Αριθμός 1564/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σακελλάκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Π. του Σ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζορμπά, για αναίρεση της υπ'αριθ.376/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Αυγούστου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1012/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ' του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία, τέτοιο δε είναι και ο αριθμός πλαισίου αυτοκινήτου. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην (ουσιαστικού δικαίου) διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως 376/2013 του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος πλημμεληματικής πλαστογραφίας και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, αφού κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο κλοπής, δηλαδή του ότι "αφαίρεσε από την κατοχή της εταιρίας με την επωνυμία " …", ενα Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο μάρκας Mitsubishi L200 με αριθμό κυκλοφορίας …, αριθμό πλαισίου MMBONK6404DO60178 και αριθμό κινητήρα 4D56BR8887, έτους κατασκευής 2004 με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα", μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "στα .., και σε άγνωστο χρόνο, πάντως κατά το χρονικό διάστημα από 30.9.2005 μέχρι 16.5.2006 με πρόθεση, νόθευσε έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, απόσβεσε τα ψηφία του αριθμού κινητήρα του παραπάνω αυτοκινήτου, όπως η πράξη του αυτή περιγράφεται παραπάνω, ήτοι του αριθμού κινητήρα 4D56BR8887, με σκοπό να τοποθετήσει αυτόν (κινητήρα) στο πλαίσιο άλλου αυτοκινήτου και έτσι να παραπλανήσει τους τρίτους σχετικά με την προέλευση του". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω αδικήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην άνω διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1α του ΠΚ, που εφήρμοσε, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δεν ήταν απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ανωτέρω αναιρεσείοντα και προκειμένου να είναι σαφής και πλήρης η αιτιολογία της να διαλάβει στην απόφασή του παραδοχές για επί πλέον περιστατικά όπως παραπονείται ο αναιρεσείων ότι δεν ελέγχθηκαν ή ότι παραλείπεται ο προσδιορισμός των, ούτε περιέχει ασάφειες και λογικά κενά ή άλλες ελλείψεις που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, παρά τα όσα αβασίμως περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στον πρώτο λόγο αναιρέσεως. Από τη μνεία, ειδικότερα, στην αρχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καθολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι σε επιλεκτική ορισμένων από αυτά. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αυτού πρώτου λόγου, με τις οποίες, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω (επισημαινόμενα) αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι αυτές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Περαιτέρω, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται για έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Για να επέλθει, όμως, η, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή του σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί. Κατά την διάταξη του άρθρου 353 του ΚΠοινΔ "1. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης είναι δυνατό να προσέλθει μάρτυρας που δεν κλητεύθηκε ή του οποίου το όνομα δεν γνωστοποιήθηκε, και τη μαρτυρία του τη θεωρεί αναγκαία, μπορεί να διατάξει την άμεση εμφάνιση και εξέτασή του. 2. Το δικαστήριο διατάσσει τη βίαιη προσαγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 231 παρ. 4, των μαρτύρων που κλητεύθηκαν για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, αν οι μάρτυρες αυτοί κατοικούν στην έδρα του δικαστηρίου και δεν προσέρχονται από απείθεια.... 4. Η συνεδρίαση μπορεί να διακοπεί μέχρι δεκαπέντε το πολύ ημέρες προκειμένου να εμφανιστούν ή να προσαχθούν οι μάρτυρες σ' αυτήν". Κατά δε την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδάφ. β' του ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στην διαδικασία της εκκλήτου δίκης: "Εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και κατ' αντιδιαστολή προς την διαδικασία της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου επιτρέπεται και διακοπή της συνεδριάσεως κατά το άρθρο 353 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκειμένου να βρεθούν και προσέλθουν με βιαία προσαγωγή κατά τη διάρκεια αυτής οι κλητευθέντες ως άνω ουσιώδεις μάρτυρες, συνάγεται ότι στην δίκη ενώπιον του κατ' έφεση δικάζοντος εφετείου δεν επιτρέπεται βιαία προσαγωγή μη κλητευθέντων μαρτύρων, ούτε διακοπή της δίκης προκειμένου να κληθούν και προσέλθουν να εξετασθούν μη κλητευθέντες από τον εισαγγελέα μάρτυρες, των οποίων η εξέταση είναι επιτρεπτή μόνον εάν ευρίσκονται στο ακροατήριο και αν κρίνει το δικαστήριο, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατ' αίτηση του εισαγγελέως ή των διαδίκων, ότι πρέπει να εξετασθούν. Συνεπώς για το ορισμένο του αιτήματος του κατηγορουμένου για εξέταση, στην κατ' έφεση δίκη, μη κλητευθέντος από τον εισαγγελέα μάρτυρα, πρέπει ο κατηγορούμενος να δηλώσει ότι ο εξεταστέος μάρτυρας ευρίσκεται στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την διαρκούσης της δίκης βιαία προσαγωγή του μάρτυρα Γ. Χ. Τ., αίτημα το οποίον εμπεριέχει δήλωση ότι αυτός δεν ευρίσκετο στο ακροατήριο. Συνεπώς ο κατηγορούμενος υποβάλλοντας το αίτημα αυτό δεν άσκησε δικαίωμα που του παρείχετο ρητώς από τον νόμο και συνεπώς η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει δεν προκάλεσε ακυρότητα. Συνεπώς ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 364 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ. Η έλλειψη όμως ακροάσεως προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή προτάσεως, που να συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει κατ' εκτίμηση στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν απήντησε επί του αιτήματος που υπέβαλε γραπτώς και ανέπτυξε προφορικά για ανάγνωση των σ' αυτό εγγράφων, παρόλον που εγχειρίσθηκαν αυτά νόμιμα στην διευθύνουσα τη συζήτηση, και ναι μεν από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου εγχείρησε για την αναγραφή στα πρακτικά έγγραφο, στο οποίο υπήρχε και αίτημα ν' αναγνωσθούν τα επικαλούμενα επίσης, στο υποβληθέν έγγραφο, δύο έγγραφα, όμως στα πρακτικά της δίκης δεν αναφέρεται ότι τα έγγραφα αυτά πράγματι εγχειρίστηκαν στην Πρόεδρο, ενώ δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η διόρθωση των πρακτικών ούτε προσβλήθηκαν αυτά ορισμένως για πλαστότητα. Ειδικότερα αφού: α) την ευθύνη τηρήσεως και ακριβείας των πρακτικών έχει ο γραμματέας της έδρας, αλλά τελεί υπό την εποπτεία του προεδρεύοντος, του οποίου και η γνώμη υπερισχύει σε περίπτωση διαφωνίας τους για καταχωρούμενο ζήτημα, οποιαδήποτε δε παραδρομή ή παράλειψη του γραμματέα κατά την τήρηση των πρόχειρων πρακτικών, μετά και από συνεννόηση με τον προεδρεύοντα, μπορεί να αποκατασταθεί μέχρι να καθαρογραφούν τα επίσημα πρακτικά, χωρίς καμία διαδικασία διόρθωσης του άρθρου 145 ΚΠοινΔ, β) ο αναιρεσείων δεν ζήτησε εντός της προβλεπομένης 20ημέρου προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμμένων πρακτικών, τη διόρθωση των νυν για πλαστότητα προσβαλλομένων πρακτικών, γ) ο αναιρεσείων, για απόδειξη της επικαλουμένης πλαστότητας των πρακτικών, ουδέν προσάγει ως αποδεικτικό στοιχείο, στο παρόν δικαστήριο και δ) δεν κατονομάζεται πλαστογράφος, το παρόν δικαστήριο ερευνώντας την αμφισβητούμενη γνησιότητα των πρακτικών, άγεται σε κρίση ότι δεν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις πλαστογραφίας των καθαρογραμμένων πρακτικών και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής της παρούσας αναιρετικής δίκης ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία (αρ. 338 παρ. 2 ΚΠοινΔ), ούτε διαβιβάσεως κατ' άρθρο 38 του ΚΠοινΔ της υποθέσεως πλαστογραφίας στον αρμόδιο εισαγγελέα. Χωρίς όμως την παραπάνω προϋπόθεση δεν θεμελιώνεται έλλειψη ακροάσεως του αναιρεσείοντος για τον προαναφερόμενο λόγο, ο οποίος συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, και συνεπώς ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' τρίτος λόγος της αναιρέσεως που στηρίζεται αποκλειστικά στην παραπάνω προβαλλόμενη πλαστότητα των καθαρογραμμένων αυτών πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία θεωρεί πλέον ως γνήσια το δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος κατά το άρθρο 504 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται κατά του περί αποδόσεως ή δημεύσεως μέρους της αποφάσεως στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 492, κατά δε το άρθρο 492 του ΚΠοινΔ κατά του περί αποδόσεως των αφαιρεθέντων και πειστηρίων και περί δημεύσεως μέρους αποφάσεως επιτρέπεται έφεση στον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο του οποίου τις αξιώσεις έκρινε η απόφαση. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 60 παρ. 1, 280, 310 παρ. 2 και 373 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να κρίνει για την τύχη των κατασχεθέντων πραγμάτων και για ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης και με την τελειωτική απόφασή του υποχρεούται και αυτεπαγγέλτως να διατάσσει την επικύρωση της κατασχέσεως ή την άρση της κατασχέσεως και την απόδοση των μη υποχρεωτικώς κατά νόμο δημευτέων πραγμάτων, που αφαιρέθηκαν και των πειστηρίων που κατασχέθηκαν ή παραδόθηκαν κατά την ανάκριση και δεν έγινε άρση της κατασχέσεώς του, κατά το άρθρο 268 του αυτού Κώδικα στον από την διαδικασία αποδεικνυόμενο ιδιοκτήτη τους, κατά το άρθρο 1000 του ΑΚ και όχι σε εκείνον στα χέρια του οποίου κατασχέθηκαν, αδιαφόρως αν ο καθού η κατάσχεση ή ο εκουσίως παραδώσας στην ανάκριση τα πράγματα κατείχε αυτά νομίμως μέχρι την κατάσχεση ή άσκησε νομίμως δικαίωμα επισχέσεως. Κατά το άρθρο 463 ΚΠοινΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως έννομο συμφέρον για την άσκηση του ενδίκου μέσου έχει ο δικαιούμενος να ασκήσει αυτό: α) όταν υφίσταται βλάβη από την προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή όταν επέρχεται εις βάρος του οποιαδήποτε δυσμενής συνέπεια και β) όταν επιδιώκει ορισμένο ίδιον όφελος από το ένδικο μέσο, δηλαδή όταν επιδιώκει βελτίωση της θέσεως του ιδίου. Σε περίπτωση ελλείψεως εννόμου συμφέροντος το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, ως ασκηθέν από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα (άρθρ. 476 παρ.1 ΚΠοινΔ). Αν από τη διαδικασία δεν προκύπτει ποιος συγκεκριμένα είναι ο ιδιοκτήτης τους, το δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει αορίστως την εις τον ιδιοκτήμονα απόδοση, αλλά οφείλει να απόσχει όπως αποφανθεί περί της αποδόσεως, διατάσσοντας μόνο την εξακολούθηση της κατασχέσεως και της φυλάξεως μέχρις ότου το ζήτημα της κυριότητας λυθεί από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, στο οποίο και πρέπει να προσφύγει εκείνος που αξιώνει τον εαυτόν του ως κύριο. Εξ άλλου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ ως λόγοι αναιρέσεως της αποφάσεως μπορούν να προταθούν μόνον οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 αυτού, μεταξύ των οποίων υπό στοιχείο Η και η υπέρβαση εξουσίας, που υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, ενώ στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι εκτός από τους πιο πάνω λόγους μπορούν να προταθούν σε ότι αφορά το πολιτικό μέρος της αποφάσεως και το σχετικό με την απόδοση όσων αφαιρέθηκαν και των πειστηρίων και οι λόγοι αναιρέσεως οι οποίοι καθορίζονται από την πολιτική δικονομία. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, αφού κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο της κλοπής του άνω αυτοκινήτου και ένοχο πλαστογραφίας, δι' αποσβέσεως του αριθμού του κινητήρα του, διέταξε την απόδοση του κινητήρα, της καμπίνας επιβατών, της καρότσας και των ελαστικών του άνω κατασχεθέντος αυτοκινήτου στην εταιρία " …", την οποία προσδιόρισε ως ιδιοκτήμονα. Ο αναιρεσείων πλήττει την διάταξη αυτή με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, διότι παρότι η άνω εταιρία δεν ζήτησε την απόδοσή των ανωτέρω σε αυτήν, το δικαστήριο της επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι είναι κύριος του αυτοκινήτου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 13/28-8-2013 αίτηση του Δ. Π. του Σ. για αναίρεση της 376/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ