αποδεικτικό μέσο, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζεται η άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, σε παρατηρήσεις, δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ), η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται άν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επίσης, δεν επέρχεται η εν λόγω ακυρότητα όταν τα περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο προκύπτουν όχι μόνον από έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποίησε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος του ότι "Στην Πάτρα, στις 3-4-2003 και περί ώρα 15:30, έχοντας αποφασίσει, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, να φονεύσει την εν διαστάσει σύζυγό του X2, επεχείρησε πράξη, που περιείχε, τουλάχιστον, αρχή εκτελέσεως του κακουργήματος αυτού. Συγκεκριμένα, την ανωτέρω ημέρα και ώρα, στο σπίτι του πεθερού του X1, στη ....... (...... ...), βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, έπληξε με αιχμηρό μαχαίρι, μήκους 15 εκατοστών, την σύζυγό του X2 σε διάφορα σημεία του σώματός της και της προκάλεσε θλαστικό τραύμα στην κοιλιακή χώρα, στο δεξιό αντίχειρα, θλαστικό τραύμα του δεξιού μηρού και ευμέγεθες βαθύ τραύμα, με διατομές αγγείων και νεύρων στο δεξιό βραχίονα, χωρίς τελικά να πετύχει τον παραπάνω εγκληματικό του σκοπό, από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη θέλησή του, καθόσον, προσέτρεξε σε βοήθειά της ο πατέρας της, σε συνδυασμό με ότι η παθούσα ζήτησε βοήθεια, προβάλλοντας ταυτόχρονα αντίσταση. 2) Με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του και ειδικότερα την ανωτέρω ημέρα και ώρα, στο σπίτι του πεθερού του X1, στη ...... (...... .....), βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, έπληξε με αιχμηρό μαχαίρι, μήκους 15 εκατοστών, τον πεθερό του X1 σε διάφορα σημεία του σώματός του και του προκάλεσε θλαστικό τραύμα κάτω χείλους του στόματος, τραύματα στη δεξιά και αριστερή κοιλιακή χώρα και το δεξιό ώμο, επιμήκη τραύματα του αριστερού αντιβραχίου και τραύμα, με αιμάτωμα των πέριξ μαλακών ιστών, στο δεξιό μηρό, η ως άνω δε σωματική κάκωση που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στον παθόντα ήταν επικίνδυνη, αφού τελέστηκε με τρόπο και με μέσο που μπορούσε να του προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του. 3) Στον ίδιο τόπο και χρόνο, με πρόθεση, έφερε μαζί του όπλο πρόσφορο να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα και, συγκεκριμένα, έφερε παράνομα μαζί του αιχμηρό μαχαίρι, μήκους 15 περίπου εκατοστών, του οποίου η κατοχή δεν εδικαιολογείτο για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή χρήση, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του ή διαμονής του. 4) Στον ίδιο τόπο και χρόνο, κατά τη διάπραξη του παραπάνω κακουργήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος των X2 και του X1, με πρόθεση, έκανε χρήση απαγορευμένου όπλου και, συγκεκριμένα, έκανε χρήση του παραπάνω αιχμηρού μαχαιριού που αναφέρθηκε, η οποία δεν αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος αυτού, σύμφωνα με ειδική διάταξη νόμου". Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής εκτίθενται, πλην άλλων, ότι με την 3482/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στην εν διαστάσει σύζυγό του, ως προσωρινή διατροφή της ίδιας και του ανηλίκου τέκνου τους, 176 και 150 ευρώ το μήνα, αντιστοίχως, και ανατέθηκε στη σύζυγό του η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους. Η εν λόγω απόφαση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, πλην, όμως, η ύπαρξη και το περιεχόμενο της προκύπτουν, σύμφωνα με τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από άλλα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποίησε το δικαστήριο και ειδικότερα από την κατάθεση της παθούσας συζύγου του αναιρεσείοντος X2, αλλά και από την απολογία του ιδίου ενώπιον του δικαστηρίου. Πλέον τούτου, ενόψει των άνω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, η μή αναγνωσθείσα αυτή απόφαση δεν επηρέασε την κρίση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου για το ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις εν λόγω πράξεις, αναφερόμενη απλώς διηγηματικά στην ως άνω αιτιολογία, κατά την ιστόριση της διαδρομής του κοινού βίου των συζύγων, αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και παθούσας. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, για τη στήριξη της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη την ως άνω απόφαση που δεν αναγνώσθηκε, είναι για τους ανωτέρω λόγους αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του ......, περί αναιρέσεως της 60-61-62/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 9 Οκτωβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ