Αριθμός 842/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις, δύο (2) τον αριθμό, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ........, ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Χανίων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Παγώνα, για αναίρεση της με αριθμό 9/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πρασιανάκη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Φεβρουαρίου 2006 και 27 Φεβρουαρίου 2006 αιτήσεις του, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 396/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. ΙΔ΄ ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ΄ είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει όχι μόνον, ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλομένη υπ΄ αριθμ. 9/2006 απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ΄ είδος μνημονεύει, εκήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση (ενδεχόμενος δόλος) που διέπραξε ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και επέβαλε εις αυτόν την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και της φυλακίσεως του ενός έτους και έξι μηνών καθώς και χρηματική ποινή 600 ευρώ. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 23-3-1999 ο Ζ1 και ο .......επισκέφτηκαν το ευρισκόμενο στην ...... καφέ-μπαρ "....." εκμετάλλευσης Φ1. Εκεί, κάθισαν σε δύο σκαμπό και παρήγγειλαν ποτά. Μετά παρέλευση λίγου χρόνου και ειδικότερα περί την 1.00 πρωινή ώρα, επισκέφθηκε το ίδιο καφέ-μπαρ και ο κατηγορούμενος, όπως και η παρέα του, αποτελούμενη από τον Φ2 και τον.... υπήκοο ....... προερχόμενοι και οι τρεις από νυχτερινή ψυχαγωγία σε χασαποταβέρνα, όπως και σε άλλο καφέ - μπαρ της περιοχής. Αφού με τη σειρά τους κάθισαν σε άλλα σκαμπό του μπαρ και παρήγγειλαν ποτά, ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ναι μεν δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με το θύμα, πλην όμως τού επιφύλασσε ένα παράπονο εξαιτίας της παρατήρησης, που προσφάτως είχε δεχθεί από αυτό για το λόγο ότι, τρέχοντας με το αυτοκίνητο του, τον είχε βρέξει με τα νερά της βροχής, απευθυνόμενος προς το μπάρμαν Φ1, προσφέρθηκε να κεράσει τους άλλους δύο θαμώνες. Η προσφορά του, όμως, αυτή αποκρούστηκε από το θύμα. Τότε ο πρώτος εξεμάνη και, πλησιάζοντας την παρέα, ζήτησε το λόγο της άρνησης, στη συνέχεια δε εκσφενδόνισε προς αυτήν ένα γυάλινο τασάκι, που έσπασε πάνω στον πάγκο. Επακολούθησε ανταλλαγή ύβρεων μεταξύ των δύο ανδρών (κατηγορουμένου και θύματος) και συμπλοκή αυτών, τους οποίους χώρισαν, παρεμβάντες, οι λοιποί θαμώνες και ο μπάρμαν, όπως και ο υπάλληλος του καφέ-μπαρ και επίσης εξετασθείς ως μάρτυρας, Φ3. Όμως, το επεισόδιο δεν έληξε στο σημείο εκείνο, αφού, τη στιγμή που ο παθών οδηγείτο από τους άλλους προς την έξοδο του καταστήματος, ο κατηγορούμενος τον προκάλεσε, απευθύνοντας του τη φράση "γαμώ το μουνί της μάνας σου". Τούτο υπήρξε αιτία νέας συμπλοκής μεταξύ των δύο ανδρών, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έσυρε ένα στιλέτο μήκους 20 εκατοστών περίπου από την πίσω τσέπη του παντελονιού του και έπληξε με αυτό μία φορά το θύμα στην θωρακική χώρα, εκ των άνω προς τα κάτω, με αποτέλεσμα να του προξενήσει τις αναφερόμενες στις αναγνωσθείσες ιατροδικαστικές εκθέσεις σωματικές κακώσεις, από τις οποίες, ως μόνη ενεργός αιτία, προήλθε, σχεδόν άμεσα, ο θάνατος του. Με δεδομένα τα αποδειχθέντα ως ανωτέρω περιστατικά, περί των οποίων καταθέτουν όλοι οι εξετασθέντες, αυτόπτες μάρτυρες, προκύπτει ότι πλήττοντας ο κατηγορούμενος με το στιλέτο, στο στήθος το θύμα του, δεν είχε με^ άμεσο δόλο να προκαλέσει το θάνατο αυτού, αλλά να του προξενήσει σοβαρή σωματική βλάβη. Ταυτοχρόνως, όμως, τελούσε σε γνώση του συντρέχοντος υψηλού, κινδύνου, λόγω του τρόπου και του μέσου, να επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα της πράξης του και δεν απώθησε από τη συνείδηση του την παράσταση του εν λόγω αποτελέσματος, που προέβλεψε και επιδοκίμασε ευρισκόμενος σε φυσιολογική και ήρεμη ψυχική κατάσταση και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης. Περαιτέρω, με βάση τα ίδια περιστατικά, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος, κατά τους ως άνω χρόνους, δεν βρισκόταν σε άμυνα, ούτε σε βρασμό ψυχικής ορμής, αλλά ούτε αντιμετώπιζε κατάσταση ανάγκης, αφού το θύμα, έστω και αν διέθετε υπέρτερες αυτού σωματικές δυνάμεις, ήταν άοπλο, ενώ ο ίδιος, ο οποίος και δημιούργησε αρχικώς το επεισόδιο, στη συνέχεια δε το αναθέρμανε εξυβρίζοντας τον αντίπαλο του, ήταν οπλισμένος με το επίμαχο στιλέτο, το οποίο δε βρέθηκε μεν, αλλά προκύπτει ως όργανο τέλεσης της πράξης από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Ψ1, Φ1, Φ3, Φ2 και Φ4. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ούτε ότι βρισκόταν ο κατηγορούμενος σε κατάσταση μέθης, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για μειωμένο καταλογισμό. Συνεπώς, πρέπει όπως, απορριπτόμενων των συναφών αυτοτελών ισχυρισμών αυτού ως αβασίμων, κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, οπλοφορίας και οπλοχρησίας, απορριπτόμενου και του αιτήματος του για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, κατ' άρθρο 84 Π.Κ., αφού από τα εκτεθέντα στοιχεία δεν αποδεικνύεται η συνδρομή των σχετικών νομίμων προϋποθέσεων. Με αυτά που δέχθηκε το κατ΄ έφεση δικάσαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ αξιουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των προαναφερομένων αδικημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. Ια, 27 παρ. 1, 94, 299 παρ. 1 ΠΚ, 1 παρ.2δ, 10 παρ. 1και 13β και 14 Ν.2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε. Ειδικότερα: Ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί του ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση και δεν επεδίωξε τη θανάτωση του Ζ1 ούτε αποδέχθηκε τον θάνατο του, και ότι έπρεπε, κατόπιν τούτου, να χαρακτηρισθεί η πράξη του ως μη σκοπούμενη θανατηφόρος σωματική βλάβη (άρθρο 311 εδ. α' του ΠΚ), απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι "... πλήττοντας ο κατηγορούμενος με το στιλέτο στο στήθος το θύμα του, δεν είχε μεν άμεσο δόλο να προκαλέσει το θάνατο αυτού, αλλά να του προξενήσει σοβαρή σωματική βλάβη. Ταυτοχρόνως, όμως, τελούσε σε γνώση του συντρέχοντος υψηλού κινδύνου, λόγω του τρόπου και του μέσου, να επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα της πράξης του και δεν απώθησε από τη συνείδηση του την παράσταση του εν λόγω αποτελέσματος, που προέβλεψε και επιδοκίμασε ευρισκόμενος σε φυσιολογική και ήρεμη ψυχική κατάσταση και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης...", η οποία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, 2) οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του ιδίου ως άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί του ότι: α) κτύπησε με το μαχαίρι τον παθόντα για να τον φοβίσει, άλλως για να τον τραυματίσει στο χέρι, προκειμένου να αποκρούσει την άδικη και παρούσα εναντίον του επίθεση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον άμεσο κίνδυνο για τη ζωή του και την πρόκληση κατάγματος στον παράμεσο δάκτυλο του, ευρισκόμενος κατά την τέλεση της πράξεως αυτής σε άμυνα (άρθρο 22 του ΠΚ), επικουρικώς δε ότι υπερέβη τα όρια της άμυνας εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προκάλεσε η άδικη και παρούσα εναντίον του επίθεση του θύματος (άρθρο 23 του ΠΚ), β) συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατά την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως με ενδεχόμενο δόλο οι προϋποθέσεις του άρθρου 25 ΠΚ, και γ) δεν αποφασίστηκε ή εκτελέστηκε η ως άνω πράξη ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας, αλλ' υπό το κράτος .ψυχικής ορμής, η οποία δημιουργήθηκε στον ίδιο (κατηγορούμενο) από τη δικαιολογημένη οργή του, εξαιτίας της άδικης και άκρως επικίνδυνης για τη ζωή του επιθέσεως εκ μέρους του θύματος και εξαιτίας των αισθημάτων φόβου και ταραχής, που τον είχαν κυριεύσει, απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι, με βάση τα γενόμενα δεκτά και εκτιθέμενα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως πραγματικά περιστατικά, δεν βρισκόταν ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά τους κρίσιμους χρόνους σε άμυνα (οπότε δεν γεννάται και ζήτημα υπερβάσεως των ορίων της άμυνας), ούτε σε βρασμό ψυχικής ορμής, αλλ' ούτε αντιμετώπιζε κατάσταση ανάγκης, αφού το θύμα, έστω κι αν διέθετε υπέρτερες αυτού σωματικές δυνάμεις, ήταν άοπλο, ενώ ο ίδιος, ο οποίος δημιούργησε αρχικώς το επεισόδιο, στη συνέχεια δε το αναθέρμανε εξυβρίζοντας τον αντίπαλο του, ήταν οπλισμένος με το επίμαχο στιλέτο, το οποίο δεν βρέθηκε μεν, αλλά προκύπτει ως όργανο τέλεσης της πράξης από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Ψ1, Φ1, Φ3, Φ2 και Φ4, η οποία (αιτιολογία) είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, 3) ο αυτοτελής ισχυρισμός του ιδίου ως άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ότι είχε κατά τους κρίσιμους χρόνους ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, εξαιτίας της ανυπαίτιας μέθης σε προχωρημένο βαθμό, στην οποία είχε περιέλθει, και των συναισθημάτων φόβου και ταραχής λόγω της προηγηθείσης εις βάρος του επιθέσεως, απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε (με βάση τα γενόμενα δεκτά και εκτιθέμενα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως πραγματικά περιστατικά) ότι βρισκόταν ο κατηγορούμενος σε κατάσταση μέθης, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για μειωμένο καταλογισμό, η οποία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Τέλος, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στερείται η προσβαλλομένη απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, αφού δεν συμπεριλαμβάνεται στην αρχή της αιτιολογίας της, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη από το δίκασαν κατ' έφεση Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης αποδεικτικά μέσα, αλλ' ούτε και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο αυτό και το ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, το οποίο είναι η διενεργηθείσα κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως από τον Δ/τη του Α.Τ. ........ Υπ/μο Α' ......... αυτοψία, για την οποία συντάχθηκε η αναγνωσθείσα κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας από 23-3-1999 έκθεση αυτοψίας. Τούτο, διότι, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362, 363, 364 και 365 του ΚΠΔ προκύπτουν, εκτός των άλλων, τα εξής: α) Μετά τη διενέργεια των διατασσομένων από τα άρθρα 362 και 363 του ΚΠΔ, προβαίνει το δικαστήριο στη χρησιμοποίηση του αποδεικτικού μέσου των εγγράφων (άρθρο 178 εδ. στ'), με την ανάγνωση τους στο ακροατήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων 364 και 365 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, με το άρθρο 364 § 1 εδ. α' του ΚΠΔ επιτάσσεται η ανάγνωση των εκθέσεων των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και των υπολοίπων εγγράφων που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους. Εκθέσεις ανακριτικών υπαλλήλων, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, είναι εκείνες που συντάσσονται από τους ανακριτικούς υπαλλήλους κατά τη διάρκεια της προδικασίας και με τις οποίες βεβαιώνεται η υπ' αυτών διενέργεια ανακριτικών πράξεων, όπως αυτοψίας, έρευνας, κατασχέσεως κ.λπ., πλην της εξετάσεως των μαρτύρων, για την οποία προβλέπει ειδικώς το άρθρο 365 του ΚΠΔ και των απολογιών των δικαζομένων κατηγορουμένων, οι οποίες μπορούν να αναγνωσθούν υπό τον περιορισμό της διατάξεως του άρθρου 366 § 2 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σελίδα 13 αυτής), αναγνώσθηκε η κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως συνταχθείσα από τον Δ/ντή του Α.Τ. ....... Υπ/μο Α' ........ από 23-3-1999 έκθεση αυτοψίας και ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε αυτή από το κατ' έφεση δίκασαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, μαζί με τα υπόλοιπα αναγνωσθέντα έγγραφα, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και, επομένως, δόθηκε στον ίδιο και τον συνήγορο του η δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με τη συγκεκριμένη έκθεση ανακριτικού υπαλλήλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 358 του ΚΠΔ. Δεν ήταν, κατόπιν τούτου, αναγκαίο συμπεριληφθεί στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη από το δίκασαν κατ' έφεση Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης αποδεικτικά μέσα, ως το ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου της αυτοψίας, και η συνταγείσα κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως από 23-3-1999 έκθεση αυτοψίας, καθόσον συμπεριελήφθη, όπως προαναφέρθηκε, αυτή στα αναγνωστέα έγγραφα και ειδικότερα στις αναγνωσθείσες, σύμφωνα με το άρθρο 364 § 1α του ΚΠΔ, εκθέσεις ανακριτικών υπαλλήλων. Αντιθέτως, θα ήταν τούτο απαραίτητο στην περίπτωση κατά την οποία είχε διαταχθεί κατά τη διάρκεια της συζητήσεως στο ακροατήριο είτε από το πρωτοβάθμιο, είτε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αυτοψία, τα αποτελέσματα της οποίας θα καταχωρίζονταν στα πρακτικά της συνεδριάσεως αυτού και η οποία θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και να συνεκτιμηθεί, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ως ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου και να γίνει ιδιαίτερη μνεία του στην αρχή της τυχόν εκδοθησόμενης καταδικαστικής αποφάσεως. Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της πρώτης (από 15.2.2006) αιτήσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του και ο πρώτος της δεύτερης αιτήσεως (από 27.2.2006) εκ του άρθρου 510 παρ. ΙΔ΄ ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 § 1 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 171 § 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του αυτού Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο εκάστου εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα με τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δ' αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του τελευταίου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠΔ, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενο του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται από τον ως άνω αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι το δίκασαν κατ' έφεση Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την ενοχή ή αθωότητα του έγγραφα, τα οποία φέρονται μεν ως αναγνωσθέντα στις σελίδες 13 και 14 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι α) το από 23-4-1999 πρόχειρο σχεδιάγραμμα, β) ένδεκα (11) φωτογραφίες, γ) φωτοτυπίες έξι (6) συν/κών, δ) η από 29-5-1999 εξώδικη δήλωση, ε)' μία ακτινογραφία, και στ) η με αριθ. 2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Χανίων, των οποίων, όμως, εγγράφων δεν προσδιορίζεται με επάρκεια στην απόφαση η ταυτότητα και επήλθε έτσι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ενόψει όμως του ότι, ο προσδιορισμός της ταυτότητας του κάθε αναγνωστέου εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας περί του ότι το έγγραφο αυτό (και όχι κάποιο άλλο) αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο προαναφερόμενος προσδιορισμός της ταυτότητας των παραπάνω εγγράφων, παρά την σε αρκετές περιπτώσεις ελλιπή αναφορά του τίτλου του καθενός εξ αυτών, είναι επαρκής, ώστε να μην καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία για την ταυτότητα τους. Άλλωστε, δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των εγγράφων αυτών, αφού δεν αναγνώσθηκαν άλλα έγγραφα με τους ίδιους ως άνω προσδιορισμούς. Επομένως ο δεύτερος λόγος της δεύτερης, ως άνω αιτήσεως εκ του άρθρου 510 παρ. ΙΑ ΚΠΔ, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών: α) Ότι μέχρι την τέλεση των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε, διήγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και καθ' όλα κοινωνικό βίο, φροντίζοντας τον γέροντα πατέρα του, τον οποίο είχε πλησίον του για να τον περιποιείται, κερδίζοντας έντιμα τα προς το ζην και εργαζόμενος νυχθημερόν σκληρότατα, χωρίς ποτέ να έχει βλάψει τον οιονδήποτε και χωρίς να έχει κατηγορηθεί για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη (ίδετε λευκό ποινικό μητρώο του), β) ότι επί μακρόν σχετικώς χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των πράξεων αυτών συμπεριεφέρθη καλώς εντός των φυλακών, όπως τούτο αποδεικνύεται από τη βεβαίωση της φυλακής, γ) ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια αυθορμήτως εμφανισθείς αμέσως εις την αστυνομία μετά το τραγικό συμβάν και θέσας εαυτόν εις την διάθεσιν της αστυνομικής αρχής και της δικαιοσύνης, και δ) ότι παρασύρθηκε στις πράξεις του από οργή ή βίαιη θλίψη και ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη με την αιτιολογία ότι ".. απορριπτόμενου και του αιτήματος για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, κατ' άρθρο 84 ΠΚ, αφού από τα εκτεθέντα στοιχεία δεν αποδεικνύεται η συνδρομή των σχετικών νομίμων προϋποθέσεων...". Η αιτιολογία, όμως, αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, αφού με αυτήν δεν αντιμετωπίζεται καθόλου η βασιμότητα του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία προκύπτει ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προαναφερθείσες ελαφρυντικές περιστάσεις. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχήν, ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ΄ ΚΠΔ συναφούς λόγου της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι ως προς την απόρριψη των εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α΄, γ΄, δ΄ και ε΄ ΠΚ ελαφρυντικών περιστάσεων, συνακόλουθα δε και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε, η οποία εξαρτάται από την τύχη των αυτοτελών ισχυρισμών και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ.519 ΚΠΔ). Αναιρουμένης, κατά τα ανωτέρω, της αποφάσεως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραγραφή των πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεων που φέρονται τελεσθείσες στην ......... την 23.3.1999, μολονότι από την ανωτέρω ημερομηνία, μέχρι τη δημοσίευση της παρούσης αποφάσεως, παρήλθε χρονικό διάστημα, υπολογιζομένου και του χρόνου της τριετούς αναστολής, μεγαλύτερο της οκταετίας (άρθρ. 111 παρ. 1, 3, 112 και 113 παρ.1, 2 ΠΚ), γιατί η περί ενοχής απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ΄ αριθμ. 9/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης και μόνον ως προς την απορριπτική των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α΄, γ΄, δ΄ και ε' ΠΚ διάταξή της, καθώς και ως προς την επιβληθείσα ποινή. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ