Αριθμός 49/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη - Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λιβανό, για αναίρεση της υπ'αριθ.5306/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 253/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεώς του για να απορρίψει ως απαράδεκτη την αναφερόμενη στην αίτηση έφεσή του, έγγραφα τα οποία δεν αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 170§1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, που ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του αυτού Κώδικα, λόγον αναιρέσεως, με το δεύτερο δε λόγο της αυτής αιτήσεως, προβάλλει επίσης την αιτίαση ότι το δικάσαν δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν αιτιολόγησε με σαφήνεια και ειδικότερα, χωρίς κενά και αντιφάσεις ότι η επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως σε αυτόν ήταν σύμφωνη με τις προϋποθέσεις που τάσσονται από τις διατάξεις των άρθρων 155§2 εδ. β' και 161§1 εδ. β' ΚΠΔ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτεται την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 5306/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό 739/19-10-10 έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 2751 από 3-5-2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση. Από την αντίστοιχη σχετική με αριθμό, κατά τα άνω, 739/2000 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών (φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ... -χωρίς να προσδιορίζει οδό και αριθμό-) αναφέρει στην έφεσή του, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτός έχει γνωστή στο ... κατοικία. Συγκεκριμένα, με την έφεσή του δήλωσε κατά λέξη ότι: "ασκεί την έφεσή του εκπρόθεσμα διότι η επίδοση της κλήσης προς εμφάνιση στο Δικαστήριο είναι άκυρος διότι στο αποδεικτικό επίδοσης δεν αναφέρεται που έγινε θυροκόλληση. Σε κάθε περίπτωση, δεν έλαβε γνώση της κλήσης προς εμφάνιση στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου πρέπει να ακυρωθεί η κλήση. Επίσης η απόφαση φέρεται ότι θυροκολλήθηκε στο ..., χωρίς να αναφέρεται η διεύθυνση που έγινε η θυροκόλληση. Σε κάθε περίπτωση, ουδέποτε έλαβα γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως, παρά μόνο κατά τη σύλληψή μου." Με τα παραπάνω, προβάλλει με την έφεσή του ακυρότητα της κλήσεως και της επιδόσεως δια θυροκολλήσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, εκ του ότι δεν αναφέρεται στο αποδεικτικό επιδόσεως διεύθυνση, όπου έγινε η θυροκόλληση, χωρίς ωστόσο να αναφέρει ποια ήταν κατά το χρόνο της επιδόσεως η διεύθυνση της κατοικίας του στην οποία έπρεπε να γίνει η θυροκόλληση και χωρίς να αναφέρει λόγους ανωτέρας βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως δια θυροκολλήσεως και ως εκ τούτου η μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, αναφέρονται για το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της και για την κατά τα ανωτέρω αορίστως προβαλλόμενη ακυρότητα της κλήσεως και της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, τα ακόλουθα, κατά λέξη: "όπως προκύπτει από το από 22/6/2010 αποδεικτικό επίδοσης του υπαρχιφύλακα του Α.Τ. ... ... η με αριθμό 2751/2010 εκκαλουμένη ερήμην καταδικαστική απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας, επιδόθηκε στην κατοικία του κατηγορουμένου στο ..., δια θυροκολλήσεως καθώς δεν ανευρέθει αυτός ή κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠΔ πρόσωπα ενώπιον του αναφερόμενου στο ίδιο αποδεικτικό μάρτυρα. Από την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρος αποδείχθηκε ότι η κατοικία του κατηγορουμένου, τα τελευταία 19 χρόνια, βρίσκεται δύο χλμ. έξω από το ..., στην περιοχή "...", χωρίς αναφορά οδού και αριθμού. Με τον ίδιο τρόπο έχουν επιδοθεί στο παρελθόν και άλλες κλήσεις, όπως το υπ' αριθ. 10492 κλητήριο θέσπισμα (βλ. το από 16/9/2009 αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος του Αρχιφύλακα Α.Τ. ... ...), το οποίο επίσης θυροκολλήθηκε, πλην όμως ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση αυτού και έδωσε εντολή στον δικηγόρο του Ιωάννη Τριμίντζιο να παραστεί ως άγγελος ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο προκειμένου να γνωστοποιήσει το κώλυμα στο πρόσωπό του (βλ. το απόσπασμα της υπ' αριθ. 5639/30-10-2009 απόφασης του Α' Μονομελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας). Ακόμη και στην από 19.11.2010 εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου προς τους συνηγόρους του προκειμένου να λάβουν αντίγραφα της παρούσας δικογραφίας ο ίδιος φέρεται ως κάτοικος ..., χωρίς κανένα άλλο προσδιοριστικό στοιχείο. Ενόψει όλων των ανωτέρω νομίμως έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στις 22/6/2010, εφόσον δε η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 19-102010, ήτοι μετά την παρέλευση της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ δεκαήμερης προθεσμίας, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος στα έξοδα της παρούσας δίκης". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, τα αποδεικτικά από τα οποία αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεσή του ότι κατά το χρόνο της επιδόσεως είχε διεύθυνση κατοικίας το ... και περιορίσθηκε στην αόριστη αναφορά ότι δεν αναφέρεται που έγινε η θυροκόλληση, το δικαστήριο δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία στην απόφαση σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Επομένως, ορθώς κρίθηκε από το Δικαστήριο ως έγκυρη η επίδοση της κλήσεως και της εκκαλούμενης αποφάσεως στη διεύθυνση κατοικίας που αναφέρεται στη μήνυση, η οποία ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χαλκίδας που παρήγγειλε την επίδοση. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα, που δεν αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και δεν έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά και συγκεκριμένα: α) το από 22.6.2010 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ/κα του Α.Τ. ... ..., β) το από 16.9.2009 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ/κα του Α.Τ. ... ... και γ) απόσπασμα της 5639/2009 αποφάσεως του Μον. Πλημ/κείου Χαλκίδας, είναι κατ' ουσία αβάσιμη, διότι το μεν από 22.6.2010 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ/κα του Α.Τ. ... ..., είναι βασικό διαδικαστικό έγγραφο και προκύπτει με βεβαιότητα ότι αναγνώστηκε στο ακροατήριο, ενώ τα λοιπά έγγραφα δεν άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον διαλαμβανόμενο στην έκθεση της εφέσεως αόριστο περί ακυρότητας της επιδόσεως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και εκ περισσού απάντησε επ' αυτού. Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583§1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Ιανουαρίου 2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 1/2012 ενώπιον του Γραμματέα του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας) αίτηση του Δ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 5306/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ