Αριθμός 335/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη - Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Κ. Β. του Ι., κατοίκου ... και 2) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που αμφότεροι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κοσμά Στραβόλαιμο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3729/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Τ. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2012 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 666/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες με το από 14-5-2012 κοινό δικόγραφο, ομοίου περιεχομένου, αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α)Κ. Β. του Ι. και β)Π. Κ. του Ι. στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμ. 3729/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Από τη διάταξη του αρ. 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι υπαίτιος της πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως είναι εκείνος που εν γνώσει του καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του. Για τη στοιχειοθέτηση της πράξεις αυτής, απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδή καταμήνυση απόφασης, πρέπει, εκτός άλλων, να εξειδικεύεται η καταμηνυθείσα πράξη, να αναφέρονται ο επιδιωκόμενος από το δράστη της ψευδούς καταμήνυσης σκοπός, και επί πλέον, δεδομένου ότι για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος απαιτείται ειδικός δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι η ανακοίνωση ή καταμήνυση είναι ψευδής, η απόφαση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά με παράθεση των περιστατικών τα οποία δικαιολογούν τη γνώση αυτή αλλιώς είναι αναιρετέα με βάση τον προαναφερόμενο λόγο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.- Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 3729/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό , οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι ψευδούς καταμήνυσης και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών σε καθένα η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι και ο πολιτικώς ενάγων είναι συνιδιοκτήτες σε πολυκατοικία επί της οδού ... στο .... Ο αποθανών διαχειριστής Β. Γ. στις 2.11.2003 συγκάλεσε ετήσια γενική συνέλευση και λόγω μη επίτευξης απαρτίας αυτή επαναλήφθηκε στις 9.11.2003. Ειδικότερα, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 45/2003 πρακτικό στις 2.11.2003 παρέστησαν στη γ. σ. συνιδιοκτήτες εκπροσωπούντες τα 471/1000 των ψήφων. Κατά την επαναληπτική συνεδρίαση σύμφωνα με το 46/2003 πρακτικό, η συνέλευση βρισκόμενη σε απαρτία με την εκπροσώπηση 357/1000 των ψήφων, ενέκριναν τις ενέργειες του διαχειριστή και μετά την ενημέρωση για καταγγελία στο Α.Τ ... ότι δεν πραγματοποιήθηκε η ανωτέρω γενική συνέλευση, αυτοί βεβαίωσαν ότι ήταν παρόντες και εξέλεξαν διαχειρίστρια την Ε. Τ. μετά την άρνηση του διαχειριστή για ανανέωση της θητείας του. Την πραγματοποίηση της ετήσιας γενικής συνέλευσης δέχθηκε η υπ' αρ. 2737/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκρινε αγωγή περί ακύρωσης της εκλογής ως διαχειρίστριας της Ε. Τ., η υπ' αρ. 4429/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών που έκρινε επί έφεσης της Ε. Τ.ς και η υπ' αρ. 3583/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επί των κατηγορουμένων κατά της αυτής απόφασης, η οποία δεν ακύρωσε την από 9.11.2003 απόφαση της γενικής συνέλευσης, όπως δέχθηκε και το υπ' αρ. 1375/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο. Ας σημειωθεί ότι τα ως άνω πρακτικά δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά όπως επίσης οι υπογραφές των παρισταμένων. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο πολιτικός ενάγων με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε την απόφαση στους Π. Π., Κ. Δ. και Β. Γ. να εμφανιστούν στο ακροατήριο του Μον. Πρωτ. Αθηνών ο πρώτος, κατά τη συζήτηση της από 12.1.2004 αγωγής κατά των κατηγορουμένων με αίτημα την ακύρωση της εκλογής της Ε. Τ. ως διαχειρίστριας και ενώπιον του Ειρηνοδίκη ο δεύτερος και ο τρίτος στις 11.5.2004 προς σύνταξη των υπ' αρ. 8280 και 8281/2004 ενόρκων βεβαιώσεων προκειμένου να προσκομισθούν αυτές ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω κατέθεσαν όσα γνώριζαν εξ' ιδίας αντιλήψεως, αφού ως φίλος του πολιτικώς ενάγοντος, ο Κ. Δ. ήταν παρών ως συνιδιοκτήτης και υπογράφει το πρακτικό και ο Β. Γ. ως διαχειριστής με συνιδιοκτήτρια και υπογράφουσα το πρακτικό γυναίκα του Σ. Γ.. Ο λόγος που ο Β. Γ. δηλώνει στο Α.Τ. ... ότι δεν γνώριζε για τη συνέλευση, ότι τις προσκλήσεις τις υπέγραψε ο πολιτικώς ενάγων και μετά από λίγο επιστρέφει στο Α.Τ όπου και δηλώνει ότι τον πήρε τηλέφωνο ο πολ. ενάγων και του είπε να έρθει ξανά στο Α.Τ και να δηλώσει ότι γνώριζε για την γενική συνέλευση για να μην βρεί τον μπελά του εξηγείται από όσα ο ίδιος ο Β. Γ. κατέθεσε στην υπ' αρ. 8281/2004 ένορκη βεβαίωσή του ότι δηλαδή "είχε θορυβηθεί πολύ από τις σε βάρος του μηνύσεις και από όλες τις φασαρίες στην πολυκατοικία, διότι είμαι άνθρωπος φιλήσυχος και ουδέποτε είχα επαφές με αστυνομία ή τα ποινικά δικαστήρια και ότι για το λόγο αυτό , σε μια στιγμή αγανάκτησης, αντέδρασα αψυχολόγητα και παρορμητικά πηγαίνοντας στο Α.Τ και λέγοντας ότι δεν γνωρίζω τίποτα". Τα ίδια κατέθεσε και η μάρτυρας Ε. Τ.. Επομένως ο ισχυρισμός των εκκαλούντων-κατηγορουμένων για το ακριβές αντίγραφο του ΒΑΣ του ΑΤ ... πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο δε γνώριζαν οι κατηγορούμενοι εξ' ιδίας αντιλήψεως και παρά ταύτα καταμήνυσαν ψευδώς τον πολιτικώς ενάγοντα εν γνώσει της αναλήθειας με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξή τους, ενόψει της μεγάλης και σφοδρής αντιδικίας τους σχετικά με τη διαχείριση της πολυκατοικίας και της δικαστικής διαμάχης που είχε ξεσπάσει μεταξύ τους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης της ψευδούς καταμήνυσης κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό αναφερόμενα, αφού πληρούνται τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά, προϋποθέσεις αυτής". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους της παραπάνω πράξεως και ειδικότερα του ότι: "Εν γνώσει τους καταμήνυσαν άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξή του γι αυτήν και συγκεκριμένα με την υπ' αρ. Β04/2677/8-7-2004 μήνυσή τους ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κών Αθηνών για τον ανωτέρω σκοπό καταμήνυσαν, μεταξύ των άλλων και το Ε. Τ. ότι δήθεν αυτός: Στις 13/5/04 και στις 11/5/2004, με πειθώ, φορτικότητα και παρακλήσεις προκάλεσε στους Π. Π., Κ. Δ. και Β. Γ. την απόφαση να εμφανισθούν ο πρώτος ενώπιον του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών στις 13/5/04 κατά τη συζήτηση της από 12/1/2004 αγωγής των Π. Κ. και Κ. Β. με αίτημα την ακύρωση του διορισμού της Ε. Τ. ως διαχειρίστριας της πολυκατοικίας επί της οδού ..., ο δεύτερος ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών στις 11/5/2004 και ο τρίτος ενώπιον επίσης της Ειρηνοδίκου Αθηνών στις 11/5/2004 συναγέντων σχετικά των υπ' αρ. 8280/2004 και 8281/2004 ενόρκων βεβαιώσεων τα οποία θα χρησιμοποιούσαν οι κατ/νοι ως αποδεικτικά μέσα για την υποστήριξη της προαναφερθείσας αγωγής τους στο Μον/λες Πρωτ/κείο Αθηνών και να καταθέσουν ενόρκως ψευδώς ο πρώτος ότι "... ήταν παρών στις δύο γενικές συνελεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 2/11/2003 9/11/2003, οι παρόντες κατά τη συνέλευση στις 2/11/2003, ήταν οι Τ., Τ., Δ., Γ. και Φ. Τ. και η Χ. Τ. ήταν παρούσα και στις δύο συνελεύσεις ...", ο δεύτερος ότι "... τον Οκτώβριο του 2003, ο τότε διαχειριστής της ανωτέρω πολυκατοικίας Β. Γ. συνεκάλεσε αρχικά για τις 2/11/2003 και ελλείψει απαρτίας για τις 9/11/2003 τακτική συνέλευση των συνιδιοκτητών, ότι την 2/11/2003 συνήλθαν οι συνιδιοκτήτες σε γενική τακτική συνέλευση, οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε λόγω μη επίτευξης της απαιτούμενης από τον κανονισμό απαρτίας των 510 ψήφων, διότι παρόντες ήταν συνιδιοκτήτες που αντιπροσώπευαν 471 ψήφους σε σύνολο 1000 και ότι γι' αυτό το λόγο η συνέλευση αναβλήθηκε για τις 9/11/2003 ...", ο τρίτος ότι "... η τακτική γενική συνέλευση είχε προγραμματιστεί αρχικά για τις 2/11/2003, αναβλήθηκε όμως για τις 9/11/2003, ότι στις 2/11/2003 οι Β., Κ., Λ. δεν προσήλθαν στη συνέλευση και ότι το πρωί της ίδιας ημέρας τους είδαν να πίνουν καφέ σε παρακείμενη καφετέρια ...". Ενώ η αλήθεια είναι ότι ο εγκαλών ουδέποτε παρακίνησε τους προαναφερθέντες μάρτυρες να καταθέσουν όσα κατέθεσαν, τα δε κατατεθέντα από αυτούς ήταν αληθή και τα γνώριζαν αυτοί εξ ιδίας αντιλήψεως". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε κάθε αναιρεσίων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ. 1 και 22§1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτοί καταδικάστηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος αφού στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως με αλληλοσυμπλήρωσή του από το διατακτικό: α) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας των περιστατικών για τα οποία ψευδώς κατεμήνυσαν τον εγκαλούντα και ότι σκοπός τους ήταν η καταδίωξή του για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μαρτύρων, πράξη που αυτός δεν είχε τελέσει και για την οποία ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη και β) με βεβαιότητα προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Μαΐου 2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 3611/15-5-2012 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το αυτό, ιδίου περιεχομένου, δικόγραφο, ασκηθείσα αίτηση των: 1) Κ. Β. του Ι., κατοίκου ... και 2) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 3.729/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ