Αριθμός 1553/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αϋφαντή, ο οποίος ανακάλεσε την από 20-1-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κοντάκο. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής, τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα αναβολής. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2414/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2107/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-8-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με την κρινόμενη από 9.8.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2107/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, συνεδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 2414/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 13.1.2012 αγωγή του αναιρεσείοντος περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εκ της προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητάς του που επήλθε από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, συνισταμένη στην αδικαιολόγητη παράλειψή του, με την τότε ιδιότητά του ως Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, να τον τοποθετήσει στη θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής του ως άνω Υπουργείου, για την οποία νομίμως είχε επιλεγεί), απέρριψε την από 19.10.2018 έφεση του αναιρεσείοντος και, αφού έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την από 5.10.2018 έφεση του αναιρεσιβλήτου μετά των πρόσθετων αυτής λόγων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ως άνω αγωγή λόγω έλλειψης του στοιχείου της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αυτή, που κατατέθηκε την 9.8.2021, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 19.4.2021 χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής στον αναιρεσείοντα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις ως άνω διατάξεις προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του ανθρώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή αυτής σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής, πνευματικής, κοινωνικής και επαγγελματική ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής (ΑΠ 463/2021), β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρου 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) να είναι υπαίτια, να οφείλεται δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια (η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές - άρθρο 330 εδ. β' 2 ΑΚ), όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας και δ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας προσβολής και της επελθούσας ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 2/2008). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 518/2023, ΑΠ 813/2021, ΑΠ 855/2022). Ειδικότερα, με τον όρο υπαιτιότητα ή πταίσμα, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης κατά το σύστημα του ΑΚ (άρθρο 330 ΑΚ), εννοείται ο ψυχικός δεσμός του προσώπου προς μία ενέργειά του ή προς το αποτέλεσμά της, ο οποίος (δεσμός) δικαιολογεί την σε βάρος του μομφή από την έννομη τάξη για την γένεση στο πρόσωπό του ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 163/2022). Ο ψυχικός δε αυτός δεσμός του προσώπου προς μία ενέργειά του συνίσταται είτε στο ότι επιδίωξε την ενέργεια αυτή (δόλος), είτε στο ότι δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα έτσι ώστε να την αποφύγει (αμέλεια). Η ανωτέρω έννοια της υπαιτιότητας είναι αόριστη νομική έννοια και, γι` αυτό, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτής με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, (για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου), ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) (ΑΠ 163/2022, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 649/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τέλος, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 466/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) διετέλεσε Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων από 07.09.2010 έως 17.05.2012. Ο ενάγων (αναιρεσείων) από το έτος 1983 είναι υπάλληλος του Υπουργείου Γεωργίας, μετέπειτα Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, διορισθείς με την 343754/07.11.1983 Υπουργική Απόφαση. Από το έτος 1995 τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Προστασίας Φυτικής Παραγωγής του Υπουργείου, ως υπάλληλος του κλάδου ΠΕ1 Γεωπονικού, με βαθμό Α' του Τμήματος Προστασίας Φυτών της Διεύθυνσης αυτής, ενώ με την 274154/17.05.2005 απόφαση του Υπουργού Α.Α.Τ. διατάχθηκε η μετακίνηση του, λόγω υπηρεσιακών αναγκών, από το Τμήμα Προστασίας Φυτών της Διεύθυνσης Προστασίας Φυτικής Παραγωγής, στο Τμήμα Λιπασμάτων-Εδαφολογίας και Θρέψης Φυτών της Διεύθυνσης Εισροών Φυτικής Παραγωγής του Υπ.Α.Α.Τ., στο οποίο και εκτέλεσε χρέη Προϊσταμένου κατ' αναπλήρωση μέχρι την 31.03.2006. Στη συνέχεια, βάσει της 282658/09.06.2006 απόφασης του ίδιου Υπουργού, διατάχθηκε η μετακίνησή του, λόγω υπηρεσιακών αναγκών, στο Τμήμα Φυτικής Έρευνας της Διεύθυνσης Έρευνας του Υπουργείου. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον προσφεύγοντα στις 07.02.2007 με δικαστικό επιμελητή, συνταγείσας σχετικώς έκθεσης επιδόσεως, λόγω του ότι ο ενάγων είχε αρνηθεί να την παραλάβει, ενώ με το 271244/1793/12.02.2007 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Εισροών Φυτικής Παραγωγής ορίσθηκε στον ενάγοντα 24ωρη προθεσμία για την εμφάνισή του στη νέα θέση. Επειδή ο ενάγων, μέχρι τις 02.10.2007, δεν είχε εμφανισθεί για ανάληψη υπηρεσίας στη νέα του θέση, ασκήθηκε κατ' αυτού πειθαρχική δίωξη και με την 4/20.03.2007 απόφαση του Α Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπ.Α.Α.Τ. επιβλήθηκε στον ενάγοντα η ποινή της προσωρινής παύσης τριών μηνών με πλήρη στέρηση των αποδοχών του. Η απόφαση αυτή ανακλήθηκε με την από 03.06.2008 ομόφωνη απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών, που απήλλαξε τον ενάγοντα από την ανωτέρω κατηγορία και εξαφάνισε την αρχικώς επιβληθείσα ποινή. Ακολούθησε νέα παραπομπή του το έτος 2008 από τον αρμόδιο Υπουργό, με δεύτερη πειθαρχική δίωξη για την ίδια αιτία, ήτοι για το λόγο ότι αρνήθηκε να παρουσιαστεί στη Διεύθυνση Έρευνας του Υπ.Α.Α.Τ. προς ανάληψη των καθηκόντων του. Στο πλαίσιο της νέας αυτής πειθαρχικής δίωξης με την 5/24.07.2008 απόφαση του Α' Υπηρεσιακού Συμβουλίου επιβλήθηκε στον ενάγοντα η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης τριών μηνών με πλήρη στέρηση των αποδοχών του, για τα παραπτώματα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του και της άρνησης εκτέλεσης υπηρεσίας μέχρι την ως άνω ημερομηνία (02.10.2007). Ο ενάγων άσκησε ένσταση κατά της ως άνω πειθαρχικής απόφασης, η οποία, με την 358/02.11.2010 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Υπηρεσιακού Πειθαρχικού Συμβουλίου, απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η ως άνω πειθαρχική ποινή. Εν τω μεταξύ, η Διεύθυνση Εισροών Φυτικής Παραγωγής με έγγραφα της βεβαίωνε ότι ο ενάγων αρνούνταν να αποχωρήσει από τη Διεύθυνση αυτή, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνέχεια προβλήματα στη λειτουργία της υπηρεσίας. Από το σκεπτικό της ΣτΕ 2635/2014...προκύπτουν σχετικά με την υπαλληλική συμπεριφορά του ενάγοντος τα εξής: ενδεικτικά, στο 271246/1795/12.02.2007 έγγραφο της ως άνω Διεύθυνσης προς τη Διεύθυνση Μονίμου Προσωπικού του Υπουργείου εκτίθεται ότι ο προσφεύγων "τσαλάκωσε και πέταξε παρουσία μαρτύρων (την απόφαση περί μετακινήσεώς του) επικαλούμενος ότι ουδέποτε του επιδόθηκε η απόφαση μετακίνησής του" και ότι έκτοτε "δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. Κινείται στο χώρο της υπηρεσίας ανεξέλεγκτα και φυσικά δεν εργάζεται και δεν υπογράφει αλλά αρνείται να αποχωρήσει", ενώ στο 2181/14.07.2008 έγγραφο της ίδιας Διεύθυνσης αναφέρεται ότι ο ενάγων "φωτοτυπεί τα δελτία παρουσίας επί των οποίων εδώ και καιρό υπογράφει ενώ του έχει συσταθεί να μην υπογράφει επειδή δεν ανήκει πλέον στην Υπηρεσία μας. Το αρμόδιο Τμήμα δεν συμπεριλάμβανε το όνομά του στα έντυπα δελτία παρουσίας και ο υπάλληλος αυτός συμπλήρωνε το όνομα ιδιοχείρους. Κατόπιν πολλών αντεγκλήσεων τοποθέτησε νέα δελτία τα οποία τύπωσε μόνος του, όπου εμφανίζεται τυπωμένο το όνομά του. Σας έχουμε περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί στην Υπηρεσία μας και τον φόβο που προκαλεί στους υπαλλήλους η αντιπαράθεση με τον εν λόγω υπάλληλο, ο οποίος καταθέτει συνεχώς εξώδικες κλήσεις, μηνυτήριες αναφορές και αγωγές". Ο ενάγων, όπως προέκυπτε από τα σχετικά υπηρεσιακά έγγραφα, μέχρι τις 05.03.2012 δεν είχε προσέλθει για ανάληψη υπηρεσίας στο Τμήμα Φυτικής Έρευνας της Διεύθυνσης, στην οποία και είχε μετακινηθεί. Λόγω της συμπεριφοράς του αυτής ο ενάγων παραπέμφθηκε εκ νέου ενώπιον του Α' Υπηρεσιακού Συμβουλίου του ανωτέρω Υπουργείου με τα 1701/09.09.2010 και Ε.Π. 279/22.03.2012 έγγραφα, για αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων του και άρνηση εκτέλεσης υπηρεσίας, κατά τα χρονικά διαστήματα από 02.10.2007 έως 12.07.2010 και από 13.07.2010 έως 05.03.2012 αντίστοιχα. Το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό όργανο αφού κάλεσε τον ενάγοντα εγγράφως να υποβάλει εντός τριών ημερών έγγραφη απολογία, για την οποία όμως αυτός δεν κατέθεσε σχετικό υπόμνημα, με την 5/03.05.2012 απόφασή του τού επέβαλε την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, διότι έκρινε ότι είχε υποπέσει στο πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης του υπαλληλικού του καθήκοντος και ιδία στα προαναφερθέντα παραπτώματα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, της άρνησης εκτέλεσης υπηρεσίας και της εξαιρετικώς σοβαρής απείθειας, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 106, 107 και 109 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007). Ο ενάγων άσκησε κατά της ως απόφασης αυτής την από 11.05.2012 ένστασή του, η οποία απορρίφθηκε με την 425 - 426 - 427/10, 17 & 19.07.2012 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, ενώ με την 460/19.06.2013 απόφαση του ιδίου Συμβουλίου απορρίφθηκε, τόσο ως απαράδεκτη, όσο και ως νομικά αβάσιμη η 1965/03.02.2012 αίτηση του ενάγοντος περί ανακλήσεως της ως άνω απόφασης. Κατά της ως άνω απόφασης του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου ο ενάγων άσκησε την από 19.11.2012 προσφυγή του ενώπιον του ΣτΕ, η οποία είχε ως συνέπεια την αναστολή των ανωτέρω αποφάσεων κατά το άρθρο 142 παρ. 5 του Υ.Κ.. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε με την (ως άνω αναφερόμενη) 2635/2014 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων διέπραξε τα πειθαρχικά παραπτώματα που του καταλογίσθηκαν και, συγκεκριμένα, τα παραπτώματα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του για χρονικό διάστημα άνω των πέντε ετών, δηλ. για χρονικό διάστημα καταφανώς μεγαλύτερο από αυτό που ορίζεται στο άρθρο 109 παρ. 2 εδαφ. στ του Υπαλληλικού Κώδικα και, συγκεκριμένα, για το χρονικό διάστημα από 02.10.2007 έως 05.03.2012, της άρνησης εκτέλεσης υπηρεσίας και της εξαιρετικούς σοβαρής απείθειας. Με την ίδια απόφαση του το ΣτΕ απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος περί της υποχρεώσεως των πειθαρχικών οργάνων να αναμείνουν, ενόψει και της αρχής της χρηστής διοικήσεως, την έκβαση της υποθέσεώς του επί της εκκρεμούς ενώπιον του ΣτΕ αιτήσεως ακυρώσεως κατά της παραλείψεως της Διοικήσεως να τον τοποθετήσει ως Προϊστάμενο της ως άνω Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής, κρίνοντας ότι η εξέλιξη της υπόθεσης επί της υπηρεσιακής του κατάστασης δεν μπορούσε να ασκήσει επιρροή επί της πειθαρχικής υπόθεσης, ενώ κρίθηκε ως προσήκουσα η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης που του επιβλήθηκε. Με την 7436/114340/23.09.2013 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων διαπιστώθηκε ότι ο προσφεύγων τελούσε σε αυτοδίκαιη αργία από 04.05.2012, ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της πειθαρχικής απόφασης του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού οργάνου. Ακολούθως, με την 7840/135007/24.10.2014 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης λύθηκε η υπαλληλική του σχέση με την υπηρεσία από 27.4.2014 ημερομηνία δημοσίευσης της προαναφερόμενης 2635/2014 απόφασης του ΣτΕ, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του ενάγοντος. Παράλληλα, σε σχέση με την υπηρεσιακή κατάσταση του ενάγοντος, ήταν σε εξέλιξη και μία εντελώς διαφορετική διαδικασία. Με την από 18.02.2005 πρόσκληση του αρμόδιου Υπουργού Α.Α.Τ. ζητήθηκε από τους υπαλλήλους του Υπουργείου, που πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις, να υποβάλλουν υποψηφιότητα για την πλήρωση των θέσεων Προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, μεταξύ των οποίων και η Γενική Διεύθυνση Φυτικής Παραγωγής. Με την 66/2005 απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου επελέγη για την θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ο υπάλληλος του κλάδου ΠΕ1 Γεωπονικού με βαθμό Α', Γ. Π., ο οποίος και τοποθετήθηκε στη θέση αυτή για μία τριετία με την 257034/03.02.2006 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κατά παράλειψη του ενάγοντος. Στη συνέχεια με την 328745/10.10.2007 απόφαση του ιδίου Υπουργού ο Γ. Π. μετακινήθηκε από τη Γενική Διεύθυνση Φυτικής Παραγωγής στη Γενική Διεύθυνση Ζωικής Παραγωγής και στη συνέχεια το ίδιο έτος, έλαβε ειδική άδεια λόγω της εκλογής του ως Νομάρχη, ενώ στις 25.11.2008, αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδοτήσεως. Κατά της επιλογής του Γ. Π. ο ενάγων άσκησε προσφυγή ενώπιον του ΣτΕ, το οποίο με την 1569/2010 απόφασή του, έκανε δεκτή την προσφυγή αυτή και ακύρωσε την ως άνω αναφερόμενη 257034/03.02.2006 υπουργική απόφαση και την συμπροσβαλλόμενη 66/2005 απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, όπως και την επίσης συμπροσβαλλόμενη 328745/10.10.2007 υπουργική απόφαση. Ο λόγος της ακύρωσης των ως άνω διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση του ΣτΕ, συνίσταται στη μη σύνταξη εκ μέρους του υπηρεσιακού συμβουλίου που έκανε την επιλογή, συνοπτικού έστω πρακτικού, είτε αυτοτελούς, είτε ενσωματωμένου στην απόφασή του, περί της ενώπιον του προφορικής συνέντευξης των υποψηφίων. Σε εκτέλεση της ως άνω ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ, το αρμόδιο Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο προέβη σε νέα κρίση και συγκριτική αξιολόγηση μεταξύ των δύο μόνο υποψηφίων, ήτοι του ενάγοντος και του Γ. Π., κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η 21/06.10.2010 απόφασή του, με την οποία ο ενάγων επελέγη ως Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής αντί του αρχικά επιλεγέντος Γ. Π.. Κατά της επιλογής του ενάγοντος στη θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής στράφηκε ο αρχικά επιλεγείς Γ. Π. με την από 21.03.2011 αίτηση του περί ακύρωσης της 21/06.10.2010 απόφασης του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, η οποία απορρίφθηκε με την 2040/2013 απόφαση του ΣτΕ. Το πρακτικό της ανωτέρω απόφασης του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου (21/06.10.2010) απεστάλη στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με το 462/11.02.2011 έγγραφο του Συμβουλίου, παρελήφθη δε στις 21.02.2011. Ήδη όμως από 15.10.2010, ο ενάγων, με σχετική αίτησή του συνοδευόμενη από την 189/11.10.2010 βεβαίωση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου περί της επιλογής του, είχε ζητήσει από τον αρμόδιο Υπουργό Α.Α.Τ., ήτοι τον εναγόμενο, να τον τοποθετήσει στη θέση για την οποία είχε επιλεγεί. Εντούτοις, ο εναγόμενος, με την ως άνω ιδιότητα του παρέλειψε να τοποθετήσει τον ενάγοντα στη θέση για την οποία είχε επιλεγεί μέσα στη νόμιμη προς τούτο προθεσμία, ήτοι προθεσμία ενός μηνός από την γνωστοποίηση του πρακτικού, η δε παράλειψη του αυτή συνιστούσε σιωπηρή άρνηση τοποθέτησης του ενάγοντος στην επίδικη θέση. Μετά την έκδοση του 21/6.10.2010 πρακτικού και την υποβολή της ως άνω αίτησης του ενάγοντος για έκδοση της αναγκαίας για την τοποθέτησή του υπουργικής απόφασης, η Διεύθυνση Διοίκησης Μόνιμου Προσωπικού του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, απέστειλε το 302890/15.12.2010 ερώτημα προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για να γνωμοδοτήσει αν μπορούσε ο ενάγων να αναλάβει τη θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής, δεδομένου ότι: α) κατά το χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου (06.10.2010) είχε εκδοθεί σε βάρος του πιο πάνω η 5/24.07.2008 απόφαση του Α' Υπηρεσιακού Συμβουλίου που του είχε επιβάλει την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης τριών μηνών με πλήρη στέρηση των αποδοχών του για τα παραπτώματα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του και εκκρεμούσε ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου η έκδοση απόφασης επί της ένστασης του ενάγοντος κατά της πιο πάνω απόφασης, β) αμέσως μετά την έκδοση του 21/06.10.2010 πρακτικού του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου εκδόθηκε η 358/02.11.2010 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα ένσταση του ενάγοντος και η πειθαρχική ποινή σε βάρος του κατέστη τελεσίδικη. Επί του ερωτήματος αυτού εκδόθηκε η 123/08.03.2011 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με την οποία: "Σε συμμόρφωση προς την άνω ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ, ο ΥΠ.Α.Α.Τ με το υπ' αριθ. 292148/23.08.2010 έγγραφο του. απευθύνεται στο Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο και ζητεί απ' αυτό να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, δηλαδή να προβεί σε νέα κρίση μεταξύ των αναφερομένων στην ακυρωτική απόφαση δύο (2) υποψηφίων για την επιλογή ενός εξ αυτών, ως Προϊσταμένου της Γ ενικής Δ/νσης Φυτικής Παραγωγής του ΥΠ.Α.Α.Τ. Το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο στη συνεδρίαση της 6ης Οκτωβρίου 2010 (αρ. Πρακτικού: 21/06.10.2010), μετά την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας που στηρίχθηκε στο νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της προκήρυξης - πρόσκλησης (Ν. 2683/1999 και Ν. 3260/2004) και συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία, των φακέλων, του προσωπικού μητρώου και του βιογραφικού σημειώματος των υποψηφίων, καθώς και την γνώμη που διαμόρφωσε κατά την προφορική ακρόαση, επέλεξε ως καταλληλότερο για τη θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Δ/νσης Φυτικής Παραγωγής τον Γ. Μ. αντί του Γ. Π.. Στη συνέχεια το Ε.Υ.Σ. απέστειλε στο ΥΠ.Α.Α.Τ. την υπ' αριθ. 189/11.10.2010 βεβαίωση περί της γενομένης κατά τα άνω επιλογής, προκειμένου αυτό να επιμεληθεί περαιτέρω για την τοποθέτηση του επιλεγέντος προσώπου". Περαιτέρω, με την ίδια γνωμοδότησή του το ΝΣΚ επισημαίνει ότι: "α) Ο Υπ.Α.Α.Τ είναι υποχρεωμένος, συμμορφούμενος προς την υπ' αριθ. 1569/2010 ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ να εκδώσει πράξη τοποθέτησης του Γ.. Μ. στη θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Δ/νσης Φυτικής Παραγωγής, με αναδρομική ισχύ από 03.02.2006, ανακαλώντας την προγενέστερη απόφαση τοποθέτησης (ακυρωθείσα) του Γ.. Π. στην ίδια θέση, χωρίς να επηρεάζεται από την σε βάρος του Γ.. Μ. εκδοθείσα μεταγενεστέρως της κρίσεώς του, υπ' αριθ. 358/2010 απόφαση - πρακτικό του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, β) Μετά την ακύρωση με την υπ' αριθ. 1569/2010 απόφαση του ΣτΕ και της υπ' αριθ. 328745/10.10.2007 απόφασης του ΥΠ.Α.Α.Τ. περί μετακίνησης του Γ.. Π. από τη Γενική Δ/νση Φυτικής Παραγωγής στη Γεν. Δ/νση Ζωικής Παραγωγής, η Διοίκηση έχει υποχρέωση όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη νομικώς τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε, αλλά και να προβεί με θετικές ενέργειες στην αναμόρφωση της νομικής κατάστασης που δημιουργήθηκε στα μεταξύ βάσει της πράξεως που ακυρώθηκε, ανακαλώντας και τροποποιώντας τις παραπάνω διοικητικές πράξεις ή εκδίδοντας νέες πράξεις με αναδρομική ισχύ, εφόσον συντρέχει περίπτωση με σκοπό την αποκατάσταση των πραγμάτων στη θέση στην οποία θα ήταν αν εξ αρχής δεν είχε εκδοθεί η διοικητική πράξη που ακυρώθηκε και χωρίς δέσμευση από το χρόνο που διέδραμε στο μεταξύ. Εν όψει των ανωτέρω, γίνεται φανερό ότι η επιλογή και τοποθέτηση του Γ.. Π. στη θέση του προϊσταμένου της Γενικής Δ/νσης Ζωικής Παραγωγής, μετά την άνω ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ, ασφαλώς και επηρεάζεται αρνητικά, αφού η επιλογή και τοποθέτηση του ήταν απόρροια παράνομων διοικητικών πράξεων, οι οποίες ακυρώθηκαν από το ΣτΕ και επομένως, η Διοίκηση οφείλει να αντιμετωπίσει την περίπτωση του μέσα στο πλαίσιο της αναμόρφωσης της νομικής κατάστασης που δημιουργήθηκε, προκειμένου να αποκατασταθεί η τρωθείσα νομιμότητα, γ) Η υπ' αριθ. 358/02.11.2010 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, που εκδόθηκε σε βάρος του Γ.. Μ., είναι, κατά τα προεκτεθέντα, τελεσίδικη και εμπίπτει αναμφίβολα στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 84 (παρ. 5) του Ν. 3528/2007, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο πρώτο του Ν. 3839/2010, που ισχύει από 29.03.2010.". Ο εναγόμενος, στη συνέχεια απέστειλε το 9497/10.01.2012 έγγραφό προς το Νομικό Συμβούλιου του Κράτους προκειμένου αυτό να αποφανθεί: α) αν το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο εφάρμοσε ορθά την 1569/2010 απόφαση του ΣτΕ στο βαθμό που με την 21/2010 απόφασή του για την επιλογή Γενικού Διευθυντή Φυτικής Παραγωγής προέβη, έπειτα από αναπομπή σε αυτό της υπόθεσης, σε νέα κρίση μόνο μεταξύ του Γ. Π. και του ενάγοντος και όχι σε νέα κρίση όλων των είκοσι έξι υποψηφίων για την κάλυψη της θέσης και β) στην περίπτωση που το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο έσφαλε κατά την παραπάνω κρίση του, αν υπεύθυνος για την αναπομπή είναι ο εκάστοτε Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με το 113/20.01.2012 έγγραφό του ανέφερε ότι δεν ενδείκνυται επί του παρόντος έκδοση γνωμοδότησης από το ΝΣΚ δεδομένου ότι ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας εκκρεμούσε αίτηση του ενάγοντος με την οποία ζητούσε να διαπιστωθεί η μη συμμόρφωση της Διοικήσεως προς την 1569/2010 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και στην οποία τίθενται ζητήματα σχετιζόμενα άμεσα προς τα υποβληθέντα ερωτήματα. Πιο συγκεκριμένα, κατά της σιωπηρής αυτής άρνησης του εναγόμενου να εκδώσει την αναγκαία διοικητική πράξη για την τοποθέτηση του στη νέα θέση, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του ΣτΕ την από 14.03.2011 αίτηση ακύρωσης. Με την 2039/2013 απόφαση του το ΣτΕ έκρινε ότι "Επειδή, με βάση τα ανωτέρω δεδομένα και ενόψει των προεκτεθεισών μεταβατικών διατάξεων του άρθρου πέμπτου του Ν. 3839/2010, της παρ. 4 του άρθρου 86 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 3528/2007), στην οποία το άρθρο αυτό ρητώς παραπέμπει, και της παρ. 6 του άρθρου 162 του ίδιου Κώδικα, οι οποίες ως διαδικαστικού χαρακτήρα εφαρμόζονται εν προκειμένω, δοθέντος ότι ίσχυαν κατά το χρόνο διενέργειας (06.10.2010) της επίδικης επαναληπτικής κρίσεως του αιτούντος σε εκτέλεση της 1569/2010 ακυρωτικής αποφάσεως του Επικράτειας (...), προκύπτει ότι ο αρμόδιος Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων είχε υποχρέωση να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την τοποθέτηση του αιτούντος στην θέση του Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής, για την οποία και επελέγη από το αρμόδιο εν προκειμένω Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την γνωστοποίηση σ' αυτόν της επιλογής, ήτοι από της υποβολής από τον αιτούντα της 189/11.10.2010 σχετικής βεβαιώσεως του ως άνω Συμβουλίου, παραλείποντας άλλως οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η τεκμαιρόμενη άρνηση του εν λόγω Υπουργού να τοποθετήσει τον αιτούντα στην ανωτέρω θέση είναι ακυρωτέα, παρίσταται βάσιμος". Η ακυρωτική απόφαση αυτή του ΣτΕ αποτελεί.. δεδικασμένο για όλα τα δικαστήρια ως προς το διοικητικού δικαίου ζήτημα, ήτοι το κύρος της προσβαλλόμενης εκεί διοικητικής πράξης, που στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η τεκμαιρόμενη άρνηση του εναγόμενου να προβεί στην τοποθέτηση του ενάγοντος στη θέση για την οποία είχε επιλεγεί. Στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας το Δημόσιο, με τις από 18.01.2012 απόψεις του και το από 18.12.2012 υπόμνημά του, ισχυρίστηκε το πρώτον ενώπιον του ΣτΕ, ότι η απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου περί της επιλογής του ενάγοντος δεν ήταν σύννομη και ότι, επομένως, ο εναγόμενος ως αρμόδιος Υπουργός δεν είχε υποχρέωση συμμόρφωσης με την απόφαση αυτή. Πιο συγκεκριμένα προβλήθηκε ότι: α) ενόψει των ρυθμίσεων των παρ. 5 και 6 του άρθρου πρώτου του Ν. 3839/2010, με τις οποίες αντικαταστάθηκε το άρθρο 84 του Υπαλληλικού Κώδικα, ο ήδη ενάγων δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στη θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής, διότι είχε τιμωρηθεί "με τις αριθμ. 1 και 3/06.03.2007 τελεσίδικες πειθαρχικές ποινές για το παράπτωμα της παράβασης του υπαλληλικού καθήκοντος", ενώ με τη 5/24.07.2008 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου είχε επιβληθεί σ' αυτόν η ποινή της οριστικής παύσεως για τα πειθαρχικά παραπτώματα της αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντά του και της άρνησης εκτέλεσης υπηρεσίας, β) το πρακτικό επιλογής του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου παρίσταται ασαφές ως προς την εφαρμοσθείσα από αυτό διάταξη νόμου κατά τη συγκεκριμένη επαναληπτική επιλογή, ήτοι ως προς το εάν εφηρμόσθη η μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 3260/2004 ή η διάταξη του άρθρου 36 παρ. 2 του Ν. 2190/1994, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του ως άνω Ν. 3260/2004 και ίσχυε εν προκειμένω και γ) δεν τηρήθηκε ουσιώδης τύπος της διαδικασίας, δεδομένου ότι, ενόψει του αναδρομικού αποτελέσματος της ακυρωτικής αποφάσεως, στην προκειμένη περίπτωση, το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο υποχρεούτο να προβεί στην εκ νέου συγκριτική αξιολόγηση και επιλογή μεταξύ όλων των κατά την πρώτη επιλογή υποψηφίων και όχι μόνον μεταξύ του αρχικώς επιλεγέντος και του αιτούντος, όπως και έπραξε, πλην όμως οι λόγοι αυτοί απορρίφθηκαν από το ΣτΕ με την ως άνω αναφερόμενη απόφαση του ως απαράδεκτοι διότι προβλήθηκαν το πρώτον ενώπιον του και, "όπως γίνεται παγίως δεκτό, η αναπλήρωση της ελλείπουσας αιτιολογίας των διοικητικών εν γένει πράξεων δεν είναι εφικτή με την έκθεση των απόψεων της Διοικήσεως προς το Δικαστήριο επ' ευκαιρία της ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεως πολύ περισσότερο μάλιστα που, εν προκειμένω, ο αρμόδιος Υπουργός δεν εξεδήλωσε με ρητή πράξη του, είτε εντός της κατά τα ως άνω μηνιαίας προθεσμίας, είτε και μεταγενεστέρως, από την περιέλευση σ' αυτόν, στις 21.02.2011, του σώματος του οικείου πρακτικού, την άρνηση τοποθετήσεως του αιτούντος και τους λόγους που υπαγόρευσαν την άρνηση αυτή, ώστε να μπορέσει ο αϊτών να αντικρούσει τους λόγους αυτούς και να αναπτύξει τις απόψεις του και τα επιχειρήματά του". Σε συμμόρφωση προς την ως άνω 2039/2013 απόφαση του ΣτΕ, εκδόθηκε η 5214/76400/20.06.2013 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (θέση την οποία δεν στελέχωνε πλέον ο εναγόμενος), με την οποία ο ενάγων τοποθετήθηκε αναδρομικά ως Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής για την τριετία από 03.02.2006 έως 04.02.2009, ενώ, στη συνέχεια, με τη νεότερη 7447/115026/26.09.2013 απόφαση του ιδίου Υπουργού, η απόφαση αυτή συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου, σύμφωνα με το οποίο ο προσφεύγων "Θεωρείται ότι εξακολούθησε να ασκεί τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής και μετά τη λήξη της τριετούς θητείας του έως την 4.5.2012, οπότε και τέθηκε αυτοδικαίως σε αργία". Με το 141049/2013 χρηματικό ένταλμα πληρωμής που συνόδευε την 5214/76400/20.06.2013 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ο ενάγων εισέπραξε το ποσό των 95.549,38 ευρώ. Το χρηματικό αυτό ποσό, που εισέπραξε αναδρομικά ο ενάγων, αφορούσε το διάστημα πλασματικής άσκησης των καθηκόντων του κατά το διάστημα από 03.02.2006 έως 04.05.2009. Μετά την έκδοση της 7447/115026/26.9.2013 υπουργικής απόφασης, η οποία, όπως εκτέθηκε ήταν συμπληρωματική της 5214/76400/20.6.2013 υπουργικής απόφασης περί αναδρομικής τοποθέτησης του ενάγοντος, εκδόθηκε από την Υ.Δ.Ε. το 242682 χρηματικό ένταλμα πληρωμής οικονομικού έτους 2013 ποσού 84.379,93 ευρώ με αιτιολογία καταβολή διαφοράς αποδοχών Γενικού Διευθυντή για το χρονικό διάστημα από 05.02.2009 έως 03.05.2012 σύμφωνα με τις 1569/2010 και 2093/2013 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικράτειας, την 287/2013 Γνωμοδότηση της Β' Ολομέλειας του ΝΣΚ, το οποίο επιστράφηκε αθεώρητο με την 22/27.12.2013 πράξη της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Λόγω λήξης του οικονομικού έτους εκδόθηκε από την Υ.Δ.Ε. για την ίδια αιτία το 5545 χρηματικό ένταλμα, πλην όμως, με την 0047 πράξη της 8ης συνεδρίασης του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο Ι' Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίθηκε ότι και αυτό δεν έπρεπε να θεωρηθεί, με την αιτιολογία ότι η έκδοση της συμπληρωματικής ΥΑ και η καταβολή των αναδρομικών αποδοχών για το διάστημα από 05.02.2009 έως 03.05.2012 δεν εντάσσεται στις επιβαλλόμενες από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 του Π.Δ. 18/1989 θετικές ενέργειες της διοίκησης για τη συμμόρφωση προς την 2039/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας, δεν δύναται να στηρίξει την δαπάνη και δεν αποτελεί πλήρες και νόμιμο δικαιολογητικό για την πληρωμή αυτής. Κατά της πράξης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 11.07.2014 αίτηση του περί ανάκλησης, η οποία απορρίφθηκε με την 033/2014 πράξη του Ι' Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την ίδια ως άνω αιτιολογία. Από το σύνολο των ως άνω εκτιθέμενων προκύπτουν τα εξής: Η παράλειψη της Διοίκησης και ειδικά του εναγόμενου ως Υπουργού Α.Α.Τ. να τοποθετήσει τον ενάγοντα στην θέση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής, κατ' εφαρμογή της απόφασης του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, έχει, αμετάκλητα και με δύναμη δεδικασμένου, κριθεί ότι αποτελεί παράνομη ενέργεια και γι' αυτό το λόγο ακυρώθηκε. Η παράλειψη αυτή του εναγόμενου να εκδώσει την υπουργική απόφαση περί τοποθέτησης του ενάγοντα συνδέεται αιτιωδώς με την επίδικη ηθική βλάβη του εναγόμενου, δεδομένου ότι η μη έκδοση της υπουργικής απόφασης συνδέεται με τη μη άσκηση για κάποιο χρονικό διάστημα των συγκεκριμένων καθηκόντων που συνοδεύουν την θέση που δικαιούτο να καταλάβει ο ενάγων... Σχετικά με την ως άνω παράνομη πράξη του εναγόμενου (με την ιδιότητα του ως οργάνου του Ελληνικού Δημοσίου) και τη συναφή ηθική βλάβη του, ο ενάγων έχει ήδη στραφεί και κατά του Ελληνικού Δημοσίου με την από 11.09.2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 16567/2015 αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με δεδομένη την ύπαρξη νομικών ζητημάτων όσο αφορά την υπηρεσιακή εξέλιξη του ενάγοντος, που τίθεντο από την ταυτόχρονη πρόοδο, αφενός, μίας πειθαρχικής διαδικασίας που μπορούσε να οδηγήσει στην οριστική απόλυση (γεγονός που στη συνέχεια πράγματι συνέβη) και αφετέρου της διαδικασίας τοποθέτησης σε διευθυντική θέση, ο εναγόμενος, ως επικεφαλής μίας διοικητικής δομής (Υπουργείο Α.Α.Τ.) αναζήτησε από το αρμόδιο προς τούτο όργανο, ήτοι το ΝΣΚ, σχετικές απαντήσεις, προκειμένου οι επόμενες ενέργειες της Διοίκησης να είναι επαρκώς νομικά θεμελιωμένες και αδιαμφησβήτητα ορθές. Η προσφυγή του ενάγοντος στο ΣτΕ, που έλαβε χώρα στις 14.03.2011 οδήγησε υποχρεωτικά στη μετάθεση της έκδοσης της όποιας διοικητικής πράξης για το χρόνο μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του ΣτΕ, ήτοι μετά την έκδοση της 2039/2013 απόφασής του, που έλαβε χώρα στις 23.05.2013. Κατά το χρόνο όμως αυτό ο εναγόμενος δεν είχε πλέον την ιδιότητα του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και κατά συνέπεια δεν είχε τη δυνατότητα πλέον να προβεί στην αναγκαία πράξη για τη συμμόρφωση με τη νομιμότητα, όπως αυτή προσδιορίστηκε από το ΣτΕ. Τις αναγκαίες για την εφαρμογή της απόφασης του ΣτΕ διοικητικές πράξεις εξέδωσε ο επόμενος Υπουργός Α.Α.Τ., κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ενδεικτικό της ύπαρξης σημαντικών νομικών ζητημάτων στην υπηρεσιακή κατάσταση του ενάγοντος κατά το κρίσιμο διάστημα συνιστά και το γεγονός ότι, αν και με υπουργική απόφαση και δη την 7447/115026/26.09.2013 απόφαση του ιδίου Υπουργού, θεωρήθηκε ότι ο ενάγων εξακολούθησε να ασκεί τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής για το διάστημα από 05.02.2009 έως 03.05.2012 (οπότε από την επομένη τέθηκε αυτοδικαίως σε αργία), ουδέποτε του καταβλήθηκαν οι σχετικές αποδοχές για τη συγκεκριμένη περίοδο, κατόπιν και της ως άνω αναφερόμενης απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν εξέδωσε - άμεσα - την υπουργική απόφαση για την τοποθέτηση του ενάγοντος στην επίδικη θέση οφείλεται, σε πρώτο χρόνο, στην ανάγκη να απαντηθούν κρίσιμα νομικά θέματα και ενστάσεις της Διοίκησης, ενώ, σε δεύτερο χρόνο, η περαιτέρω καθυστέρηση της έκδοσης της υπουργικής αυτής απόφασης, οφειλόταν αφενός στο χρόνο που απαιτήθηκε για την έκδοση των γνωμοδοτήσεων, αφετέρου στο χρόνο που απαιτήθηκε για την έκδοση απόφασης από το ΣτΕ επί της προσφυγής του ενάγοντος. Από το σύνολο των ως άνω εκτιθέμενων προκύπτει με σαφήνεια ότι στην υπό κρίση περίπτωση ελλείπει ο ψυχικός δεσμός του εναγόμενου προς την παράνομη και ζημιογόνα πράξη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτός (ο εναγόμενος) είτε την επιδίωξε, είτε δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα έτσι ώστε να την αποφύγει, και, άρα, ελλείπει το στοιχείο της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγόμενου, ως στοιχείο για τη θεμελίωση της όποιας υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης προς τον εναγόμενο. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τον εναγόμενο υπαίτιο της επίδικης παράνομης πράξης έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της αγωγής του αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, που είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της σε βάρος του ένδικης αξίωσης κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 59, 932 και 330 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο δε, γιατί οι ανελέγκτως γενόμενες δεκτές ως άνω παραδοχές του, δηλαδή ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος επιδίωξε (ή δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα για να αποφύγει) την καθυστέρηση της έκδοσης της υπουργικής απόφασης του για την τοποθέτηση του αναιρεσείοντος στην θέση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αλλά ότι η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν, αρχικώς, στην ανάγκη να απαντηθούν από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους κρίσιμα νομικά θέματα και ενστάσεις της Διοίκησης, στη συνέχεια δε, αφενός στο χρόνο που απαιτήθηκε για την έκδοση των σχετικών γνωμοδοτήσεων του Ν.Σ.Κ. και αφετέρου στο χρόνο που απαιτήθηκε για την έκδοση της 2039/2013 απόφασης από το ΣτΕ επί της από 14.3.2011 αίτησης ακύρωσης του αναιρεσείοντος, δικαιολογούν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα περί έλλειψης του στοιχείου της υπαιτιότητας (υπό μορφή δόλου ή αμέλειας) στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου ως στοιχείου για τη θεμελίωση της ένδικης αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω μη ύπαρξης του ψυχικού δεσμού του προς την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά του, αφού τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν αντικειμενικά ελεγχόμενα, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσουν υπαιτιότητα του τελευταίου, με έννομη συνέπεια να μην καταφάσκεται ευθύνη αυτού για προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, πέραν δε των ανωτέρω δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Εξάλλου, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου ως Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, να τον τοποθετήσει στη θέση του Προϊσταμένου της εν λόγω Διεύθυνσης του Υπουργείου, στην οποία είχε επιλεγεί με απόφαση του Ειδικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου, αποτελεί παράνομη ενέργεια, δεν αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή αυτής, ότι υπήρχαν νομικά ζητήματα όσον αφορά την υπηρεσιακή εξέλιξη του αναιρεσείοντος εξαιτίας της ταυτόχρονης προόδου, αφενός, μίας πειθαρχικής διαδικασίας που μπορούσε να οδηγήσει στην οριστική απόλυση του (όπως, στη συνέχεια, πράγματι συνέβη) και αφετέρου της διαδικασίας τοποθέτησής του σε διευθυντική θέση, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος να αναζητήσει από το αρμόδιο προς τούτο όργανο (ΝΣΚ), σχετικές απαντήσεις, προκειμένου οι επόμενες ενέργειες της Διοίκησης να είναι ορθές και επαρκώς νομικά θεμελιωμένες. Τούτο δε, γιατί η τελευταία αυτή παραδοχή του Εφετείου παρατίθεται στο πλαίσιο της έρευνάς του για την ύπαρξη ή μη του στοιχείου της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου ως αυτοτελούς στοιχείου αναγκαίου για τη θεμελίωση της ένδικης αξίωσης και όχι στο πλαίσιο της έρευνάς του για το εάν η παράλειψη του τελευταίου αποτελεί παράνομη συμπεριφορά. Εξάλλου, η υπαιτιότητα προϋποθέτει την κρίση περί παρανομίας της συμπεριφοράς, αφού, αν δεν υπάρχει παρανομία, τυχόν υπαιτιότητα δεν είναι αυτοτελώς δικαιϊκά αξιόλογη. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος (κατά το πρώτο σκέλος του), από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος. Επίσης, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης ως προς τις περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε: α) ότι υπήρχαν κρίσιμα νομικά ζητήματα και ενστάσεις της Διοίκησης ως προς την τοποθέτηση αυτού ως Προϊσταμένου στην Διεύθυνση Φυτικής Παραγωγής του ως άνω Υπουργείου, ενώ δεν υπήρχαν τέτοια ζητήματα, παρά μόνο υπήρχε η συστηματική προσωπική άρνηση του αναιρεσιβλήτου να εκδώσει την υπουργική απόφαση τοποθέτησής του στην ως άνω θέση και β) ότι υπήρχε χρονική καθυστέρηση στην έκδοση των σχετικών γνωμοδοτήσεων του Ν.Σ.Κ. και στην έκδοση της 2039/2013 απόφασης από το ΣτΕ επί της αίτησης ακύρωσης αυτού (αναιρεσείοντος), ενώ δεν υπήρξε τέτοια καθυστέρηση, είναι πρωτίστως απαράδεκτοι, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο ανωτέρω άρθρο, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 185/2019). Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας στις αμέσως προηγούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης όσον αφορά το ζήτημα της μη ύπαρξης υπαιτιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενος ειδικότερα, ότι δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση για ποιο λόγο ο τελευταίος δεν προχώρησε στην άμεση τοποθέτησή του στην επίμαχη θέση του Προϊσταμένου παρά την ύπαρξη της από 14.3.2011 αίτησης ακύρωσης αυτού (αναιρεσείοντος) που εκκρεμούσε στο ΣτΕ, αφού με την ως άνω τοποθέτησή του, θα επερχόταν κατάργηση της δίκης αυτής. Όμως, η ως άνω επικαλούμενη αιτίαση (έλλειψη) αναφέρεται αποκλειστικά σε πραγματικό επιχείρημα του αναιρεσείοντος, που συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία, όμως, δεν συνιστά αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια (βλ. ΑΠ 466/2019), ενόψει και του ότι, όπως προαναφέρθηκε, το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι, δηλαδή, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος επιδίωξε (ή δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα για να αποφύγει) την καθυστέρηση της έκδοσης της υπουργικής απόφασης του για την τοποθέτηση του αναιρεσείοντος στην επίμαχη θέση και ως εκ τούτου δεν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπό του ως στοιχείο για τη θεμελίωση της ένδικης σε βάρος του αξίωσης, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο ανωτέρω (τέταρτος) λόγος αναίρεσης, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαράδεκτος. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνεπώς, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 5/2020). Ομοίως, δεν αποτελούν "πράγματα", οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1423/2022, ΑΠ 1046/2022, ΑΠ 1382/2017). Επίσης, δεν συνιστούν "πράγματα" η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 226/2016) και πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 833/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι το Εφετείο μη λαμβάνοντας υπόψη: α) την 123/8.3.2011 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, β) την από 31.3.2011 βεβαίωση της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και γ) την 148675/13.2.2012 επιστολή της Ανεξάρτητης Αρχής του Συνηγόρου του Πολίτη προς τον αναιρεσίβλητο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού, αν λαμβάνονταν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα, θα αποδεικνυόταν η υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου ως προς την παράλειψη τοποθέτησής του στην επίμαχη θέση. Ο ανωτέρω, όμως, αναιρετικός λόγος, είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, δεν αποτελεί "πράγμα" η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή το περιεχόμενο αυτών. Τέλος, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" (ισχυρισμούς) που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχουν προταθεί από τον αναιρεσίβλητο και συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι η καθυστέρηση του τελευταίου στην έκδοση της υπουργικής απόφασης του για την τοποθέτηση αυτού (αναιρεσείοντος) στην επίμαχη θέση, οφειλόταν τόσο στο χρόνο που απαιτήθηκε για την έκδοση των σχετικών γνωμοδοτήσεων του Ν.Σ.Κ, όσο και στο χρόνο που απαιτήθηκε για την έκδοση της 2039/2013 απόφασης του ΣτΕ επί της από 14.3.2011 αίτησης ακύρωσης του ιδίου, χωρίς, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να έχουν προβληθεί από τον αναιρεσίβλητο. Ο ανωτέρω λόγος είναι πρωτίστως απαράδεκτος, γιατί η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστά παραδοχή "πράγματος" κατά την εκτεθείσα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελούς ισχυρισμού που συγκροτεί την ιστορική βάση ένστασης, αλλά συνιστά αρνητικό της υπαιτιότητάς του, ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου και οι αναφερόμενες ως άνω αιτιάσεις αφορούν σε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση τόσο της από 5.10.2018 έφεσης του αναιρεσιβλήτου, όσο και των από 7.10.2020 προτάσεων αυτού ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι ο τελευταίος, αρνούμενος την ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπό του, επικαλείται, μεταξύ άλλων, και το ότι η καθυστέρηση της τοποθέτησης του αναιρεσείοντος στην επίμαχη θέση ήταν "απολύτως δικαιολογημένη", καθόσον όφειλε να αναμείνει τόσο τις απαντήσεις του ΝΣΚ στα αποσταλέντα από αυτόν ερωτήματά του, όσο και την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ επί της αίτησης ακύρωσης του αναιρεσείοντος. ΙV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9.8.2021 αίτηση του Γ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2107/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ