Αριθμός 1648/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. Π.. Κ. Τ. Ν. Μ.. ΕΠΕ.", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Π.. Κ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κατίνα Κόη - Λάππα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας (ΙΚΕ) με την επωνυμία "Τ. Ε. Ε. ΙΚΕ", που εδρεύει στην …, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-8-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (28-11-2022), δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, η αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Τ. Ε. Ε. ΙΚΕ". Από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Κ. Κ., που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση από 28-8-2020 αίτησης αναίρεσης, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην αναιρεσίβλητη (άρθρα 122 επ. ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Με την υπό κρίση από 28-8-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 36/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 22/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να της καταβάλουν το ποσό των 27.336,66 ευρώ, εις ολόκληρον ο καθένας. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 222 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋπόθεση προβολής του από την εκκρεμοδικία απαραδέκτου, το οποίο οδηγεί σε αναστολή εκδικάσεως της επίδικης διαφοράς είναι εκτός άλλων, να υπάρχει ταυτότητα διαφοράς και στις δύο δίκες, δηλαδή στην αρχική και τη δεύτερη που έχει αχθεί ενώπιον του δικαστηρίου, για την οποία έκρινε η απόφαση. Δεν αρκεί δηλαδή η σύμπτωση των αιτημάτων των δύο αγωγών, αλλά απαιτείται και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, σε τρόπον ώστε να μην υπάρχει τέτοια ταυτότητα διαφοράς αν μεταξύ των δύο αγωγών υφίσταται διαφοροποίηση των πραγματικών περιστατικών των παραγωγικών του ίδιου γεγονότος (ΑΠ 34/2017, ΑΠ 638/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, την ένσταση εκκρεμοδικίας των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ως μη νόμιμη, θεωρήσαν κατόπιν τούτου την ένδικη αγωγή, ως παραδεκτώς ασκηθείσα, με την αιτιολογία "το αίτημα των εναγομένων περί αναστολής της παρούσης δίκης λόγω εκκρεμοδικίας έως ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της με αριθμ. ... αγωγής των, επειδή με αυτή θα κριθεί, εάν με την ως άνω από ... επιστολή του Φ. Μ., εβλάβη η τιμή και η υπόληψη του δεύτερου και η φήμη της πρώτης εξ αυτών, κρίνεται απορριπτέο. Τούτο διότι η ως άνω αγωγή δεν στηρίζεται στην ίδια νομική και ιστορική αιτία με την κρινόμενη (αγωγή), αφού στην πρώτη (αγωγή) ιστορική αιτία αποτελεί το προσβλητικό περιεχόμενο της ως άνω από ... επιστολής και στη δεύτερη (κρινόμενη) αγωγή η ζημία της ενάγουσας από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, ήτοι τις ψευδείς διαβεβαιώσεις ότι θα εκτελέσει το έργο, το οποίο είχε προαποφασίσει να εγκαταλείψει, προκειμένου να επιτύχει την είσπραξη της αμοιβής της". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας (άρθρ. 222 ΚΠολΔ), δεν συνιστά παράλειψη κήρυξης δικονομικού απαραδέκτου, υπό την έννοια της διάταξης του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλάφησης για την τελευταία απόφαση (άρθρα 544 παρ. 1 και 549 παρ. 2 ΚΠολΔ) (βλ. ΑΠ 896/2022, ΑΠ 595/2022, ΑΠ 1029/2020), ορθώς απέρριψε ως μη νόμιμη την παραπάνω ένσταση και θεώρησε, κατόπιν τούτου, παραδεκτή την ένδικη αγωγή, αφού υπήρχε πράγματι έλλειψη ταυτότητας διαφοράς, ως εκ της διαφορετικής, κατά τα εκτεθέντα, ιστορικής αιτίας, λόγω των διαφορετικών θεμελιωτικών γεγονότων και, συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", κατά δε το άρθρο 914 ΑΚ, "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τον συνδυασμό και τη λογική ερμηνεία των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 330, 335 και 340 ΑΚ συνάγεται, ότι αν η εξ αδικοπραξίας απαίτηση για αποζημίωση έχει το αυτό αντικείμενο (παροχή) με συρρέουσα απαίτηση από σύμβαση, απόκειται μεν στο δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει, η ικανοποίηση, όμως, της μιας από αυτές επιφέρει την απόσβεση και της άλλης, ανεξάρτητα ποια εκ των δύο απαιτήσεων εισάγεται και εκκρεμεί επί δικαστηρίου (ΑΠ 221/2022). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1109/2019, 118/2006). Είναι δυνατόν μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1109/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου. Αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή το εμπορικό τους μέλλον ή η φήμη τους. Η μη υλική ζημία τους συνίσταται στο στιγματισμό της κοινωνικής τους υπόστασης και στη δυσχέρανση εκπλήρωσης της αποστολής τους. Περαιτέρω, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1547/2021, ΑΠ 398/2020). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 10/2017, Ολ ΑΠ 9/2015). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 844/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1354/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις αρχές του έτους 2012 η ναυτική εταιρία με την επωνυμία "Α. Ν.Ε." ανέθεσε στην ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "Τ. Ε. Ε. ΕΠΕ", που, μεταξύ άλλων, σκοπό έχει την ανάληψη τεχνικών έργων, και την εκτέλεση εργασιών σε πλοία σε ξηρά και θάλασσα, με νόμιμο εκπρόσωπο τον Φ. Μ., οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η εταιρία με την επωνυμία "Τ. Ε. Ε. ΙΚΕ" (αναιρεσίβλητη), που συστάθηκε με τη με αριθμό ... πράξη της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Μ. Ζ. - Ν. "περί σύστασης Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρίας (ΙΚΕ)" και διαχειριστή τον Κ. Σ. του Β. (άρθρο 57 του ν.4072/2012), το έργο της μετασκευής του πλοίου "«Σ. (πρώην L. Β.), ελληνικής σημαίας με αριθμό Νηολογίου Πειραιά …, από φορτηγό οχηματαγωγό σε επιβατηγό - οχηματαγωγό. Για τις ανάγκες εκτέλεσης του έργου η ενάγουσα κατήρτισε στις 26-01-2012 με την πρώτη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "Α. Π.. Κ. Τ. Ν. Μ..ΕΠΕ" (πρώτη αναιρεσείουσα), η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον δεύτερο εναγόμενο Α. Κ. (δεύτερο αναιρεσείοντα), μοναδικό εταίρο και διαχειριστή της, σύμβαση ανάθεσης μελέτης και επίβλεψης εργασιών μετασκευής του Ο./Γ. «L. Β.", σημαίας …. Με την ως άνω σύμβαση η πρώτη εταιρία ανέθεσε στη δεύτερη (Μελετητής), την εκπόνηση όλων των απαιτούμενών μελετών και των σχεδίων από τις αρχές (Κ.Ε.Ε.Π και νηογνώμονα) και τα συνεργεία, την επίβλεψη των εργασιών μετασκευής και το ρόλο του τεχνικού συμβούλου στην ως άνω μετασκευή. Ορίστηκε ότι το πλοίο θα υποστεί μετασκευές τέτοιες, ώστε αφενός να ενταχθεί στην Κλάση ενός διεθνώς αναγνωρισμένου νηογνώμονα και αφ' ετέρου να προσαρμοσθεί πλήρως στις απαιτήσεις όλων των διεθνών αλλά και ελληνικών κανονισμών προκειμένου να αναγνωρισθεί ως Νέο Ελληνικό Ε/Γ - Ο/Γ πλοίο κατηγορίας Β (σύμφωνα με τον αναφερόμενο ορισμό στην Οδηγία 2010/36/ΕΚ) για τo δρομολόγιο μεταξύ των λιμένων Αλεξανδρούπολης και Σαμοθράκης ή παρόμοιο (περιοχή με σημαντικό ύψος κύματος μέχρι 1,5 μέτρο) και μεγίστης μεταφορικής ικανότητας 400 ατόμων (επιβάτες και πλήρωμα - άρθρο 1 της συμβάσεως). Συμφωνήθηκε ότι οι συνολικές υποχρεώσεις του "Μελετητή" θα περιλαμβάνονται σε δύο στάδια "... τα οποία αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο αλλά δίνουν τη δυνατότητα στην εταιρία να τερματίσει τη σύμβαση με την ολοκλήρωση του πρώτου σταδίου στην οποία θα κρίνει ότι δεν τη συμφέρει η συνέχιση του έργου" (άρθρο 2 παρ. 1). Στο πρώτο στάδιο έπρεπε να εκπονηθούν και να παραδοθούν τα ακόλουθα σχέδια: 1) σχεδιασμός της γενικής διάταξης στην οποία θα εμφανίζονται όλοι οι νέοι χώροι ενδιαίτησης επιβατών και πληρώματος, εσωτερικοί και εξωτερικοί, 2) σχέδια κατασκευής διπυθμένων, όπου αυτά απαιτούνται, 3) σχέδια κατασκευής στεγανών φρακτών, 4) σχέδια κατασκευής νέων χώρων εντός των υπαρχόντων, όπου αυτοί απαιτούνται, 5) σχέδια κατασκευής κλιμακοστασίου και διαφυγών, 6) σχέδιο κατασκευής υπερκατασκευών για χώρους επιβατών, 7) σχέδιο κατασκευής καταπέλτη επιβατών, 8) σχέδιο κατασκευής αεραγωγών χώρου οχημάτων και άλλων χώρων κάτω από το κύριο κατάστρωμα, 9) σχέδιο δικτύων νέων χώρων, 10) σχέδιο δικτύων εξαεριστικών σωληνώσεων και καταμετρικών, 11) σχέδιο δικτύου κυτών, 12) σχέδιο δικτύου έρματος, 13) σχέδιο δικτύου ψυχρού θερμού νερού, 14) σχέδιο δικτύου λυμάτων υγιεινής, 15) σχέδιο δικτύου πυρκαγιάς, 16) σχέδιο κυρίων και δευτερευόντων μπουνιών, 17) σύνταξη περιγραφής όλων των βασικών εργασιών κατασκευών και αποξηλώσεων της μετασκευής και 18) σύνταξη του προϋπολογισμού του συνολικού κόστους της μετασκευής του πλοίου, βασιζόμενο σε προσφορές υπεργολαβικών εταιρειών ανά αντικείμενο. Στο δεύτερο στάδιο συμφωνήθηκε να εκπονηθούν όλα τα σχέδια και μελέτες που απαιτούνται από τον Κ.Ε.Ε.Π. (Κλάδο Ελέγχου Εμπορικών Πλοίων του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου), προκειμένου να εκδοθεί η άδεια έναρξης εργασιών μετασκευής, καθώς επίσης και τα σχέδια που θα κατατεθούν στον επιλεγέντα νηογνώμονα για έγκριση και θα χρησιμοποιηθούν επίσης στις εργασίες μετασκευής από τα διάφορα συνεργεία. Τα σχέδια αυτά θα εκπονούνται ταυτόχρονα με διάφορα σχέδια ασφαλείας και διάταξης, ώστε να αποφευχθούν αλλαγές από αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. Επίσης συμφωνήθηκε ότι ο "Μελετητής" θα εκπονήσει όλα τα κατασκευαστικά σχέδια, τα οποία θα απαιτηθούν είτε λόγω των αλλαγών ή/και προσθηκών είτε λόγω των απαιτήσεων των Αρχών (Νηογνώμονας και ΚΕΕΠ), καθώς όλων των δικτύων (κυρίων, όπως πχ δικτύου κυτών, αλλά και δευτερευόντων, όπως π.χ. του δικτύου πετρελαιοειδών λυμάτων, αποχέτευσης και βιολογικού καθαρισμού) των σχεδίων αερισμού και των μπουνιών, σχεδίου low location lights κλπ. Σε αυτά (κατασκευαστικά σχέδια) περιλαμβάνονται όλα τα σχέδια, τα οποία αφορούν κατασκευές επί του πλοίου ή υποστήριξη εξοπλισμού (πχ βάσεις μηχανημάτων, στηρίξεις κλπ). Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, τα απαραίτητα σχέδια θα συνοδεύονταν από κατάλληλα κείμενα - προδιαγραφές, ώστε να ελαχιστοποιούνται τα ασαφή σημεία. Αυτό σήμαινε ότι μεταξύ άλλων θα εκπονούνταν και οι τεχνικές προδιαγραφές όλων των απαιτούμενών μηχανημάτων και εξαρτημάτων εξοπλισμού του πλοίου ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις. Ακολούθως ορίστηκε ότι θα εκπονούνται από τον "Μελετητή", κατασκευαστικά σχέδια κυρίως λεπτομερειών, συνεχώς κατά την διάρκεια των εργασιών, ώστε σε κάθε στιγμή να μην υπάρχουν σκοτεινά σημεία και να αντιμετωπίζονται άμεσα όποια προβλήματα προκύπτουν. Ο ίδιος (μελετητής) θα συμμετείχε, όπου και αν του ζητηθεί, σαν υπεύθυνος τεχνικός του έργου της μετασκευής του πλοίου, είτε στη σύναψη των όποιων συμβάσεων, ώστε το τεχνικό τμήμα να ξεκαθάριζε με τη συμβολή του, είτε στην έκταση της άποψής του και της κρίσης του για στοιχεία του εξοπλισμού του σκάφους, ώστε τελικά να ληφθεί η πλέον σωστή και συμφέρουσα απόφαση για την εταιρεία. Περαιτέρω θα παρείχε τεχνική υποστήριξη μέχρι το τέλος των εργασιών μετασκευής του πλοίου, το οποίο θα συνέπιπτε με την έκδοση και του τελευταίου πιστοποιητικού από την Αρχή, θα έφερε την ευθύνη της έκδοσης των πιστοποιητικών αξιοπλοΐας του πλοίου στο τέλος των εργασιών, συμπεριλαμβανομένης και της έκδοσης του πιστοποιητικού καταμέτρησης, για το οποίο η εκπόνηση μελέτης θα γίνονταν από τον ίδιο, όλες οι επιθεωρήσεις του πλοίου από επιθεωρητές της Αρχής και του νηογνώμονα θα γίνουν με ευθύνη και παρουσία του (μελετητή). Επίσης προβλέφθηκε η παρουσία του μελετητή στο πλοίο κατά τη διάρκεια των μετασκευών και τοποθέτησης του εξοπλισμού του μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών του, σε τακτά χρονικά διαστήματα και για όσο χρόνο απαιτείται να ελέγξει, να επεξηγήσει και να προγραμματίσει τις απαιτούμενες εργασίες. Κάθε δύο εβδομάδες θα προγραμματίζονταν με πρωτοβουλία του μελετητή συνάντηση με την εταιρεία, στην οποία θα εξετάζονταν η πρόοδος των εργασιών και ο προγραμματισμός άλλων. Τούτο ορίστηκε να γίνεται ανελλιπώς, ώστε να αποφευχθούν πιθανές καθυστερήσεις στην εξέλιξη των εργασιών. Τέλος συμφωνήθηκε ότι "μετά την ολοκλήρωση όλων των εργασιών θα εκτελεστεί πείραμα ευστάθειας στο πλοίο με ευθύνη του μελετητή, ο οποίος θα καταρτίσει όλα τα απαιτούμενα από τους κανονισμούς σχέδια ασφαλείας και μελέτες πυρασφάλειας και σωστικών, ειδικά δε τα σχέδια ασφαλείας, αφού εγκριθούν, θα παραδοθούν πλαστικοποιημένα ώστε να αναρτηθούν σε κατάλληλα σημεία στο πλοίο, ενώ μετά την ολοκλήρωση όλων των εργασιών και την παραλαβή όλων των πιστοποιητικών του πλοίου, ο μελετητής θα παραδώσει στην εταιρεία σειρά μελετών και σχεδίων θεωρημένων από την αρμόδια Αρχή και το Νηογνώμονα". Στο άρθρο 3 της σύμβασης συμφωνήθηκε ο χρόνος εκπόνησης του έργου και καταβολής της αμοιβής του μελετητή (ναυπηγού). Ειδικότερα συμφωνήθηκε ως χρόνος εκπόνησης όλων των αναφερόμενων σχεδίων και περιγραφών του πρώτου σταδίου, τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες από την ημέρα ανάθεσης της εργασίας, η οποία θα συμπίπτει με την ημέρα καταβολής της προκαταβολής. Για το πρώτο στάδιο η αμοιβή ορίστηκε στο ποσό των 20.000 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, καταβλητέα ως εξής: 1) 7.000 ευρώ με την υπογραφή της σύμβασης, 2) 7.000 ευρώ με την παράδοση των υπό στοιχεία 1-3-5-6-7-11-12-15-16 σχεδίων και 3) το υπόλοιπο ποσό με την παράδοση: α) όλων των υπόλοιπων σχεδίων και περιγραφών κατά τα ανωτέρω, β) του προϋπολογισμού του συνολικού κόστους μετασκευής και γ) του τιμολογίου. Για το δεύτερο στάδιο ως αμοιβή ορίστηκε το ποσό των 75.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, περιλαμβανόμενης και της επίβλεψης των εργασιών μετασκευής εφόσον αυτές λάβουν χώρα στην περιοχή του … ή της …. Η αμοιβή συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως ακολούθως: α) με την έγγραφη γνωστοποίηση από την εταιρεία στο μελετητή για την έναρξη του δεύτερου σταδίου το ποσό των 10.000 ευρώ, β) ποσό 55.000 ευρώ σε ισόποσες εβδομαδιαίες δόσεις για όσες εβδομάδες θα διαρκούσε το έργο και ανάλογα με την πρόοδο των μελετών και εργασιών επί του πλοίου, προς τούτο δε ορίστηκε να καταρτιστεί από κοινού χρονοδιάγραμμα με την πρόβλεψη μελετών - εργασιών - επιβλέψεων ανά εβδομάδα, και ότι η καταβολή των δόσεων θα πραγματοποιείται εφόσον οι μελέτες και οι εργασίες επί του πλοίου προχωρούσαν σύμφωνα με το από κοινού καταρτισθέν χρονοδιάγραμμα και γ) ποσό 10.000 ευρώ με την ολοκλήρωση του έργου, η οποία συμπίπτει με την παράδοση στην εταιρεία από τον μελετητή όλων των πιστοποιητικών αξιοπλοΐας. Στην παραπάνω αμοιβή ορίστηκε να περιλαμβάνεται και η επίβλεψη παρακολούθηση των εργασιών του έργου. Στο ίδιο άρθρο προβλέφθηκε ότι "στην περίπτωση, κατά την οποία ζητηθεί από την εταιρεία, κατά τη διάρκεια οποιοσδήποτε από τα παραπάνω στάδια, μια σημαντική και ουσιώδης αλλαγή (η οποία απαιτεί έγκριση από την αρχή ή προκαλεί αλλαγές σε σχέδια, μελέτες, σημεία του πλοίου ή αλλάζει το σχήμα και τη δομή τμήματος ή όλου του πλοίου), η εργασία αυτή θα χρεωθεί χωριστά και θα δοθεί συμπληρωματική ανάθεση". Το πρώτο στάδιο της σύμβασης ολοκληρώθηκε, με μικρή χρονική απόκλιση, στις 16-3-2012, με την παράδοση της με ίδια ημερομηνία εκτίμησης κοστολογίου εργασιών μετασκευής του πλοίου, συνολικού ύψους 1.950.000 ευρώ, εκδοθέντος από την πρώτη εναγόμενη του με αριθ. ... τιμολογίου της παροχής υπηρεσιών, που εξοφλήθηκε από την ενάγουσα στις 6-4-2012. Ακολούθως, μετά από αίτηση της ως άνω πλοιοκτήτριας εταιρίας εκδόθηκε από τον Κλάδο Ελέγχου Εμπορικών Πλοίων (ΚΕΕΠ) του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου η με αριθμό πρωτ. ... άδεια έναρξης εργασιών μετασκευής Φ/Γ - Γενικού Φορτίου του πλοίου με την ονομασία "Σ.", νηολογίου … με αριθμό …, με σκοπό μετασκευής την πλήρη συμμόρφωση του πλοίου με την οδηγία 2009/45/ΕΚ, όπως ισχύει και μετατροπή του πλοίου από Φ/Γ - Ο/Γ σε Ε/Γ - Ο/Γ ώστε να λάβουν χώρα οι οριζόμενες εργασίες: α) κατασκευή τριών στεγανών φρακτών κάτω από το κύριο κατάστρωμα, β) κατασκευή κλιμακοστασίου, γ) κατασκευή σαλονιού και δ) προσαρμογή στις απαιτήσεις ΚΟ 2009/45ΕΚ (όπως τροποποιήθηκε και ισχύει), ως ΝΕΟ πλοίο, για πλόες Κατηγ. Β.. Κατόπιν δήλωσης της ως άνω πλοιοκτήτριας, που αποδέχθηκε ο δεύτερος εναγόμενος (βλ. σχ. 21 και 22 των εναγόμενων), ο τελευταίος ορίστηκε, επιπλέον, υπεύθυνος τεχνικός πλοίου. Στο άρθρο 4 του Β.Δ 135/1968 ορίζονται οι προϋποθέσεις ναυπηγήσεως και μετασκευής ευρείας εκτάσεως πλοίου. Έτσι σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "1. Διά την ναυπήγησιν ή εκτέλεσιν οιασδήποτε μετασκευής ευρείας εκτάσεως πλοίου εν Ελλάδι, απαιτείται προηγουμένη έγκρισις της Ε.Ε.Π. 2. Ο προτιθέμενος όπως ναυπηγήση ή ενεργήση μετασκευήν ευρείας εκτάσεως πλοίου οφείλει, προ της ενάρξεως των σχετικών εργασιών, να υποβάλη εις την Ε.Ε.Π. προς έλεγχον και έγκρισιν τα ναυπηγικά και λοιπά σχέδια, μελέτας και προδιαγραφάς, κατά τα οριζόμενα εις τα επόμενα άρθρα, δι' αιτήσεως εις ην αναγράφονται τα στοιχεία του ενδιαφερομένου (ονοματεπώνυμον, διεύθυνσιν κλπ), του αναλαμβάνοντος την ναυπήγησιν ή μετασκευήν ναυπηγείου ή εργοστασίου και του οριζομένου υπό του πλοιοκτήτου διά την επίβλεψιν αρμοδίου τεχνικού. Ο οριζόμενος υπό του πλοιοκτήτου τεχνικός δέον να κέκτηται διπλώματος αντιστοίχου προς την ανατιθεμένην υπό την επίβλεψιν του εργασίαν. Προκειμένου περί μετασκευής μηχανικής φύσεως ο οριζόμενος δύναται να είναι και Μηχανικός Α' τάξεως". Ως εκ τούτου η τελευταία ιδιότητα του δεύτερου εναγόμενου ως τεχνικού υπεύθυνου κατ' άρθρο 4 παρ. 2 του Β.Δ. 135/1968, που είναι απαραίτητη για την έκδοση άδειας μετασκευής πλοίου στην Ελλάδα, και γίνεται κατά το νόμο από την πλοιοκτήτρια εταιρία, είναι ανεξάρτητη από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την από 26-01-2012 σύμβαση ανάθεσης μελέτης και επίβλεψης εργασιών μετασκευής του Ο./Γ. «L. Β.", και ανέλαβε η πρώτη εναγόμενη της οποίας διαχειριστής και μοναδικός εταίρος είναι ο δεύτερος εναγόμενος. Επίσης αποδείχθηκε ότι το πλοίο τοποθετήθηκε στις … στο Μώλο της ΔΕΗ, αρμοδιότητας του ..., ενώ στις 2 Απριλίου 2013 η ενάγουσα γνωστοποίησε στην πρώτη εναγόμενη εταιρία την έναρξη των εργασιών του δεύτερου σταδίου της από 26-01-2012 σύμβασης (βλ. σχετικό με αριθμό 7 της ενάγουσας), καταβάλλοντάς της το ποσό των 10.000 ευρώ. Καίτοι δεν καταρτίσθηκε εγγράφως χρονοδιάγραμμα, κατά τους όρους της σύμβασης, τα μέρη απέβλεψαν στην ολοκλήρωση των εργασιών μέσα σε οκτώ μήνες, ήτοι έως το Δεκέμβριο του έτους 2013, διότι η μηνιαία αμοιβή της πρώτης εναγόμενης καθορίστηκε στο ποσό των επτά χιλιάδων οκτακόσιων (7.800) ευρώ (βλ. σχ. ηλεκτρονική αλληλογραφία διαδίκων). Οι εργασίες μετασκευής, τα συνεργεία για την εκτέλεση των οποίων καθώς και η προμήθεια υλικών προς τούτο, ήταν ευθύνη της εργοδότριας ενάγουσας εταιρίας, ξεκίνησαν στις 21-05-2013. Το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2013 έως και το Δεκέμβριο του ίδιου έτους η πρώτη εναγόμενη εταιρία εκπόνησε είκοσι δύο (22) σχέδια που εγκρίθηκαν από τον Ιταλικό Νηογνώμονα R. (βλ. σχετικά των εναγόμενων με αριθ. 23Α έως 23 Ψ). Αβάσιμος τυγχάνει ο ισχυρισμός ότι τα σχέδια εκπονήθηκαν από τον δεύτερο εναγόμενο ατομικά ως υπεύθυνο τεχνικό της πλοιοκτήτριας εταιρίας "Α. ΝΕ", αφού τα ως άνω σχέδια φέρουν τη σφραγίδα "A. Ρ.. K. T. N. Ltd", καθώς και επτά προκαταρκτικά (και όχι οριστικά) σχέδια, άπαντα τα οποία φέρουν τη σφραγίδα του δεύτερου εναγόμενου ναυπηγού και το λογότυπο της ως άνω πρώτης εναγόμενης εταιρίας. Μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2013 οι ελασματουργικές εργασίες είχαν προχωρήσει κατά ποσοστό 80%, οι σιδηρουργικές κατά 60% ενώ στις 20-8-2013 έγινε έλεγχος των κυτών του πλοίου (βλ. σχ. βεβαιώσεις επιθεωρητών ΚΕΕΠ επί της ως άνω αδείας). Πλην, όμως ήδη από τον Αύγουστο του έτους 2013 διαφάνηκε ότι δεν θα ολοκληρώνονταν εμπρόθεσμα οι εργασίες μετασκευής του πλοίου γι' αυτό και η πρώτη εναγόμενη πρότεινε τη μείωση της αμοιβής της σε 5.250 ευρώ κάθε μήνα έως το Δεκέμβριο του 2013 και εν συνεχεία ως το Μάιο του 2014, οπότε προβλέπονταν να ολοκληρωθεί το έργο στο ποσό των 3.120 ευρώ (βλ. σχ. με αρ. ... ηλεκτρονική επιστολή του β εναγόμενου στην ενάγουσα). Τον ίδιο χρόνο στις 28-8-2013 η πρώτη εναγόμενη εταιρία ανέλαβε από το "Ε. Ε." το σχεδίασμά προκαταρκτικής γενικής διάταξης και προκαταρκτικών τεχνικών προδιαγραφών για την κατασκευή ενός επιβατηγού πλοίου, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εργοδότη και την ισχύουσα ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία". Ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Φ. Μ., ο οποίος είναι και ο πραγματικός ιδιοκτήτης της πλοιοκτήτριας εταιρίας με την επωνυμία "Α. Ν.Ε.", και είναι πλέον μέτοχος κατά 50% της ενάγουσας εταιρίας, όταν πληροφορήθηκε το ενδιαφέρον του Επιμελητηρίου Έβρου να ναυπηγήσει και δρομολογήσει στην ίδια γραμμή Αλεξανδρούπολη - Σαμοθράκη επιβατηγό πλοίο, απέστειλε στον Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης την από ... επιστολή στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Με λύπη μας, ωστόσο, διαπιστώνουμε, ότι το εν λόγω αίτημα τυγχάνει εντελώς αβάσιμης τεκμηρίωσης, η οποία αντιβαίνει ακόμα και στις βασικές αρχές της επιστήμης της ναυπηγικής και της ναυτιλιακής διαχείρισης, 1) Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του εν λόγω εγχειρήματος, το ως άνω πλοίο, φέρεται να πρόκειται να διαθέτει αμφίβολης αξιοπλοΐας χαρακτηριστικά για τα οποία εγείρονται προβληματισμοί περί τη θαλάσσια ασφάλεια. Ενδεικτικώς και μόνο θέτουμε στην Υπηρεσία σας τα παρακάτω εύλογα ερωτήματα α) η υποβληθείσα μελέτη ναυπήγησης πλοίου ικανοποιεί τις θαλάσσιες και ναυτικές απαιτήσεις της προκείμενης ακτοπλοϊκής γραμμής η οποία χαρακτηρίζεται ως κατηγορίας Β και αξιώνει αυξημένες προδιαγραφές ασφάλειας β) η υποβληθείσα μελέτη ναυπήγησης πλοίου καλύπτει τις απαραίτητες προδιαγραφές της Κοινοτικής EUROSOLAS (Οδηγίας 98/18/ΕΚ) για τους κανόνες και πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία. Ατυχώς, οι ως άνω φιλοδοξίες απέχουν κατά πολύ από την επιστημονική και εμπειρική επιβεβαίωση, γεγονός που αποδεικνύεται καταφανώς από τα πάγια επιστημονικά δεδομένα που είμαστε σε θέση να σας παραθέσουμε, αποδεικνύοντας ότι τα ως άνω στοιχεία είναι τουλάχιστον ελλιπή, αν όχι ψευδή. Και τούτο πέραν της αυτεπάγγελτης υποχρέωσης της Αρχής σας, να ερευνήσει την αλήθεια και βασιμότητα των ως άνω στοιχείων, πράγμα για το οποίο υπέχει αστική και ποινική ευθύνη, εφόσον εν προκειμένω θα διακυβεύονται ανθρώπινες ζωές, η θαλάσσια ασφάλεια και οι κανόνες ασφαλούς ναυσιπλοΐας". Στο μεταξύ οι εργασίες μετασκευής του πλοίου συνεχίζουν επιβραδυνόμενες, με συνέπεια τα συνεργεία μετασκευής επί του πλοίου να παραπονούνται για την απουσία απαραίτητων για τη συνέχιση των εργασιών τους σχεδίων. Η ως άνω καθυστέρηση οφείλεται τόσο στην πρώτη εναγόμενη, που δεν παρέδιδε εμπρόθεσμα τα σχέδια (βλ. σχ. την με αριθ. 216/11-9-2013 ηλεκτρονική επιστολή προς την ενάγουσα από την οποία προκύπτει ότι εκκρεμούσαν δέκα επτά (17) σχέδια (μορφοτάρια δεξιά και αριστερά στους πρωραίους εξωτερικούς χώρους - βάσεις των MES life rafts - διάταξη ρελιών περιοχής, σκάλες εξωτερικά και πρίμα του σαλονιού δεξιά και αριστερά, διαμόρφωση του άνω τμήματος καπνοδόχων, χώρος παραμονής επιβατών, πρωραίες και πρυμναίες εισαγωγές αέρα στο γκαράζ, σχέδιο ανοιγό μενών στεγανών θυρών, φράκτη για τοποθέτηση πόρτας πυροστεγούς στην άνοδο της γέφυρας, διαφυγή χώρου όπου είναι τοποθετημένη η εγκατάσταση πόσιμου νερού, επιμήκυνση καναλιού εξαγωγής αέρα γκαράζ δεξιά και αριστερά πρώρα στο σαλόνι και σύστημα κλεισίματος, αγωγός καυσαερίων και casing γεννήτριας, σχέδιο χώρου εγκατάστασης γεννήτριας ανάγκης και διαφυγή, διαφυγή από τον χώρο της νέας γεννήτριας, νέα αναρρόφηση θάλασσας (για δεξαμενισμό) στο χώρο της τρίτης γεννήτριας, σχέδιο εχμάνσεων, επιμήκυνση καταπέλτη οχημάτων και εγκατάσταση καταπέλτη επιβατών, κατασκευή βόθρου βιολογικού καθαρισμού και κατασκευή εξωτερικών wc), όσο και στην ενάγουσα, στις διαφωνίες που προέβαλε, όσον αφορά την λήψη σοβαρών αποφάσεων σχετικά με την επιμήκυνση του καταπέλτη οχημάτων, την εγκατάσταση καταπέλτη επιβατών, την εγκατάσταση σωστικών συνεργείων, υδατοστεγών θυρών, συστήματος sprinkler, τοποθέτηση γεννήτριας ανάγκης, δεδομένου ότι όλες οι εργασίες και οι σχεδιασμοί έχουν αλληλεπίδραση στην πορεία του έργου. Εξαιτίας των ανωτέρω καθυστερήσεων οι σχέσεις των διαδίκων εντείνονταν συνεχώς με την ανταλλαγή ηλεκτρονικών επιστολών σχετικά με την πορεία των εργασιών και ειδικότερα σχετικά με τον κύριο καταπέλτη του πλοίου. Στις ηλεκτρονικές επιστολές που ανταλλάσσονται, καίτοι ο δεύτερος εναγόμενος, όπως ειδικότερα παρακάτω εκτίθεται, στις 20-11-2013 πληροφορήθηκε την ύπαρξη της από ... συκοφαντικής, κατά τους ισχυρισμούς του, επιστολής, ενώ το ακριβές περιεχόμενο το πληροφορήθηκε στις 10-12-2013, οπότε έλαβε αντίγραφό της, και ενώ ισχυρίζεται ότι διαμαρτυρήθηκε ρηματικά στην ενάγουσα, ουδέν αναφέρει σχετικά με την ανωτέρω (...) επιστολή του Φ.. Μ., αντίθετα στην από 18-12-2013 ηλεκτρονική επιστολή προς την ενάγουσα (την οποία σαφώς αναγνωρίζει ως εργοδότρια της πρώτης εναγόμενης εταιρίας) αναφέρει: "....Με την ευκαιρία σας υπενθυμίζουμε ότι εκκρεμεί η καταβολή του ποσού των πέντε χιλιάδων διακοσίων πενήντα ευρώ (5250) στο λογαριασμό της εταιρείας μας και το οποίο αντιπροσωπεύει την αμοιβή του τεχνικού μας γραφείου. Ήδη με τον κ. Γ. έχει υπάρξει συμφωνία καταβολής όλου του εναπομένοντος ποσού της αμοιβής του τεχνικού μας γραφείου και συνεπώς δεν υπάρχει λόγος να καθυστερεί η συγκεκριμένη καταβολή. Θα πρέπει να προχωρήσετε στην παραπάνω καταβολή οπωσδήποτε μέσα στην τρέχουσα εβδομάδα, ώστε να μην μας δημιουργηθούν προβλήματα, λόγω των αυξημένων υποχρεώσεών μας αυτή την περίοδο". Ενώ στην από 23/12/2013 ηλεκτρονική επιστολή μεταξύ άλλων αναφέρει: "Σχετικά με το e-mail σας, το οποίο λάβαμε την Παρασκευή 20-12-2013, θέλαμε να σας απαντήσουμε σε όσα μας καταλογίζετε ομολογουμένως για πρώτη φορά, τα οποία πιθανόν και να οφείλονται σε παρανόηση των απόψεων και των θέσεων μας, όπως αυτές έχουν εκφραστεί. Κατ' αρχήν, ποτέ δεν αναφέρθηκε ότι η εταιρεία σας, μέχρι σήμερα, δεν ήταν συνεπής στις οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι μας. Όμως και εμείς από μόνοι μας εγγράφως σας προτείναμε την μείωση της μηνιαίας αμοιβής μας τόσο τον Αύγουστο (με το e-mail μας της 13/08/13) όσο και το Νοέμβριο (με το e-mail μας της 25/11/13) καθώς και τον Δεκέμβριο (με το e-mail μας της 5/12/13), διαπιστώνοντας την καθυστέρηση ολοκλήρωσης των εργασιών της μετασκευής του έργου ...... Πλησιάζοντας η περίοδος των εορτών (η οποία έχει αυξημένες υποχρεώσεις) και διαπιστώνοντας ότι υπάρχει από μέρους σας κάποιο ενδιαφέρον για την μεταξύ μας οικονομική δοσοληψία, ρωτήθηκε ο κ. Γ., αφού του έγινε η σχετική εξιστόρηση δε των γεγονότων, αν υπάρχει κάποιο ζήτημα μεταξύ της εταιρείας σας και του τεχνικού μας γραφείου ...... Συγκεκριμένα η πρόταση ήταν ότι μέχρι τις 20/12/13 θα μας καταβληθεί το ποσό των 5.250 ευρώ και μέχρι τον Μάιο 2014 (πρόβλεψη ολοκλήρωσης του έργου) για κάθε μήνα θα καταβάλεται το ποσόν των 3.120 ευρώ ...... Αφού με τη σειρά μας θέλουμε να σας ευχηθούμε Καλές Γιορτές, θα θέλαμε να σας επισημάνουμε ότι από την εμπειρία μας προκύπτει ότι, ιδίως σε μία μετασκευή πλοίου, η σχέση πλοιοκτήτη ναυπηγού πρέπει να είναι αποκλειστικά σχέση συνεργατών και μόνο τότε θα έχει επιτυχία το εγχείρημα. Κάθε άλλη αντίληψη, από τη μια ή από την άλλη πλευρά, σε αυτή τη σχέση δυστυχώς έχει αρνητική επίπτωση στο ίδιο το έργο". Μετά από την ανωτέρω επιστολή η ενάγουσα κατέβαλε στην πρώτη εναγόμενη ως αμοιβή της για το β στάδιο της από 26-1-2012 σύμβασης τα κάτωθι ποσά: στις 15/01/2014 το ποσό 10.154,50 ευρώ, στις 20-1-2014 το ποσό των 4.000 ευρώ, και στις 5-3-2014 το ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ οι εργασίες στις οποίες προέβη η τελευταία (πρώτη εναγόμενη) είναι οι ακόλουθες: α) στις 29-1-2014 παρέλαβε το προσχέδιο της σύμβασης για την ανάθεση των ηλεκτρολογικών εργασιών του πλοίου για τα σχόλια και τις παρατηρήσεις της, β) στις 12-2-2014 έστειλε ηλεκτρονική επιστολή στη ... (όχι στην ενάγουσα) περί επιθεώρησης του αρμόδιου επιθεωρητή ΚΕΕΠ στη βασική σιδηροκατασκευή τόσο της μετασκευής όσο και της αρχικής του πλοίου, γ) στις 14-2-2014 έστειλε ηλεκτρονική επιστολή και πάλι στη ..., όπου παραπονείται για την ύπαρξη επί του καταστρώματος του πλοίου βαρελιών με λάδια, πολυάριθμων πλαστικών σάκων και άλλων σκουπιδιών που μπορούν να αποτελέσουν αιτία σοβαρού ατυχήματος και ζήτησε την απομάκρυνσή τους, δ) απέστειλε τη με αριθ. 037/14 επιστολή προς το ΟΛΠ στην οποία αναφέρεται ότι "οι εργασίες μετασκευής συνεχίζονται και συγκεκριμένα: 1. Οι εργασίες σιδηροκατασκευών και σωληνουργικών εγκαταστάσεων είναι σε εξέλιξη, 2. Έγινε η έναρξη εργασιών συνεργείου ηλεκτρολόγων, 3. Αγοράστηκε η τρίτη ηλεκτρογεννήτρια του πλοίου και ευρίσκεται στις εγκαταστάσεις του αντιπροσώπου προκειμένου να μεταφερθεί στο πλοίο για τοποθέτηση, 4. Προγραμματίζεται η ανάθεση των μηχανουργικών εργασιών και των εργασιών εγκατάστασης εργασιών, 5. Προγραμματίζεται η ανάθεση των μηχανουργικών εργασιών και των εργασιών εγκατάστασης κλιματισμού", ε) στις 25-2-2014 με ηλεκτρονική επιστολή που έστειλε και πάλι στη διεύθυνση ... ζήτησε να σταματήσουν οι εργασίες αποξύλωσης ή κατασκευής του καταπέλτη εάν δεν υπάρξει προηγούμενη ενημέρωσή του και συναίνεσή του για την συγκεκριμένη εργασία, στ) απέστειλε και πάλι στην ηλεκτρονική διεύθυνση ... επιστολή σχετικά με το πιστοποιητικό EC TYPE EXAMINATION, ζ) έστειλε ηλεκτρονική επιστολή στη διεύθυνση S.. R. σχετικά με τα MES της LSA. Έκτοτε δηλαδή δεν προέβη στην εκπόνηση κανενός από τα οφειλόμενα σχέδια, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος από το Δεκέμβριο του έτους 2013, με εξαίρεση την επιθεώρηση του πλοίου στις 12-2-2014, δεν ασχολήθηκε με τις εργασίες μετασκευής του πλοίου. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την 23-06-2014 επιστολή της εταιρίας Μ&Μ Α.Ε, που είχε αναλάβει τις ελασματικές εργασίες προς τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Φ.. Μ., στην οποία αναφέρεται: "Κύριε Φ.. Από το τέλος του 2013, το πλοίο έχει μείνει χωρίς ναυπηγό, διότι ο κ. Κ. έχει παραιτηθεί εδώ και έξι μήνες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το πλοίο να υπολειτουργεί, έχοντας μόνο μία πόστα σωληνάδων, όπου και αυτή σε λίγο χρόνο δεν θα έχει αντικείμενο να ασχοληθεί, διότι δεν υπάρχει τεχνική υποστήριξη που θα μπορέσει να λύσει τα θέματα που έχουν προκύψει. Παράλληλα υπάρχουν εργασίες ελασμάτων που για να ολοκληρωθούν χρειάζονται σχέδια, τα οποία δεν υπάρχουν και είμαστε σε αναμονή να τα καταθέσει ο νέος Ναυπηγός". Από την παραπάνω επιστολή προκύπτει ότι αφενός ήδη από το Δεκέμβριο του έτους 2013 η πρώτη εναγόμενη είχε εγκαταλείψει το έργο ουσιαστικά, αφετέρου ότι τον Ιούνιο του έτους 2014 υπήρχαν ανεκτέλεστες ελασματικές εργασίες καίτοι στην επιθεώρηση του πλοίου τον Αύγουστο του 2013 διαπιστώθηκε ότι είχε ολοκληρωθεί το 80% του έργου, γεγονός που αποδεικνύει τη σημαντική επιβράδυνση των εργασιών του έργου μετασκευής του πλοίου. Ας σημειωθεί ότι μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2013 η πρώτη εναγόμενη είχε εισπράξει από την ενάγουσα, ως αμοιβή για την εργασία της στο δεύτερο στάδιο του έργου, το ποσό των 45.150 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 10-2-2014 ο δεύτερος εναγόμενος απέστειλε στον Φ. Μ. ηλεκτρονική επιστολή στην οποία αναφέρει "Μετά τις απαξιωτικές και μειωτικές έγγραφες εκφράσεις σας σε τρίτους, οι οποίες αφορούν εμένα προσωπικά αλλά και το τεχνικό μου γραφείο, καθ' ην στιγμήν μάλιστα ευρίσκεται σε εξέλιξη η συνεργασία μας, η οποία αφορά την μετασκευή του πλοίου "Σ.", την οποία μου έχετε εμπιστευθεί και τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίσατε τη διαμαρτυρία μου, σας δηλώνω ότι θα υπερασπιστώ με κάθε νόμιμο μέσο την τιμή μου, την υπόληψή μου και την αξιοπρέπειά μου Α. Κ.". Τέλος ο ίδιος με την από 4-4-2014 ηλεκτρονική του επιστολή προς την ενάγουσα εταιρία, με την υπόμνηση "Εις προσοχή Φ.. Μ.", ο δεύτερος εναγόμενος με την ιδιότητά του ως Γενικός Διευθυντής της πρώτης εναγόμενης ανέφερε τα ακόλουθα: Μετά από όσα συκοφαντικά έχετε διαδώσει εγγράφως σε βάρος μου τους τελευταίους μήνες η μεταξύ μας συνεργασία διαταράχθηκε με δική σας αποκλειστική υπαιτιότητα. Μετά από την χθεσινή επίδοση της αγωγής μου, αυτή η συνεργασία είναι αδύνατον να συνεχισθεί - Γι' αυτό σας δηλώνω ότι με το παρόν παραιτούμαι των εργασιών επί του πλοίου "Σ.", πράγμα για το οποίο θα ενημερωθούν από το τεχνικό μου γραφείο και οι αρμόδιες αρχές. Κατόπιν τούτου σας δηλώνω με την παρούσα ότι έχω στη διάθεσή σας τα σχέδια και μελέτες τα οποία μου είχατε παραδώσει επί αποδείξει. Αυτά μπορείτε να τα παραλάβετε από εμέ με εξουσιοδοτημένο από εσάς άτομο, αφού προηγουμένως με ενημερώσετε εγγράφως σχετικά". Με την παραπάνω επιστολή ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης, εγκατέλειψε το έργο που υπογράφηκε με την από 26-1-2012 σύμβαση ανάθεσης μελέτης και επίβλεψης εργασιών μετασκευής του ο/γ "L. Β.", σημαίας ..., επικαλούμενος την μεταξύ των συμβαλλομένων μερών αντιδικία, που άρχισε με την επίδοση στον τότε εκπρόσωπο της ενάγουσας Φ. Μ., ατομικά και με την ιδιότητά του ως εκπρόσωπο των, επίσης εναγόμενων, εταιριών "Α.. Ν. «Ε. Κ. «Σ. Α. Ν. Ε. Σ.", της από 1-4-2014 με αριθ. κατάθεσης 367/10/2014 αγωγής του ίδιου και της πρώτης εναγόμενης εταιρίας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης με αντικείμενο την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη συνέπεια της ψευδούς κατά περιεχόμενο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από 16-09-2013 επιστολής, που απέστειλε ο Φ. Μ. προς το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης και αφορά τη ναυπήγηση και δρομολόγηση πλοίου από το Επιμελητήριο Έβρου στην ακτοπλοϊκή γραμμή Αλεξανδρούπολης - Σαμοθράκης, την ύπαρξη της οποίας (επιστολής), κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, πληροφορήθηκε το πρώτον στις 20-11-2013 ενώ το ακριβές περιεχόμενο το πληροφορήθηκε στις 10-12-2013, οπότε έλαβε αντίγραφό της. Από την αγωγή αυτή, η οποία δεν στρέφεται και κατά της στην ένδικη υπόθεση ενάγουσας εταιρίας, οι εναγόμενοι παραιτήθηκαν με δήλωσή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (αριθμός πρακτικών 90/2014). Πριν την ανωτέρω παραίτηση αμφότεροι οι εναγόμενοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, κατά των ως άνω εναγόμενων και της νυν ενάγουσας εταιρίας την από 6-5-2014 και με αριθμό καταθέσεως 508/ΤΜ 42/2014 αγωγή με το ίδιο περιεχόμενο και αιτήματα, ενώ κατέθεσαν και την από 7-3-2014 (ΑΒΜ …) έγκλησή τους με την οποία ζητούσαν την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του Φ. Μ. για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης. Κατά του τελευταίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσθείσας κατ' εξακολούθηση, με την με αριθμό 142/14-3-2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης δε ο ως άνω κηρύχθηκε ένοχος, του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών. Κατόπιν εφέσεως του τελευταίου εκδόθηκε η με αριθμό 1148/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω εκπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως. Επίσης επί της με αριθμό … αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 98/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως στην τότε εκκρεμούσα ποινική δίκη επί της ως άνω (με αριθ. 122/2017) έφεσης. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι από το περιεχόμενο της ανωτέρω επιστολής αφενός προκύπτει ότι ο εκπρόσωπος της ενάγουσας και ιδιοκτήτης του ομίλου ΣΑΟΣ Φ. Μ. είχε άρει την εμπιστοσύνη στο πρόσωπό τους, αφετέρου ότι οι περιεχόμενοι σ' αυτήν (επιστολή) ισχυρισμοί βάλουν κατά της επαγγελματικής τους αξιοπιστίας θέτοντας σε κίνδυνο τη 40 ετή εμπειρία τους, αφού οι "πελάτες" τους ισχυρίζονταν ότι τα πλοία που κατασκευάζουν είναι αναξιόπλοα, ώστε ήταν αδύνατο να συνεχιστεί, με υπαιτιότητα της ενάγουσας, υπό τις νέες αυτές περιστάσεις, η μεταξύ τους συνεργασία. Πλην, όμως, ο τελευταίος ισχυρισμός τυγχάνει αβάσιμος κατ' ουσίαν, τούτο διότι ο δεύτερος εναγόμενος, και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης, καίτοι ισχυρίζεται ότι έλαβε για πρώτη φορά γνώση της δυσφημιστικής, κατά τους ισχυρισμούς του, από ... επιστολής, στις 10-12-2013, γεγονός που καθιστούσε γι' αυτόν, ένεκα της άρσης της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, αδύνατη τη συνεργασία του με την ενάγουσα, και παρά τη "ρηματική" κατά τους ισχυρισμούς του διαμαρτυρία, στην ηλεκτρονική αλληλογραφία που ακολούθησε με την τελευταία έως τις 10-2-2014, ουδέν αναφέρει περί της ανωτέρω επιστολής, αντίθετα διατυπώνει προβληματισμό για το εάν "υπάρχει κάποιο ζήτημα μεταξύ της εταιρείας σας και του τεχνικού μας γραφείου", υπόσχεται ότι θα προχωρήσουν οι εργασίες με την εκπόνηση σχεδίων, και ζητά τον διακανονισμό της αμοιβής της πρώτης εναγόμενης από την ενάγουσα. Επίσης στην από 23-12-2013 ηλεκτρονική επιστολή, η οποία καίτοι απευθύνεται στην ενάγουσα, ο δεύτερος εναγόμενος αναφέρεται στη σχέση πλοιοκτήτη (ιδιότητα που δεν έχει η ενάγουσα), και ναυπηγού (ιδιότητα του ίδιου), αν και γνωστοποιεί, κατόπιν διαμαρτυρίας της ενάγουσας, ότι δεν έχουν συνταχθεί μόνο τα σχέδια, για τα οποία δεν τους έχουν δοθεί στοιχεία όπως (π.χ.) σχέδια εγκατάστασης σωστικών μέσων, τοπικής προστασίας μηχανοστασίου από πυρκαγιά, θυρών πυρασφάλειας, δικτύου πυρκαγιάς και κυτών, μόνιμου συστήματος κατάσβεσης πυρκαγιάς στους χώρους εγκατάστασης (sprinkler) κλπ, ουδέν αναφέρει περί άρσης της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, αλλά αντίθετα αναφέρεται στην απαιτούμενη σχέση (συνεργατών) προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλή πορεία του έργου μετασκευής. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι η εναγόμενη δια του νομίμου εκπροσώπου της, έχοντας αποφασίσει να εγκαταλείψει το έργο ήδη από το Δεκέμβριο του έτους 2013, ψευδώς διαβεβαίωνε την ενάγουσα για την πρόοδο των εργασιών και την εκπλήρωση του έργου, προκειμένου να πετύχει την είσπραξη του υπολοίπου της αμοιβής της, ύψους 17.154,50 ευρώ, εάν και είχε προαποφασίσει την εγκατάλειψη του έργου, εξαιτίας των δυσχερειών που εμφανίστηκαν σχετικά με την εκτέλεση εργασιών μετασκευής του πλοίου από εμπορικό σε οχηματαγωγό 400 ατόμων (επιβάτες και πλήρωμα), για την αντιμετώπιση των οποίων υπήρχαν διαφωνίες με την ενάγουσα (βλ. σχ. προσκομιζόμενη αλληλογραφία σχετικά με την μετακίνηση του καταπέλτη - συστήματα ασφαλείας κλπ), και του αναγκαίου προς τούτο χρόνου επίλυσής τους, που σαφώς υπερέβαινε κατά πολύ αυτό της αρχικής πρόβλεψης των οκτώ (8) μηνών, και εν συνεχεία δεκατριών (13) μηνών, αλλά και την άμβλυνση των σχέσεων των διαδίκων, που οφείλονταν στην καθυστέρηση εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης στην εκπόνηση των απαιτούμενων για την μετασκευή του πλοίου εργασιών, αφού κατά την εγκατάλειψη του έργου, μετά από ένα έτος από την έναρξη των εργασιών μετασκευής, υφίσταντο οι κάτωθι εκκρεμότητες: διατήρηση ή όχι συστήματος CO 2, σύστημα sprinkler, σύστημα αποχέτευσης, stabilizers, τοποθέτηση γεννήτριας emergency, τοποθέτηση γεννήτριας bow thruster, επιμήκυνση κυρίου καταπέλτη, κλιματισμός σαλονιού, σύστημα βιολογικού καθαρισμού, τοποθέτηση fast rescue, emergency fire pumb, τοποθέτηση σωστικών μέσων και εξοπλισμός σε πόρτες ασφαλείας - υδατοστεγείς πυροστεγείς. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την ανωμοτί κατάθεση του δεύτερου εναγόμενου ο οποίος εξεταζόμενος ενώπιον του ακροατηρίου κατέθεσε: "Η αποχώρησή μου ήταν διότι η εργολάβος εταιρία δεν τηρούσε τα σχέδια". Οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί εγκατάλειψης του έργου εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητας του δευτέρου και της φήμης της πρώτης, καθώς και της καθυστέρησης του έργου για λόγους που αφορούν την ενάγουσα, κρίνονται ως προσχηματικοί, αφού διαφορετικά θα επιδίωκαν οπωσδήποτε από το Δεκέμβριο του έτους 2013, τη δήλωση αποκατάστασης της προσβολής της φήμης τους, ενέργειες στις οποίες προέβησαν μετά την εγκατάλειψη του έργου (υποβολή μήνυσης και κατάθεσης αγωγής - βλ. σχ. προσαγόμενο εναγόμενων με αριθ. 19 με τίτλο συμφωνητικό Κ. - Μ.), είτε στην άμεση εγκατάλειψη του έργου. Διότι ουδέν συνέβη μεταξύ των διαδίκων κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 2013, οπότε περιήλθε σε γνώση του δεύτερου εναγόμενου το περιεχόμενο της από ... επιστολής, έως και τον Απρίλιο του έτους 2014, που εγκαταλείφθηκε η εκτέλεση του έργου, το οποίο κατέστησε αδύνατη την ομαλή συνέχιση της εκτέλεσής του, ώστε να δικαιολογείται, η διακοπή των εργασιών αυτού, πλην του γεγονότος ότι κατέστη αντιληπτό ότι δεν επρόκειτο να εκτελεστεί το έργο εμπρόθεσμα με την παράδοση του πλοίου σε ένα (1) μήνα τον Μάιο του 2014. Η παραπάνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης εταιρίας, εκδηλωθείσα δια του νομίμου εκπροσώπου της, ήτοι να διαβεβαιώσει ότι θα ολοκληρώσει το έργο, του οποίου την εγκατάλειψη είχε ήδη αποφασίσει, προκειμένου να επιτύχει την είσπραξη της συμφωνηθείσας αμοιβής, έρχεται σε αντίθεση με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μη βλάπτει κάποιος τα συμφέροντα άλλου. Επομένως, οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση, υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους, εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών, να αποκαταστήσουν τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα για την προαναφερόμενη αιτία και ανέρχεται στο ποσό των 17.154,50 ευρώ, που κατέβαλε η τελευταία στην πρώτη εναγόμενη. Βάσει των ανωτέρω δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος ορίστηκε στις αρμόδιες αρχές (ΚΕΕΠ) ως υπεύθυνος τεχνικός από την πλοιοκτήτρια εταιρία "ΝΕ Α.", αφού ο υπεύθυνος τεχνικός ορίζεται πάντα από την πλοιοκτήτρια (άρθρο 4 παρ. 2 ΒΔ 138/1968), και ως εκ τούτου απορριπτέος κρίνεται ο ισχυρισμός ότι τυγχάνει βοηθός εκπληρώσεως αυτής, μη έχων ευθύνη για την καταβολή αποζημίωσης. Τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, η πρώτη εναγόμενη εταιρία με την από 26-1-2012 σύμβαση, ανέλαβε την εκτέλεση των εργασιών του δεύτερου σταδίου, ήτοι, μεταξύ άλλων, την εκπόνηση όλων των απαιτούμενών μελετών και των σχεδίων από τις αρχές (Κ.Ε.Ε.Π και νηογνώμονα) και τα συνεργεία, την επίβλεψη των εργασιών μετασκευής. Η συμβατική σχέση των διαδίκων αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι στην ηλεκτρονική αλληλογραφία, που ανωτέρω παρατίθεται, ο δεύτερος εναγόμενος υπό την ιδιότητα του εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης ζητεί από την ενάγουσα την αμοιβή της τελευταίας, για την εκτέλεση των εργασιών του δεύτερου σταδίου. Όσον αφορά το κονδύλιο των μισθωμάτων που η ενάγουσα κατέβαλε στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς για την πρυμνοδέτηση του πλοίου, πρέπει να γίνει δεκτό για το χρονικό διάστημα των έξι μηνών από την εγκατάλειψη του έργου, ήτοι από 4-4-2014 έως 4-10-2014, το οποίο παρίσταται εύλογο για την ολοκλήρωσή του, ανερχόμενο συνολικά στο ποσό των 9.182,16 (= 0,654 ευρώ τιμή μονάδας πρυμνοδέτησης X 78 μέτρα X 180 ημέρες), αφού για την περαιτέρω καθυστέρηση δεν είναι υπεύθυνη η πρώτη εναγόμενη, αλλά η νέα εταιρία που ανέλαβε το έργο μετασκευής (Γ. Ψ. & Σ. Ο.Ε), ενώ για το πέραν του άνω χρονικού διαστήματος, η αγωγή ως προς το εν λόγω κονδύλιο πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού δε συνδέεται αιτιωδώς με την εγκατάλειψη του έργου από την πρώτη εναγόμενη, κρίση που ενισχύεται από το γεγονός ότι η ενάγουσα με την με αριθμό ... αγωγή της κατά της εταιρίας Γ. Ψ. & Σ. Ο.Ε, ζητά μέρος των αιτούμενων με την κρινόμενη αγωγή μισθωμάτων και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 5-12-2014 έως και 7-12-2015. Συνεπώς, οι εναγόμενοι είναι υπόχρεοι προς αποκατάσταση της ζημιάς συνολικού ποσού 26.336,66 (= 9.182,16 + 17.154) ευρώ, που υπέστη η ενάγουσα, από την προπεριγραφείσα παράνομη συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης, η οποία αντίκειται στο κατά το άρθρο 914 του ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος άλλον, υφίσταται δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του προαναφερθέντος επιζήμιου αποτελέσματος, ήτοι της επέλευσης της άνω ζημίας της ενάγουσας, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας της εγκατάλειψης του έργου από την πρώτη εναγόμενη και της καθυστέρησης της μετασκευής του πλοίου για έξι μήνες (για το χρονικό διάστημα πέραν των έξι (6) μηνών υπαίτια της καθυστέρησης ήταν η εταιρία που ανέλαβε στη συνέχεια τη μετασκευή του πλοίου), επλήγη η φήμη της ενάγουσας εταιρίας, που δραστηριοποιείται κυρίως στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης, λόγω της αδυναμίας της έγκαιρης παράδοσης του αναληφθέντος έργου προς την πλοιοκτήτρια εταιρία και της εξ αυτής αδυναμίας δρομολόγησης του πλοίου σύμφωνα με τον προγραμματισμό της πλοιοκτήτριας εταιρίας, τον Ιούνιο του έτους 2014. Επομένως, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες τέλεσης της άνω αδικοπραξίας, η έκταση της βλάβης και η βαρύτητα του πταίσματος του εκφράζοντος τη βούληση της δεύτερης των εναγόμενων διαχειριστή της, πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της προσβολής της φήμης της, ποσό, το οποίο κρίνεται εύλογο, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση. Συνεπώς, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν έκαστος εις ολόκληρον στην ενάγουσα το ποσό των 27.366,66 (26.366,66 + 1.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 27.336, 66 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914, 932 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των πιο πάνω κανόνων δικαίου, δεδομένου ότι, ειδικότερα, η παρασχεθείσα από την πρώτη αναιρεσείουσα, διά του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερου αναιρεσείοντος, διαβεβαίωση ότι θα ολοκληρώσει το έργο, ενώ ήδη είχε αποφασίσει την εγκατάλειψή του, προκειμένου να επιτύχει την είσπραξη από την αναιρεσίβλητη της συμφωνηθείσας αμοιβής, συνιστά, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τη σύμβαση, παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας, αφού έρχεται σε αντίθεση με το γενικότερο πνεύμα και τις επιταγές της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μη βλάπτει κάποιος τα συμφέροντα άλλου, τελεί δε η συμπεριφορά αυτή σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στην αναιρεσίβλητη ζημία, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη αυτή, την οποία και επέφερε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και να δικαιολογείται, έτσι, η εν μέρει παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης. Εξάλλου, το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ήτοι α) αναφέρεται η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης εταιρίας, που εκδηλώθηκε δια του νομίμου εκπροσώπου της, ήτοι να διαβεβαιώσει την ενάγουσα ότι θα ολοκληρώσει το επίδικο έργο, του οποίου την εγκατάλειψη είχε ήδη αποφασίσει, προκειμένου να επιτύχει την είσπραξη της συμφωνηθείσας αμοιβής, που έρχεται σε αντίθεση με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξης που επιβάλλει την υποχρέωση να μη βλάπτει κάποιος τα συμφέροντα του άλλου, β) προσδιορίζεται επακριβώς η ζημία της ενάγουσας από την αδικοπραξία των εναγομένων και ο αιτιώδης σύνδεσμος της ζημίας αυτής με την παράνομη και υπαίτια πράξη των εναγομένων, γ) προσδιορίζονται επακριβώς τα στοιχεία της συρροής της αδικοπρακτικής ευθύνης με την συμβατική ευθύνη, με τη ρητή αναφορά της διαβεβαίωσης της εναγομένης, ότι θα ολοκληρώσει το έργο, αν και είχε αποφασίσει να το εγκαταλείψει, με σκοπό να εισπράξει την συμφωνηθείσα αμοιβή, δ) καθορίζονται επακριβώς τα στοιχεία που καθορίζουν την εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με τον χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, το ανωτέρω πόρισμα του δικαστηρίου υποστηρίζεται ιδίως από τις ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι ότι: α) δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι με την από ... επιστολή του εκπροσώπου της ενάγουσας, ο τελευταίος είχε άρει την εμπιστοσύνη στο πρόσωπό τους και ότι οι περιεχόμενοι στην επιστολή ισχυρισμοί έθεσαν σε κίνδυνο την επαγγελματική τους αξιοπιστία, β) τούτο διότι ο δεύτερος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, καίτοι ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση της επιστολής στις 10-12-2013, στην ηλεκτρονική αλληλογραφία που ακολούθησε με την ενάγουσα έως τις 10-2-2014, ουδέν αναφέρει για την ανωτέρω επιστολή, υπόσχεται δε ότι θα προχωρήσουν οι εργασίες με την εκπόνηση σχεδίων και ζητά το διακανονισμό της αμοιβής της πρώτης εναγομένης από την ενάγουσα, γ) στην από 23-12-2013 ηλεκτρονική επιστολή, ουδέν αναφέρει περί άρσης της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, αλλά αντίθετα αναφέρεται στην απαιτούμενη σχέση προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλή πορεία του έργου κατασκευής, γνωστοποιώντας ότι δεν έχουν συνταχθεί μόνο τα σχέδια για τα οποία δεν δόθηκαν τα απαιτούμενα στοιχεία, δ) η εναγομένη έχοντας αποφασίσει να εγκαταλείψει το έργο ήδη από το Δεκέμβριο του 2013, ψευδώς διαβεβαίωνε την ενάγουσα για την πρόοδο των εργασιών και την εκπλήρωση του έργου, προκειμένου να πετύχει την είσπραξη του υπολοίπου της αμοιβής της, ύψους 17.154,50 ευρώ, εάν και είχε προαποφασίσει την εγκατάλειψη του έργου, εξαιτίας των δυσχερειών που εμφανίστηκαν σχετικά με την εκτέλεση των εργασιών μετασκευής του πλοίου από εμπορικό σε οχηματαγωγό 400 ατόμων (επιβάτες και πλήρωμα), για την αντιμετώπιση των οποίων υπήρχαν διαφωνίες με την ενάγουσα, σχετικά με την μετακίνηση του καταπέλτη, τα συστήματα ασφαλείας κλπ., καθώς και του αναγκαίου χρόνου επίλυσής τους, που σαφώς υπερέβαινε κατά πολύ αυτόν της αρχικής πρόβλεψης των 8 και εν συνεχεία των 13 μηνών, αλλά και τις κακές σχέσεις των διαδίκων, που οφείλονταν στην καθυστέρηση της πρώτης εναγομένης στην εκπόνηση των απαιτούμενων σχεδίων για την μετασκευή του πλοίου, ε) κατά την εγκατάλειψη του πλοίου, μετά από ένα έτος από την έναρξη των εργασιών υπήρχαν εκκρεμότητες για πολλά από τα συστήματά του, που αναφέρονται ειδικότερα, στ) οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί εγκατάλειψης του έργου εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητας του δεύτερου και της φήμης της πρώτης, καθώς και της καθυστέρησης του έργου για λόγους που αφορούν την ενάγουσα, κρίνονται ως προσχηματικοί, αφού διαφορετικά θα επιδίωκαν οπωσδήποτε από τον Δεκέμβριο του 2013, τη δήλωση αποκατάστασης της φήμης τους, ενέργειες στις οποίες προέβησαν μετά την εγκατάλειψη του έργου (υποβολή μήνυσης και κατάθεση αγωγής), είτε με την άμεση εγκατάλειψη του έργου, ζ) ουδέν συνέβη μεταξύ των διαδίκων κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2013, οπότε περιήλθε σε γνώση του δεύτερου εναγόμενου το περιεχόμενο της από ... επιστολής, έως και τον Απρίλιο του 2014, που εγκαταλείφθηκε η εκτέλεση του έργου, το οποίο να κατέστησε αδύνατη την ομαλή συνέχιση της εκτέλεσής του, ώστε να δικαιολογείται, η διακοπή των εργασιών αυτού, πλην του γεγονότος ότι κατέστη αντιληπτό ότι δεν πρόκειται να εκτελεστεί το έργο εμπρόθεσμα με την παράδοση του πλοίου τον Μάιο του 2014, η) η παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης εταιρίας, εκδηλωθείσα δια του νομίμου εκπροσώπου της, ήτοι να διαβεβαιώσει ότι θα ολοκληρώσει το έργο, του οποίου την εγκατάλειψη ήδη είχε αποφασίσει, προκειμένου να επιτύχει την είσπραξη της συμφωνηθείσας αμοιβής, έρχεται σε αντίθεση με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μην βλάπτει κάποιος τα συμφέροντα του άλλου, θ) αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες τέλεσης της ως άνω αδικοπραξίας, η έκταση της βλάβης και η βαρύτητα του πταίσματος του εκφράζοντος τη βούληση της δεύτερης των εναγομένων διαχειριστή της, πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων (1000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη λόγω της προσβολής της φήμης της, ποσό, το οποίο κρίνεται εύλογο. Επομένως, οι δεύτερος (κατά το οικείο μέρος), τρίτος (κατά το οικείο μέρος), όγδοος, ένατος (κατά το οικείο μέρος), ενδέκατος και δέκατος τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, όπως προαναφέρθηκε, το πόρισμα του Εφετείου εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του. Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψη τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης. Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της" επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, η δε απόκρουση της νομιμοποίησης ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση, και όχι ένσταση. Εξάλλου, ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Τα αναγκαία για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος περιστατικά μπορούν να προταθούν και με τις προτάσεις, εκτός από την περίπτωση της αναγνωριστικής αγωγής, στην οποία το έννομο συμφέρον επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία και πρέπει η προβολή τους να γίνεται μονό με την αγωγή. Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίαση τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι στον αναιρετικό λόγο του αρ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ ΑΠ 25/2008, ΑΠ 772/2014). Περαιτέρω, ο ΟΛΠ είναι ανώνυμη εταιρία κοινής ωφελείας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και διέπεται από τον Ν. 2688/1999, τον ΚΝ 2190/1920, τον Ν. 2414/1996 και τον ΑΝ 1559/1950 καθώς και από τον κανονισμό που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση με την πράξη 996/29-11-1974 του Δ.Σ του ΟΛΠ, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 45054/15-2-1975 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας. Στο άρθρο 9 του άνω κανονισμού (και στο άρθρο 8 παρ.1 του ισχύοντος κανονισμού) ορίσθηκαν τα υπόχρεα πρόσωπα προς καταβολή των πάσης φύσεως δικαιωμάτων που βαρύνουν και παρακολουθούν το ναυπήγημα και καθορίζονται με βάση τις αποφάσεις του Δ.Σ του ΟΛΠ, που ορίζουν την τιμολογιακή πολιτική του. Έτσι, "υπόχρεοι για την καταβολή στον ΟΛΠ των προβλεπομένων από τον παρόντα κανονισμό πάσης φύσεως χρεώσεων που βαρύνουν και παρακολουθούν το ναυπήγημα είναι ο κύριος του πλοίου, ο πλοιοκτήτης, ο εφοπλιστής, ο διαχειριστής, ο κατά τον χρόνο της δημιουργίας της απαίτησης ναυτικός πράκτορας ή ο ενεργήσας ως νόμιμος εκπρόσωπος του ναυπηγήματος, ευθυνόμενοι έκαστος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον...". Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το παραθετόμενο σ' αυτή κείμενο της αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε και διέλαβε στην αγωγή της τα περιστατικά που ήταν κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής αμέσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπό της ως νομιμοποιητικού στοιχείου για την άσκηση της ένδικης αγωγής κατά των εναγομένων-αναιρεσειόντων, όσον αφορά το κονδύλιο για τη διατήρηση του ένδικου πλοίου στο εργοτάξιο το ΟΛΠ, το οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης του επίδικου έργου. Ειδικότερα, στην αγωγή εκτίθεται ότι "...λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης του έργου... η εταιρεία μας υποχρεώθηκε να διατηρήσει το πλοίο στο ως άνω εργοτάξιο... Ως εκ τούτου υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ΟΛΠ τέλη μίσθωσης... 54.141,72 ευρώ". Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εν μέρει τον ισχυρισμό αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: "Όσον αφορά το κονδύλιο των μισθωμάτων που η ενάγουσα κατέβαλε στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς για την πρυμνοδέτηση του πλοίου, πρέπει να γίνει δεκτό για το χρονικό διάστημα των έξι μηνών από την εγκατάλειψη του έργου, ήτοι από 4-4-2014 έως 4-10-2014, το οποίο παρίσταται εύλογο για την ολοκλήρωσή του, ανερχόμενο συνολικά στο ποσό των 9.182, 16 (=0,654 ευρώ τιμή μονάδας πρυμνοδέτησης x 78 μέτρα x 180 ημέρες), αφού για την περαιτέρω καθυστέρηση δεν είναι υπεύθυνη η πρώτη εναγομένη, αλλά η νέα εταιρία που ανέλαβε το έργο μετασκευής (Γ. Ψ. Κ. Σ. ΟΕ), ενώ για το πέραν του άνω χρονικού διαστήματος, η αγωγή ως προς το εν λόγω κονδύλιο, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού δεν συνδέεται αιτιωδώς με την εγκατάλειψη του έργου από την πρώτη εναγομένη, κρίση που ενισχύεται από το γεγονός ότι η ενάγουσα με την με αριθμό ... αγωγή της κατά της εταιρίας Γ. Ψ. Κ. Σ. ΟΕ, ζητά μέρος των αιτουμένων με την κρινόμενη αγωγή μισθωμάτων και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 5-12-2014 έως 7-12-2015". Έτσι, που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας και απέρριψε τον ισχυρισμό, που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στον πρώτο και το δεύτερο βαθμό της δίκης, για έλλειψη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων και έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης, ως προς το ανωτέρω κονδύλιο των οφειλομένων τελών προς τον ΟΛΠ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ. Επομένως, ο ενδέκατος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη (ΑΠ 474/2020, ΑΠ 559/2020). Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και τα οποία αναφέρει, καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2019). Επιπλέον, δεν απαιτείται η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990). Συνεπώς, εφόσον προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 165/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με το οικείο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο, χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι χωρίς αποδείξεις η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αποχώρηση των εναγομένων από το επίδικο έργο με την επίκληση ισχυρισμών περί προσβολής της προσωπικότητάς τους, ήταν προσχηματική. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σε αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποίησε, ήτοι την ανομωτί κατάθεση του δεύτερου εναγομένου, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά και, ως εκ τούτου, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1437/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο (κατά το οικείο μέρος του), πέμπτο, έκτο, έβδομο και ένατο (κατά το οικείο μέρος του) λόγους της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα που αυτή, μεταξύ άλλων, νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της και προσκόμισε στη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα: Α) για την απόδειξη του αιτιολογημένου αρνητικού ισχυρισμού τους ότι αποχώρησαν από το επίδικο έργο για σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα λόγω της δυσφημιστικής σε βάρος τους συμπεριφοράς του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης α) την από ... ένδικη επιστολή, β) την υπ' αριθμ. 513/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, γ) την υπ' αριθμ. 1145/6-12-2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, Β) για την απόδειξη του αιτιολογημένου αρνητικού ισχυρισμού του ότι αποχώρησαν από το επίδικο έργο για τον ίδιο ως άνω σπουδαίο λόγο α) την από 4-6-2014 ένορκη κατάθεση του Χ. Τ., ενώπιον της πταισματοδίκου Αλεξανδρούπολης, β) την υπ' αριθμ. 513/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, μετά των πρακτικών της, Γ) για την απόδειξη του αιτιολογημένου αρνητικού ισχυρισμού τους ότι αποχώρησαν από το επίδικο έργο για τον ίδιο ως άνω σπουδαίο λόγο α) την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του Δ. Μ., ενώπιον της ειρηνοδίκου Πειραιώς, β) την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του Α. Μ., ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς, Δ) για την απόδειξη του αρνητικού ισχυρισμού τους ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση του επίδικου έργου οφειλόταν αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη, α) 24 e-mails που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων από 23-1-2013 έως τον Μάρτιο 2013, β) 6 e-mails που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων από 31-5-2013 έως 7-2-2014, γ) 10 e-mails που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων από 1-5-2013 έως τον Μάρτιο 2014, δ) 14 e-mails που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων από 29-4-2013 έως 8-11-2013 και ε) τα e-mails που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων από 30-4-2013 έως 6-3-2014, στ) τις αλλαγές σχεδίων κλιμακοστασίου εισόδου επιβατών, ζ) τις από 14-2-2014 παρατηρήσεις σε Γ., η) την από 25-2-2014 ηλεκτρονική επιστολή της ενάγουσας, και Ε) για την απόδειξη του αρνητικού ισχυρισμού της έλλειψης των προϋποθέσεων της ένδικης αδικοπραξίας α) την από ... επιστολή του Φ. Μ., β) την υπ' αριθμ. 142/14-3-2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, που περιέχει την κατάθεση του μάρτυρος Χ. Τ., γ) την από 4-4-2014 ένορκη κατάθεση του Χ. Τ., ενώπιον του ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης, δ) τις ένορκες καταθέσεις και βεβαιώσεις των μαρτύρων των αναιρεσειόντων. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τις ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα φερόμενα από τους αναιρεσείοντες ως αγνοηθέντα παραπάνω έγγραφα. Συνεπώς, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από αυτά που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008). Δεν υπάρχει, συνεπώς, παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται σ' αυτό (ΑΠ 196/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και δέκατο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, παραμόρφωσε με την απόφασή του αυτή το περιεχόμενο α) της από ... επιστολής του Φ. Μ. προς το Επιμελητήριο Έβρου, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ενώπιον του οι αναιρεσείοντες, καθόσον παρέλειψε να αναγνώσει το τμήμα του, στο οποίο αναφέρεται που περιελάμβανε σε βάρος τους συκοφαντικές δυσφημήσεις και έτσι έδωσε σ' αυτό καταδήλως διαφορετικό περιεχόμενο σχεδόν επιστημονικού ενδιαφέροντος και β) το υπ' αριθμ. 037/20-2-2014 έγγραφο με το οποίο ο πρώτος αναιρεσείων ενημέρωνε τον ΟΛΠ ότι συνεχίζονται οι εργασίες μετασκευής αναφέροντας μεταξύ άλλων: "...4)-προγραμματίζεται ανάθεση μηχανουργικών εργασιών, 5)- προγραμματίζεται η ανάθεση μηχανουργικών εργασιών κλιματισμού...", καθόσον δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες προγραμμάτιζαν την ανάθεση μηχανουργικών εργασιών, ενώ το αληθές περιεχόμενό του ήταν ότι οι αναιρεσείοντες, ως τεχνικό ναυπηγικό γραφείο, δεν είχαν καμία ανάμειξη στην οποιαδήποτε ανάθεση εργασιών ή στην εξεύρεση συνεργείων για την ολοκλήρωση του έργου, που ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα της αναιρεσίβλητης. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ήτοι ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα έχοντας αποφασίσει να εγκαταλείψει το προαναφερόμενο έργο ήδη από το Δεκέμβριο του 2013, ψευδώς διαβεβαίωνε την ενάγουσα για την πρόοδο των εργασιών και την ολοκλήρωση του έργου, προκειμένου να πετύχει την είσπραξη του υπολοίπου της αμοιβής της, εάν και είχε προαποφασίσει την εγκατάλειψη του έργου, λόγω των δυσχερειών που εμφανίστηκαν, σχετικά με την εκτέλεση εργασιών μετασκευής του πλοίου από εμπορικό σε οχηματαγωγό, χωρίς να παραλείψει να αναγνώσει όλο το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων και να το λάβει συνολικά υπόψη του. Το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων. Εκτός τούτου, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη συναγωγή του παραπάνω αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ανωτέρω έγγραφα, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, ήτοι "την ανομωτί κατάθεση του δεύτερου εναγομένου... την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση... την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση... την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση... καθώς και από όλα γενικά τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Έξοδα δεν επιδικάζονται, αφού ο αναιρεσίλβητος, που νίκησε, δικάστηκε ερήμην και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκε σε έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-8-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ