Αριθμός 769/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που παρέστη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του, Ζήση Κωνσταντίνου και Γρηγόριο Τρουφάκο και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 5677/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Σεπτεμβρίου 2006 και 14 Σεπτεμβρίου 2006 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως ως και στα από 15 Ιανουαρίου 2007 και 23 Ιανουαρίου 2007 δύο χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1629/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 32 § 1 και 2 του Ν. 3346/2005, προκύπτει ότι οι επιβληθείσες μέχρι της 17ης Ιουνίου 2005 ποινές μέχρι έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν οπωσδήποτε μέχρι τη χρονολογία αυτή εκτιθεί, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δέκα οκτώ μήνες από την ίδια χρονολογία (17-6-2005), σε νέα εκ δόλου αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου του νόμου, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα ή δημοσίου κατηγόρου κατά περίπτωση. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 § 1 ΠΚ, αν από την τέλεση της πράξεως μέχρι την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 52753/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες εκτός των άλλων πράξεων καταδικάστηκαν σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών ο καθένας, για κάθε μία από τις εννέα σωματικές βλάβες από αμέλεια. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, άσκησαν εφέσεις, οι οποίες εκδικάστηκαν από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στις 26 Ιουνίου 2006, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του εισήλθε, και για τις πράξεις αυτές, στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και επέβαλε σε κάθε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως, για κάθε σωματική βλάβη από αμέλεια, 3 μηνών και ανέστειλε την συνολικώς (και για άλλες πράξεις) επιβληθείσα ποινή των 35 μηνών επί τριετία. Όμως, λόγω της επελθούσης παραγραφής υπό όρο, κατά το άρθρο 32 του Ν. 3346/2005 από την κατά την 17-6-2005 έναρξη ισχύος αυτού, της ως άνω ποινής που επιβλήθηκε σε κάθε κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα με την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, έπρεπε με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5677/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η παραγραφή της καταγνωσθείσης πρωτόδικης ποινής, υπό τον προβλεπόμενο στο άρθρο αυτό όρο. Επομένως, με το να προχωρήσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη των κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή, αντί να εφαρμόσει, όπως όφειλε, τον παραπάνω επιεικέστερο για τον κατηγορούμενο Ν. 3356/2005, υπερέβη την εξουσία του, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο συναφής εκ του άρθρου 510 § 1Η ΚΠΔ λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τη διάταξή της με την οποία εκήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά συρροή και κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 του Ν. 3346/2005 να διαταχθεί η παραγραφή της καταγνωσθείσης σε κάθε αναιρεσείοντα με την υπ' αριθμ. 52753/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ποινής για κάθε σωματική βλάβη από αμέλεια, υπό τον προβλεπόμενο στο ίδιο άρθρο όρο. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων από τακτικά ανακριτικά ή άλλο ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του ιδίου Κώδικα, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 5677/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι σε ποινές φυλακίσεως: α) 16 μηνών για κάθε μία ανθρωποκτονία από αμέλεια (δύο ανθρωποκτονίες από αμέλεια), β) 3 μηνών για κάθε σωματική βλάβη από αμέλεια, εννέα σωματικές βλάβες) και γ) 5 μηνών για παραβίαση κανόνων οικοδομικής και συνολικώς σε ποινή φυλακίσεως 35 μηνών, ο καθένας, ανασταλείσα επί τριετίαν. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι:...". Στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, δεν αναφέρεται καθόλου το δικαστήριο και στην αναγνωσθείσα από 8-6-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων ...., ...., ..... και ...., οι οποίοι διορίστηκαν από τον 5ον Τακτικό Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών (Αριθμ. Πρ. Γ. Φ 99/1699(57)99/3-12-99), στα πλαίσια της διενεργηθείσης κυρίας ανακρίσεως. Η έκθεση δε αυτή πραγματογνωμοσύνης, δεν μνημονεύεται και δεν αξιολογείται ούτε σε άλλο σημείο της αιτιολογίας. Έτσι δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, όπως είχε υποχρέωση το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και το αποδεικτικό αυτό μέσο για την καταδικαστική κρίση του. Επομένως είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 § 1 ΚΠΔ δεύτερος λόγος του προσθέτου δικογράφου του εκ των αναιρεσειόντων Χ1, με τον οποίο προβάλλεται η άνω πλημμέλεια της αποφάσεως και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τον εν λόγω αναιρεσείοντα και κατά τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε ένοχος, ο παραπάνω αναιρεσείων για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και της παραβιάσεως των κανόνων της οικοδομικής. Κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανισθεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως και αν δεν προτάθηκαν, τους λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται με τα στοιχεία Α, Γ. Δ, Ε, ΣΤ΄ και Η΄ στο άρθρο 510, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη αιτιολογίας. Στην εξεταζομένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσείων Χ2 καταδικάστηκε για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή και παραβιάσεως των κανόνων της οικοδομικής. Για να καταλήξει η προσβαλλομένη σε καταδικαστική, και για τον αναιρεσείοντα αυτόν κρίση, για τις παραπάνω πράξεις, έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει, όχι όμως και την έκθεση της διεξαχθείσης πραγματογνωμοσύνης, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω. Ο εν λόγω αναιρεσείων δεν προτείνει ειδικώς, ως λόγο αναιρέσεως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως για μη λήψη υπόψη της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, αλλά προβάλλει παραδεκτώς λόγους αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας αναφορικά με την ενοχή του και για υπέρβαση εξουσίας. Ωστόσο, εφόσον η αίτηση αναιρέσεώς του είναι παραδεκτή γιατί ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, περιέχει τυπικά παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως και εμφανίστηκε ο εν λόγω αναιρεσείων, πρέπει η πληττομένη απόφαση να αναιρεθεί και ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2 για το λόγο που αναιρέθηκε και για τον αναιρεσείοντα Χ1, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα και για το ενιαίο της κρίσεως και κατά τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο εν λόγω αναιρεσείων για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και της παραβιάσεως των κανόνων της οικοδομικής. Αναιρουμένης, κατά τα ανωτέρω, της αποφάσεως πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για τις προαναφερθείσες πράξεις στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση, στην σύνθεση του οποίου, όμως, δεν θα μετάσχουν οι δικαστές που προηγουμένως είχαν δικάσει την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5677/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Παραγράφει τις καταγνωσθείσες με την υπ' αριθμ. 52753/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών για κάθε αναιρεσείοντα ποινές, για τις αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή, υπό τον προβλεπόμενο στο άρθρο 32 Ν. 3346/2005 όρο. Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Απριλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ