Αριθμός 1212/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΤΡΩΜΑΤΟΠΟΙΪΑ ΑΒΕΕ" και το διακριτικό τίτλο "MEDIA STROM", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λάμπρου και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Ρήγου και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1864/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/7/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 11/4/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25/7/2012 αιτήσεως της εταιρείας "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΤΡΩΜΑΤΟΠΟΙΪΑ ΑΒΕΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1864/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Kατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και τους λόγους της εφέσεως, δηλαδή τις αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται ότι συνεπεία του σφάλματος αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το Εφετείο, λόγω του κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι βάσει των τυχόν αποδιδομένων ειδικοτέρων σφαλμάτων εκτιμήσεως. Τυχόν αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφερόμενη στο ορισμένο ή μη, είτε της αγωγής είτε της έφεσης, ελέγχεται αναιρετικά, με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ. Δικ, σύμφωνα με την οποία, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δκαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της αναιρεσείουσας την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητούσε την καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω άκυρης απόλυσής του. Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, είχε, μεταξύ άλλων, προτείνει την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι ο ενάγων από κακοβουλία παρέλειψε να εργασθεί, ενώ μπορούσε ευχερώς να ανεύρει αλλού εργασία. Η ένσταση αυτή έγινε δεκτή και ως κατ' ουσία βάσιμη και απορρίφθηκε, εκ του λόγου τούτου η αγωγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατά της πρωτόδικης απόφασης, ο ενάγων άσκησε έφεση, με την οποία και με τους δύο λόγους της, παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αναφέροντας αναλυτικά και διεξοδικά, για ποιους λόγους έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή του και να απορριφθεί η περί καταχρηστικής ασκήσεως αυτής ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Επομένως, το εφετείο, με το να κρίνει την έφεση, ως παραδεκτή και ορισμένη, δεν έσφαλε και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού. Όμως και το πιο πάνω δικαίωμα για τους μισθούς υπερημερίας (όπως κάθε δικαίωμα) απαγορεύεται να ασκείται καταχρηστικά, ήτοι καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του (άρθρο 281 ΑΚ). Τέτοια περίπτωση υπάρχει (και) όταν ο μισθωτός για να λάβει το μισθό του από τον υπερήμερο εργοδότη (χωρίς φυσικά να εργασθεί) παραμένει με τη θέλησή του για μακρό χρονικό διάστημα άνεργος και αποφεύγει, αδικαιολόγητα και κακόβουλα, να φροντίσει για ανεύρεση άλλης εργασίας. Η συμπεριφορά αυτή του μισθωτού μπορεί να καλύπτει ολόκληρο το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του ή και να εκδηλώνεται σε ορισμένο χρόνο, εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, οπότε το δικαίωμά του, για καταβολή μισθών υπερημερίας καταλύεται από το χρονικό αυτό σημείο και εντεύθεν, η δε μεταγενέστερη συμπεριφορά του, ακόμη και αν δεν περιέχονται σ' αυτήν τα ανωτέρω στοιχεία της καταχρηστικότητας σε σχέση με την ανεύρεση εργασίας, δεν ασκεί καμία επιρροή και δεν αίρει τις συνέπειες της προηγηθείσας καταχρηστικής συμπεριφοράς. Απαιτείται, όμως, ενώ μπορεί ο εργαζόμενος να ανεύρει εύκολα και να προσφέρει την εργασία του σε άλλον εργοδότη, να προτιμά να αξιώνει την πληρωμή μισθών υπερημερίας, η δε απόφαση, για να έχει επαρκείς αιτιολογίες, που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 559 περ. 19 Κ.Πολ.Δικ., ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ, να εξειδικεύει (με την παραδοχή αντίστοιχων πραγματικών περιστατικών) πως ο αξιών τους μισθούς υπερημερίας ενάγων απέφυγε, αδικαιολόγητα και κακόβουλα, να φροντίσει για ανεύρεση εργασίας, προσδιορίζοντας συγκεκριμένους εργοδότες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) στους οποίους θα ήταν δυνατό να εργασθεί, πράγμα που με τη θέλησή του, αδικαιολόγητα και κακόβουλα απέφυγε να πράξει. Η αναφορά μόνο περιγραφικών και αξιολογικών εκφράσεων δεν συνιστά, από την άποψη αυτά, επαρκή αιτιολογία. Περαιτέρω, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 διατάξεως του Κ.Πολ.Δικ., όταν τα περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό, καθόσον ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι η έκθεση των περιστατικών, θετικών ή αρνητικών, που είναι τα στοιχεία της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού και όχι η αιτιολόγηση του από τις αποδείξεις εξαγομένου συμπεράσματος. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων προσλήφθηκε την 1.5.1989 από την εναγομένη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί στο τμήμα πωλήσεων της εφεσίβλητης, με την ειδικότητα του Διευθυντή Πωλήσεων. Η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα στις 21.12.2001. Με την 2298/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη με την 6622/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και αμετάκλητη με την 1540/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε η ως άνω καταγγελία καταχρηστική και επομένως άκυρη, και επιδικάστηκαν στον ενάγοντα μισθοί υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 21.12.2001 έως 18.9.2003 καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεώς της. Ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 19.9.2003 έως 7.12.2004 που καταγγέλθηκε για 2η φορά η σύμβαση, δεν κατόρθωσε να ανεύρει άλλη εργασία ανάλογη εκείνης που είχε στην εναγομένη και ανάλογη των προσόντων και των ικανοτήτων του. Ειδικότερα, κατά το διάστημα αυτό ο ενάγων, που ήταν τότε 56 ετών περίπου, είχε κινηθεί στο χώρο αγοράς εργασίας, αποστέλλοντας βιογραφικά σημειώματα σε διάφορες εταιρίες οι οποίες του απάντησαν αρνητικά, για το λόγο ότι είχε περισσότερα προσόντα απ' αυτά που απαιτούνταν με συνέπεια την υψηλότερη αμοιβή του, καθώς και ότι προτιμούνταν νεώτεροι απ' αυτόν (βλ. την από 10.11.2003 επιστολή της -εταιρίας mini BRIEFINGS, με την υπογραφή του υπεύθυνου, Γ. Μ., την από 13.4.2004 επιστολή της εταιρίας RRICEWATERHOUS Ε COOPERS, την οποία υπογράφει ο Α. Σ., την από 16.11.2004 επιστολή της εταιρίας …., που υπογράφει ο Π. Β. και πολλές άλλες επιστολές που όμως αφορούν μεταγενέστερο διάστημα). Επίσης, από προσκομιζόμενες αγγελίες, Ομίλου …, VITALAIRE, Hospital line, Pharma line, Παρουσίαση, …, FROZYM, Ομίλου επιχειρήσεων …, BRINKS HELLAS S.A., προκύπτει ότι μεταξύ των απαραίτητων προσόντων για την εργασία του υπεύθυνου πωλήσεων, είναι η ηλικία μέχρι 35 ετών, κάτω των 40 ετών, 30 έως 40 ετών, έως 45 ετών αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η αδυναμία του ενάγοντα για την ανεύρεση νέας εργασίας δεν οφείλεται σε κακοβουλία του, όπως εσφαλμένα δέχτηκε η εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενη σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης, αλλά σε λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. Πρέπει να σημειωθεί ότι μετά τη δημοσίευση της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2298/2003, ο ενάγων, προσήλθε στην εναγομένη ώστε να προσφέρει την εργασία του, σύμφωνα με το διατακτικό της, πλην όμως ο νόμιμος εκπρόσωπος της, Α. Σ., δεν του επέτρεψε να εισέλθει στην εταιρία. Τούτο προκύπτει από το από 12.12.2003 αντίγραφο του αστυνομικού τμήματος Αγίου Ιωάννη Ρέντη, παρά τα όσα αντίθετα δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ότι δηλ. ο ενάγων ουδέποτε προσήλθε στην εναγομένη ώστε να προσφέρει την εργασία του. Το γεγονός ότι δεν προσήλθε ο ενάγων, για να εργαστεί στην εναγομένη, μετά την έκδοση της Εφετειακής απόφασης, δικαιολογείται από την προηγούμενη ως άνω στάση της εναγομένης, αφού αυτός δεν ήθελε να εκδιωχθεί εκ νέου. Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία περί την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντα, ο οποίος δικαιούται κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, μισθούς υπερημερίας από 19.9.2003 έως 7.12.2004, οπότε καταγγέλθηκε εκ νέου η σύμβαση. Ειδικότερα η εναγομένη με την από 7.12.2004 καταγγελία που επιδόθηκε αυθημερόν στον ενάγοντα, κατήγγειλε εκ νέου την εργασιακή σχέση του ενάγοντα, η οποία ήταν ενεργός εφόσον η από 21.12.2001 καταγγελία είχε κριθεί αμετάκλητα άκυρη. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο ενάγων παρέλαβε χωρίς επιφύλαξη το έγγραφο της καταγγελίας και την συμπληρωματική αποζημίωση που είχε καταθέσει η εναγομένη στο ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Άλλωστε, ο ενάγων δεν προσέβαλε την νέα καταγγελία, ούτε με αγωγή ούτε με αντέσταση. Επομένως, η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη και έχει από 8.12.2004 λυθεί η εργασιακή σχέση του ενάγοντα με την εναγομένη, οπότε και δεν οφείλονται για το εντεύθεν χρονικό διάστημα μισθοί υπερημερίας, όπως έκρινε και η εκκαλουμένη, δεχόμενη σχετική ένσταση της εναγομένης, που προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου και επαναφέρεται με τις προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντα, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, έκανε δεκτή την αγωγή (κατά ένα μέρος) και ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) οφείλει, για μισθούς υπερημερίας, στον ενάγοντα το ποσό των 68.136,43 ευρώ. Σύμφωνα με αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, ήτοι ότι η εναγομένη είχε καταστεί υπερήμερη περί την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και ότι η άσκηση της ένδικης αξιώσεώς της δεν είναι καταχρηστική, αφού, χωρίς ενδοιασμούς, δέχεται ότι ο ενάγων δεν κατόρθωσε να ανεύρει εργασία, παρά τις προσπάθειές του και ότι η εναγομένη δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες του. Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ, δεύτερος, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, αναιρετικός λόγος, όπως αυτός εκτιμάται, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 8, καθόσον, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς της, σχετικά με την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, που αυτή πρότεινε και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη του α) τους ισχυρισμούς της ότι δεν επεδίωξε να βρει εργασία, μετά την (πρώτη) καταγγελία της επίδικης σύμβασης, β) ότι μπορούσε αυτός να βρει εργασία, καθόσον υπήρχε στην αγορά μεγάλη προσφορά, γ) ότι δεν επεδίωξε την όσο το δυνατόν συντομότερη συνταξιοδότησή του από το ΙΚΑ και δ) το ότι, μετά τη δημοσίευση της απόφασης του εφετείου (επί της αρχικής αγωγής) δεν της πρόσφερε τις υπηρεσίες του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον τα ανωτέρω, τα ανωτέρω ελήφθησαν υπόψη από το ουσιαστικό δικαστήριο, πλην απορρίφθηκαν ως αβάσιμα, κατά τα ανωτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ. (Α.Π. 622|2012, 121|2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο, υπό στοιχ. α αναιρετικό λόγο της, ισχυρίζεται ότι απαράδεκτα το εφετείο έλαβε υπόψη του την από 10-11-2003 επιστολή της εταιρίας Mini BRIEFIGS, διότι δεν προσκομίσθηκε νόμιμα ενώπιόν του, καθόσον αναφέρεται στην προσθήκη των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου και όχι στο κύριο σώμα αυτών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου στο εφετείο και την προσθήκη αυτών, προσκομίσθηκε και έγινε επίκλησή του, προς απόκρουση του, περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ενστάσεως της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, παραδεκτά προσκομίσθηκε. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., όπως αυτός εκτιμάται, σύμφωνα με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν προσέβαλε με λόγο έφεσης την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό ότι "η απόρριψη του ενάγοντα από τέσσερις εργασιακές σχέσεις δεν οφειλόταν στην ηλικία του, η οποία αναφέρεται στην επιστολή, ως προσόν, αποδεικτικό της εμπειρίας του" και, συνεπώς, απαράδεκτα το εφετείο έκρινε σχετικά, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, όπως αναφέρθηκε, με την έφεσή του παραπονέθηκε ο αναιρεσίβλητος για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, στο σύνολό τους, στην εκτίμηση δε αυτή περιλαμβάνεται και η αποδοχή της ενστάσεως της αναιρεσείουσας, περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι το εφετείο απαράδεκτα έλαβε υπόψη του τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση επιστολές εταιριών, απευθυνόμενες προς τον αναιρεσίβλητο, καθόσον αυτές δεν μνημονεύονται ειδικά στις έγραφες προτάσεις του, που υπέβαλε στο εφετείο, είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον από την αναφορά στο δικόγραφο των εν λόγω προτάσεων ότι ο (τότε) εκκαλών "επικαλείται εκ νέου τα έγγραφα, που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί πρωτοδίκως", μεταξύ δε άλλων "φωτοτυπικά αντίγραφα επιστολών εταιρειών, τις οποίες απευθύνθηκε, μετά την απόλυσή του, προκειμένου να ανεύρει εταιρεία και οι οποίες του απάντησαν , πως ενώ διέθετε τα προσόντα, τα οποία ζητούσαν, δεν μπορούσαν να τον προσλάβουν, λόγω ηλικίας (σχετ. 63-80)", προκύπτει αδιαμφισβήτητα η ταυτότητα των εν λόγω εγγράφων, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος. Ούτε επικαλείται, εξάλλου, η αναιρεσείουσα, ότι στα ως άνω μνημονευόμενα, με αριθμούς 63-80, έγγραφα δεν περιλαμβάνονταν οι εν λόγω επιτολές. Τέλος, ο ίδιος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.ΠολΔικ., ήτοι ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα και ειδικότερα έγγραφα-αγγελίες εφημερίδων, εντύπων και ηλεκτρονικών, από τις οποίες προέκυπτε ότι υπήρχε μεγάλη ζήτηση στον κλάδο των πωλήσεων, σε θέσεις, σχετιζόμενες με την ειδικότητα του ενάγοντα-αναιρεσίβλητου, είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον, ναι μεν μπορεί να μην αναφέρονται ειδικά τα έγγραφα αυτά στην προσβαλλόμενη απόφαση, όμως από την γενική αναφορά, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ένδικη υπόθεση, έλαβε (πλην άλλων) υπόψη του "όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι", προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του τα εν λόγω έγγραφα, πλην τα αξιολόγησε αποδεικτικά διαφορετικά, από ό,τι η αναιρεσείουσα. Με τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ, η Πολιτεία θεσμοθετεί κανόνες, με την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα και τους νόμους διαδικασία, με τους οποίους καθορίζονται τα ουσιαστικά δικαιώματα, που παρέχονται τόσο στα φυσικά όσο και στα νομικά πρόσωπα και ρυθμίζοντα οι σχέσεις τόσο μεταξύ των προσώπων όσο και μεταξύ αυτών και της Πολιτείας. Εξάλλου, με τις διατάξεις δικονομικού δικαίου, καθορίζεται η διαδικασία, με βάση την οποία επιλύονται διαφορές, οι οποίες ανακύπτουν, με αφορμή την παραβίαση ουσιαστικών κανόνων δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον το εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου, για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, σύμφωνα με τις οποίες, κάθε διάδικος έχει δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το δε δικαστήριο υποχρεούται να ερευνά τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, σε κάθε υπόθεση, πράγμα το οποίο δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση, αφού το εφετείο προέβη σε "επιλεκτική λήψη υπόψη γεγονότων και αποδεικτικών στοιχείων και αγνόησε τους ισχυρισμούς αυτής" (αναιρεσείουσας). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, καθόσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ, ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται σ' αυτούς του άρθρου 559, αριθ. 1-19 του Κ.Πολ.Δικ., καθόσον δε αφορά το άρθρο 14 του ως άνω Διεθνούς Συμφώνου, διότι η διάταξη αυτή, όπως από το σκοπό και το περιεχόμενό της προκύπτει, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού αναφέρεται στις υποχρεώσεις και στη διαδικασία, που πρέπει να ακολουθούν τα δικαστήρια, προς επίλυση των διαφορών, που φέρονται ενώπιόν τους. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί να αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-7-2012 αίτηση της εταιρίας "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΤΡΩΜΑΤΟΠΟΙΪΑ ΑΒΕΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1864|2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ