Αριθμός 1435/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 66/2013 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Δήμητρα Μπουρνάκα, Μαρία Βασιλάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου) και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Α. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 38259/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2012 και επιδοθείσα την 14 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 61/2013. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Παντιώρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή, με αριθμό 85/22-3-2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "I) Το Δ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 38259/24-7-2012 απόφασή του απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του Χ. Α. κατά της υπ' αριθμ. 42686/2012 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε στις 14-12-2012 από τον κατηγορούμενο, ή μάλλον για λογαριασμό του η υπό κρίση αναίρεση και δη η από 10-12-2012 τοιαύτη και με επίδοση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου από την Λουκία Κατωπόδη, η οποία υπογράφει την ρηθείσα αναίρεση ως πληρεξούσια δικηγόρος, χωρίς να γίνεται καν αναφορά τυχόν υπάρχοντος πληρεξουσίου, ούτε κατά την κατάθεση της υπό κρίση αναίρεσης προσκομίσθηκε πληρεξούσιο έγγραφο. II) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476 §1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο επομένως και η αναίρεση [άρθρο 462 ΚΠΔ] ασκήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που επιτάσσει ο νόμος για την νομική άσκησή του, είναι απαράδεκτο χωρίς άλλο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 465 §1 ιδίου Κώδικα "ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση". Στις περιπτώσεις άσκησης ένδικου μέσου ... κατά αποφάσεως όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε 20 ημέρες από την άσκησή του. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 ΠΔ ...". Από την άνω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση όταν ασκήθηκε από πρόσωπο που εμφανίζεται ως πληρεξούσιος του δικαιουμένου σε άσκησή του χωρίς να προσκομίζεται σχετικό πληρεξούσιο βλ. ΑΠ 1164/2003, ΑΠ 1301/2004, ΑΠ 1227/2004 κ.α. βλ. και ΑΠ 271/2006, ΑΠ 12/2002 κ.α - αφετέρου δε είναι απαράδεκτη η αναίρεση και εάν δεν προσκομισθεί το υπάρχον κατά το χρόνο ασκήσεώς της πληρεξούσιο μέσα σε 20 ημέρες από την άσκησή της [όταν η κατ' αυτής απόφαση δημοσιεύτηκε απόντος του διαδίκου]- βλ. ΑΠ 713/2003, ΑΠ 2197/2004, ΑΠ 845/2006, ΑΠ 1813/2006 κ.α. Και ναι μεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι δυνατή η προσκόμιση του υπάρχοντος κατά τον χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου πληρεξουσίου, και μετά το 20ήμερον, εφόσον όμως υπάρχουν λόγοι ανωτέρας βίας προς τούτο οι οποίοι και πρέπει να αναφέρονται [βλ. ΑΠ 65/2001 Π. Χρον. ΝΑ σελ. 694 Μαργαρίτη - Ένδικα μέσα (2000) σελ. 142]. Διαφέρει όμως της περίπτωσης αυτής όταν ασκείται το ένδικο μέσο από πληρεξούσιο που δεν έχει πληρεξουσιότητα, ότε δεν είναι δυνατή η επίκληση ανωτέρας βίας προς δικαιολόγηση της ελλείψεως πληρεξουσιότητας [βλ. και ΑΠ 987/2000 Π.Χρον. ΝΑ σελ. 234, Μαργαρίτη Ο.Π. (2012) σελ. 150]. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 473 §2 ΚΠΔ "Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση ... επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι αυτή έχει εφαρμογή όταν ασκείται η αναίρεση μόνο κατά καταδικαστικής απόφασης, ήτοι κατά απόφασης η οποία κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο και του επιβάλλει την νόμιμη ποινή [βλ. ΑΠ 5/2000 Ολ.ΑΠ 51/2003, ΑΠ 2378/2005 κ.α] τέτοια όμως δεν είναι αυτή που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη [βλ. και ΑΠ 1394/2009, ΑΠ 669/2001, ΑΠ 2260/2002, ΑΠ 155/2003 κ.α Ζησιάδη Ποινική τομ. γ' σελ. 317]. Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν δικαιούται στην άσκησή της αφού δεν είχε κατά την άσκησή της σχετική πληρεξουσιότητα από τον δικαιούμενο, αφετέρου ασκήθηκε κατά τρόπον που δεν του επιτρέπει ο νόμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 10-12-2012 αναίρεση του Χ. Α. κατά της 38259/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, να καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρο 473 §2 εδ. α'Κ.Π.Δ. "Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ.2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1 ..." και κατ' άρθρο 474 §1 εδ.α' ιδίου Κώδικος "Με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ.2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος". Εκ των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνο με δήλωση στον γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, ήτοι κατ' εξαίρεση ή αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που κατεδικάσθη όχι μόνο με δήλωση ενώπιον των αρμοδίων προσώπων που ορίζονται στη διάταξη του άνω άρθρου 474 §1 Κ.Π.Δ., αλλά και με δήλωση αυτού (καταδικασθέντος), η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών με την αναγκαία προϋπόθεση ότι η απόφαση είναι καταδικαστική. Τοιαύτη απόφαση είναι εκείνη η οποία επιβάλλει στον κατηγορούμενο, ο οποίος εκηρύχθη ένοχος, ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή (ΑΠ. Ολομ. 5/2000). Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη ή ανυποστήρικτη δεν είναι καταδικαστική, διότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αλλ' αντίθετα διαπιστώνει το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Εξ άλλου στο άρθρο 465 §1 ΚΠΔ ορίζεται ότι "Ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ.1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση" και στην παράγραφο 2 "Το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση ...". Περαιτέρω κατ' άρθρο 476 §1 εδ.α Κ.Π.Δ. "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ή συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο ..." και κατά το άρθρο 513 §1 εδ.α ιδίου Κώδικος "Αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη". Στην προκειμένη περίπτωση δια της κρινομένης από 10/12/2012 αιτήσεως αναιρέσεως, ασκηθείσης δια δηλώσεως επιδοθείσης εις τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 14/12/2012, προσβάλλεται η απόφαση υπ' αριθμ. 38259/2012 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 42686/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως ανυποστήρικτη. Εν όψει όμως ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση αναιρέσεως ανεπιτρέπτως ησκήθη, δια δηλώσεως επιδοθείσης εις τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να απορριφθέι ως απαράδεκτη μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος και την μη εμφάνισή του, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 476 §1, 583 §1 Κ.Π.Δ.). Αυτά, ανεξαρτήτως του ότι η υπογράφουσα την αίτηση δικηγόρος Λουκία Κατωπόδη ως πληρεξουσία δικηγόρος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, που την ασκεί, ουδέν προσεκόμισε πληρεξούσιο, δεν ήτο δε η παραστάσα στο Εφετείο, αφού τότε ουδείς είχε παραστεί, ενώ αυτή και αν ακόμη ενήργει, είτε κατά την §1, είτε κατά την §2 του άρθρου 465, δεν θα ηδύνατο να ασκήσει την αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10/12/2012 επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 14/12/2012, αίτηση του Χ. Α. του Ι., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 38259/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2013. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ