Αριθμός 1630/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Δ. του Κ., κατοίκου Μ. Ο. Μ., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Κ., κατοίκου Α. Α., 2) Ν. Δ. του Ι. και 3) Α. Χ. του Η., κατοίκων Α..., εκ των οποίων ο 2ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Λαμπρινούδη και οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Λαμπρινούδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2020 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-9-2020 αίτησή του και τους από 27-12-2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση, από 24-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 27/2020), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), με αριθ. 12/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 144 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ), εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, όπως εμφαίνεται από την με αριθ. 3645/2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Καλαμάτας Α. Τ. και την επί της προσβαλλόμενης απόφασης επισημείωση της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας, από την επομένη της κοινοποίησής της, στις 29-7-2020, όταν άρχισε η τριακονθήμερη προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, μέχρι 24-9-2020 όταν έλαβε χώρα η άσκησή της, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία καθόσον το χρονικό διάστημα από 1-31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται για την προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ (άρθρ. 147 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ). Παραδεκτοί είναι και οι από 27-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 192/2022) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που ασκήθηκαν κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για αναίρεση της ιδίας ως άνω απόφασης. Ειδικότερα, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 27-12-2022 και επίδοση αυτών στους αναιρεσίβλητους στις 28-12-2022, όπως εμφαίνεται από τις με αριθ. ..., ..., ..../... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Μ., δηλ. τριάντα (30) ημέρες πριν από την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (3-2-2023) (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Τα δικόγραφα αυτά (αναίρεσης και πρόσθετων λόγων αναίρεσης) πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 13-9-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. 23/2016) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ισχυριζόμενοι, α) ότι είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων σε οικοδομή του βρίσκεται στη Κ., όπως αυτά περιγράφονται ειδικότερα κατά θέση, εμβαδό και ΚΑΕΚ, β) ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ήταν ο οικοπεδούχος και κατασκευαστής της ανωτέρω οικοδομής και παραμένει αποκλειστικός κύριος και επικαρπωτής των περιγραφόμενων στην αγωγή διαιρεμένων ιδιοκτησιών, γ) ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανωτέρω οροφοκτητών, διέπονται από την με αριθ. .../12-12-2005 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Μ. Ζ., που έχει καταχωρηθεί νόμιμα στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου στο Κτηματολογικό Γραφείο ..., ο οποίος (κανονισμός) ρυθμίζει, μεταξύ άλλων και την άσκηση των δικαιωμάτων των συνιδιοκτητών από την αποκλειστική κυριότητα και την αναγκαστική συγκυριότητά τους στα κοινά μέρη του όλου ακινήτου, δ) ότι κατά την ανέγερση της οικοδομής το έτος 2007, αλλά και κατά τα έτη 2008 και 2012, ο εναγόμενος προέβη σε πλήθος αυθαιρέτων μεταβολών-κατασκευών στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων, της άδειας οικοδομής και της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα τις οποίες αυτοί διαπίστωσαν μετά το έτος 2013, ζήτησαν να αναγνωριστεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των επίδικων μερών της οικοδομής, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει στην κοινή χρήση των συνιδιοκτητών αυτής τα επίδικα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής με την επαναφορά αυτών στην προτέρα κατάσταση, άλλως να επιτραπεί στους ίδιους να το πράξουν με δαπάνες του εναγόμενου και να απαγορευτεί σ' αυτόν κάθε μελλοντική ενέργεια που θα τους παρεμποδίζει στη χρήση των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθ. 10/2018 οριστική απόφαση, του προαναφερομένου Δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσία. Κατά αυτής ασκήθηκε στο Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, η από 30-6-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 95/2018) έφεση, με την οποία ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 3741/1929 και του άρθρου 281 του ΑΚ και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την παραδοχή της έφεσης και την απόρριψη της αγωγής των αντιδίκων του. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την αγωγή την οποία δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ. α', 13 του ν. 3741/1929, "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού νόμου αυτού, 785, 787, 1002 και 1117 του ΑΚ προκύπτει ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, για την οποία έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία, δικαιούται, λόγω της αναγκαίας συγκυριότητάς του επί των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, να κάνει ακώλυτη χρήση αυτών και να προβαίνει στην επισκευή και ανανέωση αυτών, αρκεί να μην βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό των μερών αυτών. Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής γίνεται με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία (κανονισμό). Μπορεί, επίσης, με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής σε έναν ή και περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, με αντίστοιχο αποκλεισμό των άλλων. Αν δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες (ομόφωνες αποφάσεις των συνιδιοκτητών, που έχουν περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφεί), τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις ως άνω (ενδοτικής φύσης) διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του. Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 του ΑΚ και 1 επ. του ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου, αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "superficies solo cedit" ("τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις") που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α'του AK, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίσθηκε ή δεν ορίσθηκε έγκυρα, με τον συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 23/2000, ΑΠ 505/2022, ΑΠ 386/2021, ΑΠ 932/2021, ΑΠ 166/2020). Υπό τους όρους του ν. 3741/1929, αν με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή δεσμεύει όλους τους συνιδιοκτήτες, ακόμη και αν από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ή των οικοδομημάτων, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους (ΑΠ 932/2021, ΑΠ 532/2019). Από αυτά παρέπεται ότι, αν με κάποιο όρο του Κανονισμού απαγορεύεται σε συνιδιοκτήτη η ενέργεια μεταβολών σε κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων αυτών, η απαγόρευση ισχύει και όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση, ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών και, συνεπώς, όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη κατάσταση που δημιουργήθηκε από τέτοια ενέργεια συνιδιοκτήτη, δεν είναι αναγκαίο να ερευνάται αν από αυτή παραβλάπτεται η χρήση των άλλων, ούτε αν θίγονται τα δικαιώματά τους, ούτε αν μειώνεται η ασφάλεια των ιδιοκτησιών ή του όλου οικοδομήματος, ούτε αν μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του (ΑΠ 746/2018). Έτσι επί οριζόντιας συνιδιοκτησίας, κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται στην απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων, καθώς και στη χρήση σύμφωνα με τον κανονισμό, σε περίπτωση δε που προσβάλλεται στη χρήση αυτή δικαιούται να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον, δικαίωμα που στην περίπτωση αυτή ασκείται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του νόμου και δεν ενέχει, άνευ άλλου, καταχρηστικότητα, ακόμη και αν πέρασαν πολλά έτη από τις βλαπτικές ενέργειες (ΑΠ 932/2021, ΑΠ 532/2019, ΑΠ 200/2018). Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της οριζόντιας ιδιοκτησίας, τις επιμέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και το σκοπό που εξυπηρετεί το κοινό μέρος, που υφίσταται τη μεταβολή, στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας εντός του πλαισίου του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσης της οριζόντιας συνιδιοκτησίας. Εξάλλου, η από πολεοδομική άποψη νομιμοποίηση ή μη των οιασδήποτε φύσεως αυθαίρετων κατασκευών, δεν ασκεί έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται σε κάθε περίπτωση, από τον εναγόμενο η νομιμοποίησή τους, διότι η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές που είναι αντίθετες στο ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και ούτε νομιμοποιούνται, οι κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται, τα δικαιώματα των τελευταίων, ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν του κανονισμού της πολυκατοικίας (ΑΠ 932/2021, ΑΠ 532/2019, ΑΠ 442/2019, ΑΠ 1300/2014). Εφόσον δε με τον κανονισμό, που έχει ισχύ νόμου για τις σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών, εγκύρως συμφωνούνται περιορισμοί και απαγορεύσεις για ορισμένη χρήση κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας, έπεται ότι οι περιορισμοί αυτοί ισχύουν και όταν ακόμη με την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών, ούτε μειώνεται η ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος, ενώ κατάργηση της απαγόρευσης που συμφωνήθηκε με τον κανονισμό, δεν επέρχεται από μόνο το λόγο ότι μεταβλήθηκαν ή έπαυσαν οι προϋποθέσεις οι οποίες υπαγόρευσαν αυτή την απαγόρευση, ούτε δε με την προηγούμενη παράβαση του κανονισμού από κάποιον συνιδιοκτήτη (AΠ 872/2007, ΑΠ 732/1989). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με αποτέλεσμα να επάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτόν, επαγόμενη ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, πρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα διαγραφόμενα από την ανωτέρω διάταξη όρια (Ολ.ΑΠ 7/2002, ΑΠ 1/2023, ΑΠ 805/2023, ΑΠ 68/2022). Στη δε περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της παραπάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του. Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 505/2022, ΑΠ 330/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020). Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 505/2022, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Τέλος, κανόνα ουσιαστικού δικαίου με την έννοια που αναφέρεται στις παραπάνω διατάξεις του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν αποτελεί ο κανονισμός της πολυκατοικίας, δηλ. η νομική πράξη, με την οποία ρυθμίζονται δεσμευτικά για τους κυρίους των οριζόντιων ιδιοκτησιών και για τους διαδόχους τους θέματα σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία της έννομης σχέσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας και, ειδικότερα, ρυθμίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οροφοκτητών τόσο υπό την ιδιότητά τους ως συγκυρίων των κοινών μερών όσο και υπό την ιδιότητά τους ως αποκλειστικών κυρίων διαμερισμάτων. Ο κανονισμός, παρά τη δεσμευτικότητά του έναντι των συνιδιοκτητών, των διαδόχων τους κλπ., δεν αποβάλλει τον κατά τα άρθρα 4, 13 και 14 του ν. 3741/1929 δικαιοπρακτικό του χαρακτήρα, ούτε μετατρέπεται σε κανόνα δικαίου (ΑΠ 605/2023, ΑΠ 1170/2022, ΑΠ 514/2021, ΑΠ 417/2019, ΑΠ 1655/2018, ΑΠ 858/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικό μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς. Έτσι ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 932/2021, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, τον τέταρτο λόγο (κατ'ορθή αρίθμηση) και τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, ιδιοκτητών διαμερισμάτων της αναφερόμενης οικοδομής, που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929, στην οποία εξέθεταν ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, οικοπεδούχος-κατασκευαστής και ιδιοκτήτης διαμερισμάτων της οικοδομής αυτής, προέβη σε πλήθος αυθαιρέτων μεταβολών - κατασκευών στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων του ως άνω νόμου, καθώς και κατά παράβαση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και του κανονισμού, των πολεοδομικών διατάξεων και της άδειας οικοδομής, ήταν βάσιμη κατ' ουσία, απορρίπτοντας την ένσταση του εναγόμενου ότι αυτή (αγωγή) ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εκ του ότι παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις του κανονισμού της οικοδομής, των άρθρων 1002, 1117 του ΑΚ και των ν. 3741/1929 και 1024/1971. Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο (εκ παραδρομής αναγράφεται στο αναιρετήριο ως όγδοος λόγος) και τους συναφείς πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των νόμων 4759/2020 (άρθρ. 81) "Εκσυγχρονισμός της Χωροταξικής και Πολεοδομικής Νομοθεσίας ....", ο οποίος δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ Α 245/9.12.2020) μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, 4495/2017 (άρθρ. 98) "Έλεγχος και προστασία του Δομημένου Περιβάλλοντος ....", 4178/2013 "Αυθαίρετη δόμηση", 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους" και ν.δ/γμα 1024/1971, καθόσον η μη συγκατάθεση των συνιδιοκτητών-εναγόντων της επίδικης οικοδομής στις αυθαίρετες ενέργειες του εναγόμενου, που απαγορεύονται από τον κανονισμό της οικοδομής, δεν αποτελεί, με τις ως άνω διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας λόγο καθαίρεσης-κατεδάφισης αυτών, αφού πλέον αυτές νομιμοποιήθηκαν από τον τελευταίο και η νομιμοποίησή τους, η οποία μπορεί να γίνει μονομερώς από αυτόν, όπως και έγινε, ενεργεί έναντι των εναγόντων και εφαρμόζεται χωρίς τη δική τους συναίνεση. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: ''... Οι διάδικοι είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων πολυκατοικίας, η οποία βρίσκεται στη Κ., στη θέση "Γ.", επί της οδού Α., αρ. ... Ο εναγόμενος υπήρξε ο οικοπεδούχος και κατασκευαστής της πολυκατοικίας, από τον οποίο και αγόρασαν οι ενάγοντες τις ιδιοκτησίες τους. Σύμφωνα με την με αριθμό .../..2007 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβ/φου Καλαμάτας Μ. Ζ., η οποία τροποποίησε την με αριθμό .../…2005 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ιδίας ως άνω συμβ/φου, η πολυώροφη οικοδομή που ανεγέρθηκε, όπως αυτή εμφαίνεται στα από μηνός Μαρτίου έτους 2007 σχεδιαγράμματα κάτοψης του πολιτικού μηχανικού Γ. Σ., αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο-πιλοτή, πρώτο (Α), δεύτερο (Β) και τρίτο (Γ) πάνω από το ισόγειο ορόφους. Ο υπόγειος όροφος ορίστηκε να περιλαμβάνει: 1) την με στοιχεία (ΑΠ1) οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη, επιφανείας 7,59 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 5/1000 ιδανικά μερίδια, 2) την με στοιχεία (ΑΠ2) οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη, επιφανείας 12,46 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 5/1000 ιδανικά μερίδια, 3) την με στοιχεία (ΑΠ3) οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη, επιφανείας 8,55 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 5/1000 ιδανικά μερίδια, 4) την με στοιχεία (ΑΠ4) οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη, επιφανείας 9,82 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 5/1000 ιδανικά μερίδια, 5) την με στοιχεία (ΑΠ5) οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη, επιφανείας 9,02 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 5/1000 ιδανικά μερίδια, 6) την με στοιχεία (ΑΠ6) οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη, επιφανείας 5,63 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 5/1000 ιδανικά μερίδια, 7) την με στοιχεία (ΑΠ7) οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη, επιφανείας 5,55 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 5/1000 ιδανικά μερίδια, 8) την με στοιχεία (ΑΠ8) οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη, επιφανείας 6,05 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 5/1000 ιδανικά μερίδια, 9) την με στοιχεία (ΥΘΣ1) θέση στάθμευσης, επιφανείας 10,12 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου, 10) την με στοιχεία (ΥΘΣ2) θέση στάθμευσης, επιφανείας 10,12 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου, 11) την με στοιχεία (ΥΘΣ3) θέση στάθμευσης, επιφανείας 10,12 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου, 12) την με στοιχεία (ΥΘΣ4) θέση στάθμευσης, επιφανείας 10,12 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου, 13) την με στοιχεία (ΥΘΣ5) θέση στάθμευσης, επιφανείας 10,12 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου, 14) την με στοιχεία (ΥΘΣ6) θέση στάθμευσης, επιφανείας 10,12 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου, 15) την με στοιχεία (ΥΘΣ7) θέση στάθμευσης, επιφανείας 10,12 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου, 16) την με στοιχεία (ΥΘΣ8) θέση στάθμευσης, επιφανείας 10,12 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου, 17), την με στοιχεία (ΥΘΣ9) θέση στάθμευσης, επιφανείας 10,12 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου και 18) την με στοιχεία (ΥΘΣ10) θέση στάθμευσης, επιφανείας 10,12 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου. Επίσης, ο υπόγειος χώρος περιλαμβάνει και τους σχετικούς κοινόχρηστους χώρους, ήτοι το κλιμακοστάσιο, το φρεάτιο του ανελκυστήρα, το χώρο του λεβητοστασίου και της δεξαμενής πετρελαίου και τον κοινόχρηστο διάδρομο του υπογείου. Ο ισόγειος όροφος - πιλοτή ορίστηκε να περιλαμβάνει : 1) την με στοιχεία (ΙΣ1) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 29,47 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 6/1000 ιδανικά μερίδια, 2) την με στοιχεία (ΙΣ2) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 25,02 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 6/1000 ιδανικά μερίδια, 3) την με στοιχεία (ΘΣ1) κλειστή θέση στάθμευσης, επιφανείας 30,80 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 6/1000 ιδανικά μερίδια, 4) την με στοιχεία (ΘΣ2) κλειστή θέση στάθμευσης, επιφανείας 50,37 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 6/1000 ιδανικά μερίδια, 5) την με στοιχεία (ΘΣ3) κλειστή θέση στάθμευσης, επιφανείας 39,34 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 6/1000 ιδανικά μερίδια, 6) την με στοιχεία (ΑΘΣ1) ανοικτή θέση στάθμευσης, επιφανείας 21,25 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου, 7) την με στοιχεία (ΑΘΣ2) ανοικτή θέση στάθμευσης, επιφανείας 21,25 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου, 8) την με στοιχεία (ΑΘΣ3) ανοικτή θέση στάθμευσης, επιφανείας 23 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου, και 9) την με στοιχεία (ΑΘΣ4) ανοικτή θέση στάθμευσης, επιφανείας 20 τ.μ., η οποία δεν συμμετέχει στη συνιδιοκτησία του οικοπέδου. Ο πρώτος (Α) πάνω από το ισόγειο όροφος ορίστηκε να περιλαμβάνει: 1) την με στοιχεία (Α1) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 56,46 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 50/1000 ιδανικά μερίδια, 2) την με στοιχεία (Α2) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 56,22 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 50/1000 ιδανικά μερίδια, 3) την με στοιχεία (Α3) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 50,91 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 45/1000 ιδανικά μερίδια, 4) την με στοιχεία (Α4) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 49,28 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 44/1000 ιδανικά μερίδια, 5) την με στοιχεία (Α5) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 55,82 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 50/1000 ιδανικά μερίδια, και 6) την με στοιχεία (Α6) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 76,56 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 68/1000 ιδανικά μερίδια. Ο δεύτερος (Β) πάνω από το ισόγειο όροφος ορίστηκε να περιλαμβάνει: 1) την με στοιχεία (Β1) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 79,89 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 70/1000 ιδανικά μερίδια, 2) την με στοιχεία (Β2) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 86,70 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 77/1000 ιδανικά μερίδια, 3) την με στοιχεία (Β3) οριζόντια ιδιοκτησία-διαμέρισμα, επιφανείας 101,09 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 90/1000 ιδανικά μερίδια, 4) την με στοιχεία (Β4) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 81,58 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 73/1000 ιδανικά μερίδια. Ο τρίτος (Γ) πάνω από το ισόγειο όροφος ορίστηκε να περιλαμβάνει: 1) την με στοιχεία (ΓΙ) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 99,43 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 89/1000 ιδανικά μερίδια, 2) την με στοιχεία (Γ2) οριζόντια ιδιοκτησία-διαμέρισμα, επιφανείας 104,99 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 94/1000 ιδανικά μερίδια, 3) την με στοιχεία (Γ3) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 61,24 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 55/1000 ιδανικά μερίδια, 4) την με στοιχεία (Γ4) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα, επιφανείας 83,85 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 75/1000 ιδανικά μερίδια. Τέλος, η οικοδομή περιλαμβάνει και το δώμα, που περιλαμβάνει την απόληξη του κλιμακοστασίου, την απόληξη του ανελκυστήρα και την ελεύθερη και ακάλυπτη επιφάνεια που είναι κοινόχρηστη. Επίσης, σύμφωνα με τον με αριθμό .../2005 Κανονισμό Πολυκατοικίας της συμβ/φου Καλαμάτας Μ. Ζ., νομίμως μεταγεγραμμένου, που διέπει την εν λόγω οικοδομή, ορίζονται τα εξής: "Όλοι οι περιορισμοί κυριότητας σε οριζόντια ιδιοκτησία και οι υποχρεώσεις και οι απαγορεύσεις που αναφέρονται στον κανονισμό αυτό έχουν χαρακτήρα πραγματικής δουλείας σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν.3741/1929, κάθε δε παράβασή τους μπορεί να αποκρουσθεί από το διαχειριστή και από κάθε συνιδιοκτήτη. Ο παρών κανονισμός είναι επικρατέστερος των διατάξεων του Ν. 3741/1929 όπου δεν πρόκειται για διατάξεις Δημόσιας Τάξης." (άρθρο 1), <<Κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι είναι, ενδεικτικά, το οικόπεδο, κατά την καλυμμένη από την οικοδομή επιφάνειά του και κατά την ακάλυπτη, οι θεμελιώσεις, οι εξωτερικοί τοίχοι, οι μεσότοιχοι που χωρίζουν αυτοτελείς ιδιοκτησίες από άλλες ή από κοινόκτητους χώρους, οι μανδρότοιχοι, η από σκυρόδεμα κατασκευή, οι κλίμακες, τα πλατύσκαλα, η ταράτσα (δώμα) κατά την ακάλυπτη επιφάνειά της και οι σκεπές, οι διάδρομοι που οδηγούν από τα πλατύσκαλα στις οριζόντιες ιδιοκτησίες και κάθε χώρος που δεν αποτελεί οριζόντια ιδιοκτησία, ... , και γενικά η εξωτερική όψη της πολυκατοικίας, ... , όλες οι εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε κοινόχρηστους χώρους και γενικά κάθε άλλο έργο, πράγμα ή εγκατάσταση που είναι από το νόμο αδιαίρετο, κοινόκτητο και κοινόχρηστο και προορίζεται να εξυπηρετήσει περισσότερες από μία οριζόντιες ιδιοκτησίες ή όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής και ακόμα που έχει σχέση με την ασφάλεια, τη στερεότητα και την εμφάνιση της οικοδομής" (άρθρο 2), "Κάθε ιδιοκτήτης οριζόντιας ιδιοκτησίας έχει όλα τα δικαιώματα στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα που ο νόμος ορίζει για τους συνιδιοκτήτες, ανάλογα με το είδος και τον προορισμό τους, με τον όρο να μην εμποδίζει τη χρήση τους από τους άλλους δικαιούχους συνιδιοκτήτες. Οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι, πράγματα και εγκαταστάσεις πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθερα και να μη γίνεται κατάχρηση χρόνου κτήσης από τους δικαιούχους συνιδιοκτήτες ...>> (άρθρο 3),"Αντικείμενο της κυριότητας κάθε συνιδιοκτήτη στην πολυκατοικία είναι η οριζόντια ιδιοκτησία του με τα προσαυξήματα, παραρτήματα και εγκαταστάσεις της και η αναλογία της εξ αδιαιρέτου στα κοινόκτητα, κοινόχρηστα χώρους, έργα, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας ... Ο ιδιοκτήτης δύο ή και περισσότερων γειτονικών στο ίδιο όροφο οριζοντίων ιδιοκτησιών, ή και ιδιοκτησιών που βρίσκονται η μία πάνω από την άλλη, δικαιούται να τις χρησιμοποιεί ενιαία ή και να τις ενώνει, καταργώντας τους βοηθητικούς χώρους που δεν χρειάζονται, με τον περιορισμό να μην επηρεάζεται η λειτουργία ή η χρησιμοποίηση ή η στατική ικανότητα και γενικά η ασφάλεια της πολυκατοικίας ή κάποιας οριζόντιας ιδιοκτησίας ή η εμφάνιση της πολυκατοικίας. Ο κύριος οριζόντιας ιδιοκτησίας μπορεί και δικαιούται να μεταρρυθμίζει εσωτερικά στην ιδιοκτησία του κατά την κρίση του και υπό τον όρο ότι τα έργα αυτά δεν θα παραβαίνουν διατάξεις του Γ.Ο.Κ., δεν θα θίγουν κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, εγκαταστάσεις και πράγματα, τους εξωτερικούς τοίχους της ιδιοκτησίας του, την από σιδηρομπετόν κατασκευή της ιδιοκτησίας του και του όλου κτιρίου και γενικά κάθε στατικό στοιχείο της οικοδομής, ως και την ασφάλεια, την αντοχή και τη στερεότητα της οικοδομής .... Απαγορεύεται σε κάθε συνιδιοκτήτη η μεταρρύθμιση, η μεταβολή ή η επισκευή εξωτερικά της πρόσοψης της ιδιοκτησίας του, των διαδρόμων, των κλιμακοστασίων ή άλλων κοινοκτήτων και κοινοχρήστων. Επίσης απαγορεύεται να ανοίξει τρύπες στους εξωτερικούς τοίχους της ιδιοκτησίας του (εκτός αν αυτό χρειάζεται για την εγκατάσταση κλιματιστικών μηχανημάτων) και, σε κάθε περίπτωση, ποτέ στις προσόψεις του κτιρίου ή στους εξωτερικούς τοίχους του κτιρίου ει μη μόνο την εγκατάσταση κλιματιστικών μηχανημάτων, ... ". (άρθρο 4). Με το με αριθμό ... συμβόλαιο τροποποίησης οριζοντίου ιδιοκτησίας και αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβ/φου Ο... Χ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου, ο εναγόμενος μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα στους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, κατά ποσοστό 50% στον καθένα, την με στοιχεία (ΑΠ5) οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη του υπογείου και την με στοιχεία (Β4) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου μαζί με το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης της με στοιχεία (ΥΘΣ3) θέσης στάθμευσης του υπογείου. Με το δε με αριθμό ... συμβόλαιο τροποποίησης οριζοντίου ιδιοκτησίας και αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβ/φου Κ... Μ. Ζ., νομίμως μεταγεγραμμένου, ο εναγόμενος μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα στον πρώτο των εναγόντων την με στοιχεία (ΑΠ4) οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη του υπογείου και την με στοιχεία (Β2) οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου μαζί με το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης της με στοιχεία (ΥΘΣ4) θέσης στάθμευσης του υπογείου, των οποίων ακινήτων τη ψιλή κυριότητα μεταβίβασε ο πρώτος ενάγων το έτος 2015 στην κόρη του Κ. Κ. δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής του συμβ/φου Αθηνών Π. Λ.. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, ο Κανονισμός της επίδικης πολυκατοικίας προσδιορίζοντας τα κοινόχρηστα μέρη της οροφοκτησίας συγκαταλέγει, μεταξύ αυτών, και τον ακάλυπτο χώρο του όλου ακινήτου, δηλαδή το μη δομήσιμο τμήμα του, συνολικής επιφάνειας 736,23 τ.μ., που εκτείνεται γύρω από την οικοδομή, μέρος του οποίου, εμβαδού 492,94 τ.μ., προβλέπεται ως χώρος φύτευσης και ως πρασιά. Ο εναγόμενος, κατά το έτος 2009 περίπου, καταλαμβάνοντας παράνομα κοινόχρηστο χώρο, ανέγειρε βορειανατολικά του ακάλυπτου χώρου αυθαίρετο ισόγειο στεγασμένο κτίσμα, επιφάνειας 70 τ.μ. περίπου, αποτελούμενο από κολώνες, τοίχο, στέγη από πάνελ και τρεις θύρες. Το παραπάνω αυθαίρετο κτίσμα δεν προβλέπεται από την οικοδομική άδεια αλλά και την αναθεώρηση αυτής, δεν αναφέρεται ούτε στο σχέδιο-διάγραμμα κάλυψης του Πολιτικού Μηχανικού Γ. Σ., αλλά ούτε και στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε, όπου γίνεται περιγραφή της πολυκατοικίας και των διηρημένων οριζόντιων ιδιοκτησιών και δεν αποτέλεσε με νόμιμο τρόπο παράρτημα οριζόντιας αυτοτελούς ιδιοκτησίας του εναγομένου. Απεναντίας, κατασκευάστηκε από αυτόν παράνομα, τόσο από άποψη τήρησης των σχετικών πολεοδομικών διατάξεων, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται στην προαναφερόμενη άδεια οικοδομής ή σε αναθεώρησή της, όσο και από άποψη απαγόρευσης μεταβολών στα κοινά που παραβλάπτουν την σύγχρηση και θίγουν τα δικαιώματα των εναγόντων ως συνιδιοκτητών, αλλά και με την έννοια της χρήσης από την άποψη εμφάνισης γενικότερα του κτιρίου κατά τρόπο που προσκρούει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του. Την ανωτέρω αυθαίρετη κατασκευή κατά παράβαση του κοινόχρηστου χώρου συνομολογεί ο εναγόμενος. Επιπλέον, όσο αφορά στο ισόγειο όροφο-πιλοτή, στο από μηνός Μαρτίου του 2007 και με αριθμ. σχεδ. Α4 διάγραμμα κάτοψης ισογείου ορόφου -πιλοτής του πολιτικού μηχανικού Σ. Γ., με βάση το οποίο αναθεωρήθηκε η οικοδομική άδεια του κτιρίου, αλλά και στην με αριθμό ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, προβλεπόταν, όπως προαναφέρθηκε, η ύπαρξη δύο αυτοτελών, ανεξάρτητων οριζοντίων ιδιοκτησιών-διαμερισμάτων, τριών κλειστών θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτου, οι οποίες αποτελούν οριζόντιες ιδιοκτησίες του εναγομένου και τεσσάρων ανοικτών θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτου της πιλοτής, οι οποίες δεν μπορούν να αποτελούν οριζόντιες ιδιοκτησίες αλλά κοινόχρηστο χώρο. Αντί αυτών, ο εναγόμενος κατασκεύασε ήδη από το έτος 2007, πέραν των δύο προβλεπόμενων και νόμιμων διαμερισμάτων του ισογείου (υπό στοιχεία ΙΣ1 και ΙΣ2), ακόμα έξι διαμερίσματα, ιδιοκτησίας του, στο χώρο όπου κατά τα ανωτέρω προβλεπόταν η ύπαρξη τριών κλειστών θέσεων στάθμευσης πιλοτής, που αποτελούν διαιρεμένη ιδιοκτησία του και τεσσάρων ανοικτών θέσεων στάθμευσης πιλοτής. Το γεγονός των παράνομων αυτών μεταβολών χρήσης ιδιοκτησίας και κατασκευών (κατοικιών) στο ισόγειο χώρο της πιλοτής της οικοδομής συνομολογεί και ο εναγόμενος. Ειδικότερα, αντί της προβλεπόμενης ανοιχτής θέσης στάθμευσης με αριθμό 4 και χώρο κίνησης 1, όπως αποτυπώνεται στο από μηνός Μαρτίου 2007 και με αριθμ.σχεδ.Α4 διάγραμμα κάτοψης ισογείου ορόφου πιλοτής του πολ. μηχανικού Σ. Γ., αλλά και όπως αποτυπώνεται με στοιχεία (ΑΘΣ1) στην υπ' αριθμ. ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ο εναγόμενος κατασκεύασε γκαρσονιέρα 1, εμβαδού 33,88 τ.μ. Αντί της προβλεπόμενης ανοιχτής θέσης στάθμευσης με αριθμό 5 και χώρο κίνησης 2, όπως αποτυπώνεται στο ως άνω διάγραμμα κάτοψης ισογείου ορόφου πιλοτής του πολ. μηχανικού Σ. Γ., αλλά και όπως αποτυπώνεται με στοιχεία (ΑΘΣ2) στην υπ' αριθμ. ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατασκεύασε ο εναγόμενος γκαρσονιέρα 2, εμβαδού 35,20 τ.μ. Επιπλέον, αντί της προβλεπόμενης ανοιχτής θέσης στάθμευσης με αριθμό 6 και χώρο κίνησης 3, όπως αποτυπώνεται στο ως άνω διάγραμμα κάτοψης ισογείου ορόφου πιλοτής, αλλά και όπως αποτυπώνεται με στοιχεία (ΑΘΣ3) στην υπ' αριθμ. ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ο εναγόμενος κατασκεύασε γκαρσονιέρα 3, εμβαδού 29,02 τ.μ. Επίσης, αντί της προβλεπόμενης ανοιχτής θέσης στάθμευσης με αριθμό 7, όπως αποτυπώνεται στο διάγραμμα κάτοψης ισογείου ορόφου-πιλοτής του πολ. μηχανικού Σ. Γ., αλλά και όπως αποτυπώνεται με στοιχεία (ΑΘΣ4) στην υπ' αριθμ. ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ο εναγόμενος προέβη σε επέκταση του γραφείου του επί αυτής, το οποίο στεγάζεται στο διαμέρισμα του ισογείου υπό στοιχεία (ΙΣ1). Οι μεταβολές αυτές έγιναν από τον εναγόμενο παρανόμως, ήτοι κατά παράβαση της εκδοθείσας οικοδομικής άδειας και των σχετικών πολεοδομικών διατάξεων, καθώς και του κανονισμού της πολυκατοικίας και χωρίς να συναινούν οι ενάγοντες στην αλλαγή χρήσης των προβλεπόμενων ανοικτών χώρων στάθμευσης σε κατοικίες, εφόσον, σύμφωνα με το νόμο, οποιαδήποτε μεταβολή των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των περιορισμών της κυριότητας που έχουν ρυθμιστεί με τον κανονισμό δεν είναι δυνατόν να γίνει παρά με τον ίδιο τρόπο που καθορίστηκαν, δηλ. με συμβολαιογραφικό έγγραφο μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, το οποίο θα μεταγραφεί νομίμως. Πέραν των ανοικτών θέσεων στάθμευσης ο εναγόμενος προέβη σε αλλαγή χρήσης και των κλειστών θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτου. Έτσι, αντί της προβλεπόμενης κλειστής θέσης στάθμευσης με αριθμό 3, όπως αποτυπώνεται στο από μηνός Μαρτίου του 2007 και με αριθμ. σχεδ.Α4 διάγραμμα κάτοψης ισογείου ορόφου-πιλοτής του πολ. μηχανικού Σ. Γ., αλλά και όπως αποτυπώνεται με στοιχεία (ΘΣ3) στην υπ' αριθμ. ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ο εναγόμενος άλλαξε την χρήση της σε γκαρσονιέρα 5, εμβαδού 33,48 τ.μ. Προβλεπόταν, επίσης, κλειστή θέση στάθμευσης με αριθμό 2, όπως αποτυπώνεται στο ως άνω διάγραμμα κάτοψης ισογείου ορόφου-πιλοτής, και όπως αποτυπώνεται με στοιχεία (ΘΣ2) στη υπ' αριθμ. ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, στην οποία ο εναγόμενος άλλαξε την χρήση της σε γκαρσονιέρα 4, εμβαδού 42,19 τ.μ. Προβλεπόταν, τέλος, κλειστή θέση στάθμευσης με αριθμό 1, όπως αποτυπώνεται στο ως άνω διάγραμμα κάτοψης ισογείου ορόφου-πιλοτής, αλλά και όπως αποτυπώνεται με στοιχεία (ΘΣ1) στη υπ' αριθμ. ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, στην οποία ο εναγόμενος έκανε αλλαγή χρήσης σε γκαρσονιέρα 6, εμβαδού 41,15 τ.μ. Οι τελευταίες αυτές μεταβολές στις προβλεπόμενες κλειστές θέσης στάθμευσης, ήτοι η αλλαγή χρήσης τους σε κατοικίες, ναι μεν έγιναν από τον εναγόμενο κατά παράβαση της εκδοθείσας οικοδομικής άδειας και των σχετικών πολεοδομικών διατάξεων, όχι όμως και κατά παράβαση του κανονισμού της πολυκατοικίας, καθόσον οι κλειστές θέσης στάθμευσης αποτελούν οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι δεν ανήκουν στον κοινόχρηστο και κοινόκτητο χώρο της πολυκατοικίας (άρθρο 1 του Κανονισμού), ιδιοκτησίας όλες του εναγομένου, ο οποίος και χωρίς να συναινούν οι ενάγοντες, μπορούσε να προβεί στην αλλαγή χρήσης τους σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 4 του Κανονισμού. Πλέον τούτων, κατά το έτος 2007 ο εναγόμενος τοποθέτησε τσιμέντο και μεταλλικά κάγκελα σε τμήματα γύρω από τον εξωτερικό τοίχο στο ισόγειο της πολυκατοικίας και μόνιμα επί του εδάφους, προκειμένου να κατασκευάσει μπαλκόνια, αποκλειστικής χρήσης του ιδίου, για τις ανάγκες των διαμερισμάτων του (ΙΣ1 και ΙΣ2), αλλά και των μετατρεπόμενων σε διαμερίσματα, ιδιοκτησίας του, ανοιχτών και κλειστών θέσεων στάθμευσης της πιλοτής, περικλείοντας έτσι αυθαίρετα κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας. Συγκεκριμένα, στη δυτική πλευρά της πολυκατοικίας έχει κατασκευάσει δύο μπαλκόνια, το μεν πρώτο από αυτά στη γκαρσονιέρα 3 και το δε άλλο στη γκαρσονιέρα 1. Επίσης, ο εναγόμενος κατασκεύασε στη βορειοανατολική πλευρά της οικοδομής μία καγκελόφρακτη περίφραξη, ως υπαίθριο ιδιωτικό χώρο της γκαρσονιέρας 1, πρώην ανοικτής θέσης στάθμευσης 4, μία καγκελόφρακτη περίφραξη, ως υπαίθριο ιδιωτικό χώρο της οριζόντιας ιδιοκτησίας του (ΙΣ2) και μια καγκελόφρακτη περίφραξη ως υπαίθριο ιδιωτικό χώρο της γκαρσονιέρας με αριθμό 4, πρώην κλειστής θέση στάθμευσης με αριθμό 2. Όλες αυτές οι κατασκευές των βεραντών και των καγκελόφρακτων περιφράξεων καταλαμβάνουν αυθαίρετα κοινόχρηστο χώρο συνολικής επιφάνειας 43,87 τ.μ. Οι παράνομες αυτές μεταβολές, τις οποίες δεν αρνείται ο εναγόμενος, απαγορεύονται βάση της εκδοθείσας οικοδομικής άδειας και της σύστασης οριζόντιας οροφοκτησίας της οικοδομής, ως αναθεωρήθηκε, καθώς και βάση του Κανονισμού της οικοδομής (άρθρα 2, 3, 4, ως αναφέρθηκαν) και εμποδίζουν τη σύγχρηση των εναγόντων, ως συνιδιοκτητών, καθώς θίγουν την αισθητική εμφάνιση του κτιρίου και προσκρούουν στην αρχιτεκτονική κατασκευή του. Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος στον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου που βρίσκεται στη βορειανατολική πλευρά και στον οποίο, σύμφωνα με την οικοδομική άδεια και την αναθεώρηση αυτής, προβλεπόταν χώρος φύτευσης πρασίνου, συνολικής επιφάνειας 492,94 τ.μ. (όπως αναφέρεται στο σχέδιο Α2 του διαγράμματος κάλυψης του πολιτικού μηχανικού Γ. Σ. που συνόδευε αυτήν), προέβη κατά το έτος 2007 στη πλακόστρωση ενός χώρου, εμβαδού 260 τ.μ., και σε επίστρωση με τσιμέντο των υπολοίπων χώρων, εμβαδού 96,17 τ.μ. και 42,26 τ,μ. αντίστοιχα. Κατ' αυτό τον τρόπο, ο εναγόμενος μετέτρεψε παρανόμως τον ως άνω κοινόχρηστο χώρο σε χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων (βλ. και προσκομιζόμενες φωτογραφίες από τους ενάγοντες), κατά παράβαση και του ως άνω κανονισμού. Ακόμα, ο εναγόμενος προέβη, κατά το έτος 2007, αυθαίρετα στη τοποθέτηση δύο αυτόματων ηλεκτρικών συρόμενων θυρών (γκαραζόπορτες) στις κοινόχρηστες εισόδους της πολυκατοικίας και συγκεκριμένα εγκατέστησε μία γκαραζόπορτα, μήκους 4,60 μ., που βρίσκεται στη δυτική πλευρά τής οικοδομής επί της οδού Ε. και μία δεύτερη (συρόμενη πόρτα), μήκους 4,60 μ., στην ανατολική πλευρά της οικοδομής επί της παρόδου Λ. αρ. .... Η τοποθέτηση των παραπάνω θυρών στις κοινόχρηστες εισόδους της οικοδομής αποτελεί μεταβολή που απαγορεύεται σύμφωνα με τον κανονισμό της πολυκατοικίας, όπως προαναφέρθηκε και εφόσον για τη μεταβολή-κατασκευή αυτή δεν έχει ληφθεί πριν από την εκτέλεσή της σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, ενώ μεταρρυθμίσεις στα κοινά μέρη μπορεί να πραγματοποιηθούν νομίμως μόνο μετά την τροποποίηση της οικείας διατάξεως του κανονισμού και μεταγραφής του. Επιπροσθέτως, ο υπόγειος όροφος της πολυκατοικίας, σύμφωνα με το από Μάρτιο του 2007 διάγραμμα κάτοψης υπογείου του πολιτικού μηχανικού Σ. Γ. και την υπ' αριθμ. ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, περιλαμβάνει, όπως προαναφέρθηκε, αφενός τους σχετικούς κοινόχρηστους χώρους (κλιμακοστάσια, φρεάτιο, ανελκυστήρα, μηχανοστάσιο ανελκυστήρα, χώρο λεβητοστασίου και δεξαμενής πετρελαίου, κοινόχρηστο διάδρομο του υπογείου) και αφετέρου οκτώ αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες - αποθήκες (ΑΠ1, ΑΠ2, ΑΠ3, ΑΠ4, ΑΠ5, ΑΠ6, ΑΠ7 και ΑΠ8) και δέκα θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου (ΥΘΣ1, ΥΘΣ2, ΥΘΣ3, ΥΘΣ4, ΥΘΣ5, ΥΘΣ6, ΥΘΣ7, ΥΘΣ8, ΥΘΣ9 και ΥΘΣ10), οι οποίες θέσεις στάθμευσης δεν αποτελούν οριζόντιες ιδιοκτησίες, αλλά έχουν σε αυτές αποκλειστική χρήση οι ιδιοκτήτες συγκεκριμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας. Ο εναγόμενος, κατά παράβαση της οικοδομικής άδειας και της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ως αναθεωρήθηκε, καταλαμβάνοντας τμήμα από τη θέση στάθμευσης (ΥΘΣ9), εμβαδού 4,22 τ.μ., καθώς και του κοινόχρηστου χώρου του υπογείου, κατασκεύασε από το έτος 2007 λεβητοστάσιο, εμβαδού 9,71 τ.μ., όπως εμφαίνεται στο συνημμένο στην ένδικη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ στην προβλεπόμενη θέση του λεβητοστασίου, σύμφωνο: με το διάγραμμα κάτοψης υπογείου του πολιτικού μηχανικού Γ. Σ., εμβαδού 24,98 τ.μ. που ανήκει στα κοινόχρηστα πράγματα, έχει κατασκευαστεί χώρος στάθμευσης οχημάτων. Επίσης, η μεταλλική δεξαμενή καυσίμου, η οποία προβλεπόταν να βρίσκεται στον προβλεπόμενο χώρο λεβητοστασίου, έχει τοποθετηθεί αυθαιρέτως απέναντι από το υπάρχον νέο λεβητοστάσιο, σε απόσταση περίπου 5 μέτρων, εμβαδού 1,56 τ.μ. Περαιτέρω, ο εναγόμενος καταλαμβάνοντας τμήμα από τη θέση στάθμευσης (ΥΘΣ10), εμβαδού 2,88 τ.μ., αλλά και τμήμα εμβαδού 2,61 τ.μ. του προβλεπόμενου μηχανοστασίου, κατασκεύασε ήδη από το έτος 2007 μηχανοστάσιο, εμβαδού 5,49 τ.μ., όπως εμφαίνεται στο συνημμένο στην ένδικη αγωγή ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ η προβλεπόμενη θέση του μηχανοστασίου, εμβαδού 7,72 τ.μ., που ανήκει στα κοινόχρηστα πράγματα, χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης οχημάτων. Επίσης, στον κοινόχρηστο χώρο του υπογείου από το έτος 2007 και μετά εγκατέστησε ο εναγόμενος εσωτερικά, κρεμασμένες σε δοκάρια, δέκα εξωτερικές μονάδες κλιματιστικών μηχανημάτων που εξυπηρετούν τα διαμερίσματα ιδιοκτησίας του που βρίσκονται στο ισόγειο αλλά και τις αυθαιρέτως μετατραπείσες από αυτόν σε διαμερίσματα ανοικτές και κλειστές θέσεις στάθμευσης, όπως περιγράφησαν ανωτέρω, γεγονός που συνομολογεί και ο εναγόμενος. Επιπλέον, από κατασκευής της οικοδομής κάτω από τον πλακόστρωτο (παράνομα) χώρο φύτευσης, που βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά της πολυκατοικίας, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, ο εναγόμενος, όπως ο ίδιος συνομολογεί, έχει επεκτείνει παράνομα και αυθαίρετα τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο του υπόγειου πάρκινγκ, υπερβαίνοντας το περίγραμμα του ισογείου-πιλοτής της πολυκατοικίας, σε επιφάνεια που καταλαμβάνει 183,26 τ.μ. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η τοποθέτηση στο κοινόχρηστο υπόγειο χώρο και μάλιστα κρεμασμένες σε δοκάρια, των εξωτερικών μονάδων κλιματιστικών μηχανημάτων δεν παραβλάπτει την κοινή χρήση του υπογείου από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, ούτε και μεταβάλλει τη χρήση του υπογείου χώρου. Ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου περί τούτου είναι και το γεγονός του ότι ακόμη και ο κανονισμός της επίδικης πολυκατοικίας, προκειμένου για την εγκατάσταση κλιματιστικών μηχανημάτων, επιτρέπει να διανοιχθούν τρύπες στους εξωτερικούς τοίχους της οικοδομής. Το ίδιο ισχύει και για την αυθαίρετη επέκταση του υπογείου χώρου της πολυκατοικίας, η οποία συνιστά πολεοδομική μόνο παράβαση και δεν προβλέπεται ως κοινόχρηστος χώρος στην αρχικώς εκδοθείσα οικοδομική άδεια της πολυκατοικίας. Κατόπιν των προαναφερθέντων, η μετατροπή του ακάλυπτου χώρου της πιλοτής (ανοικτές θέσεις στάθμευσης) σε χώρους στεγασμένους κύριας χρήσης, η διατήρηση του στεγασμένου κτίσματος, της πλακόστρωσης και τσιμεντόστρωσης, των μεταλλικών κάγκελων και των ηλεκτρικών συρόμενων θυρών στο ισόγειο μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό των κοινόχρηστων χώρων του κτιρίου και παραβλάπτει τα δικαιώματα των εναγόντων, καθώς μεταξύ άλλων προκαλεί φθορές στην οικοδομή και δημιουργεί επιπλέον ανάγκες για καθαριότητα, επισκευές, βαψίματα και την εν γένει συντήρηση αυτών, με συνέπεια να επιβαρύνονται οι λογαριασμοί των κοινοχρήστων, γεγονός το οποίο συνομολογεί εν μέρει και ο εναγόμενος. Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος με την είσπραξη μισθωμάτων από την εκμίσθωση των αυθαίρετων διαμερισμάτων του ισογείου που αναλογούν στα ιδανικά μερίδια αναγκαίας συγκυριότητας των εναγόντων επί των κοινόχρηστων αυτών χώρων, αφενός ζημίωσε αυτούς κατά τα ποσά αυτά και αφετέρου τους αποστέρησε από τη χρήση της πιλοτής, η οποία έχει απολέσει τον προορισμό της που είναι, μεταξύ άλλων και ο αερισμός της οικοδομής. Εξάλλου, η μετατροπή των ανοικτών χώρων στάθμευσης σε κατοικίες, η πλακόστρωση και τσιμεντόστρωση του κοινόχρηστου χώρου φύτευσης και πράσινου καθώς και οι λοιπές αυθαίρετες κατασκευές στο ισόγειο συνιστούν ουσιώδη μεταβολή βλαπτική και για την όλη αρχιτεκτονική και αισθητική εμφάνιση της οικοδομής. Συνεπώς, και το πρωτόδικο δικαστήριο που έκρινε βλαπτικές για τους ενάγοντες και αντίθετες με τον κανονισμό της επίδικης πολυκατοικίας: α) το κατασκευασθέν στον κοινόχρηστο χώρο του ισογείου στεγασμένο κτίσμα, επιφάνειας 70 τ.μ. περίπου, αποτελούμενο από κολώνες, τοίχο, στέγη από πάνελ και τρεις θύρες, β) την αλλαγή χρήσης των ανοικτών θέσεων στάθμευσης του ισογείου-πιλοτής σε διαμερίσματα, γ) την τοποθέτηση μεταλλικών κάγκελων και καγκελόφρακτης περίφραξης προκειμένου για τη δημιουργία μπαλκονιών στα διαμορφωθέντα στον ισόγειο χώρο - πιλοτή διαμερισμάτων, δ) τη διατήρηση της πλακόστρωσης και τσιμεντόστρωσης στον προβλεπόμενο χώρο πρασίνου, ε) την τοποθέτηση των δύο αυτόματων ηλεκτρικών συρόμενων θυρών (γκαραζόπορτες) στις κοινόχρηστες εισόδους της πολυκατοικίας και στ) την αλλαγή χρήσης ορισμένων εκ των κοινοχρήστων χώρων του υπογείου, όπως ανωτέρω περιγράφηκε, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε, απορριπτομένου εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμου του τρίτου λόγου εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών-εναγόμενος διατείνεται ότι εσφαλμένα κρίθηκε δια της εκκαλουμένης ότι όλες οι ένδικες μεταβολές της οικοδομής είναι παράνομες και αντιβαίνουν τον κανονισμό της πολυκατοικίας. Ο ίδιος όμως λόγος έφεσης κατά το μέρος που αφορά την αλλαγή χρήσης των ανοικτών θέσεων στάθμευσης του ισογείου- πιλοτής σε διαμερίσματα, την τοποθέτηση στον υπόγειο χώρο της οικοδομής των εξωτερικών μονάδων κλιματιστικών μηχανημάτων και την επέκταση του κοινοχρήστου χώρου του υπογείου χώρου της οικοδομής θα πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε στην κρίση του θεωρώντας ότι και οι μεταβολές-αλλαγές αυτές είναι παράνομες και αντιβαίνουν τον κανονισμό της πολυκατοικίας. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων είναι επαχθείς για αυτόν, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος αυτών από την παρακώλυση ικανοποίησης του δικαιώματος τους, καθώς όπως αναφέρει "δεν θα μείνει τίποτα όρθιο" στο υπόγειο και επειδή τίθεται ζήτημα της στατικής επάρκειας της οικοδομής από την τυχόν κατεδάφιση των αυθαίρετων κατασκευών του ισογείου. Καταρχήν, στο υπόγειο θα πρέπει να μεταφερθούν στην αρχικώς προβλεπομένη θέση τους το λεβητοστάσιο, η δεξαμενή καυσίμου και το μηχανοστάσιο. Ο μάρτυρας απόδειξης Π. Κ., αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός, κατέθεσε ότι δεν υφίσταται κίνδυνος στατικότητας της πολυκατοικίας από την κατεδάφιση των αυθαίρετων μεταβολών στο υπόγειο και στο ισόγειο-πιλοτή εφόσον δεν γίνεται παρέμβαση στις κολώνες παρά μόνο στην τοιχοποιία της οικοδομής. Και ο μάρτυρας ανταπόδειξης Γ. Σ., πολιτικός μηχανικός, κατέθεσε όσο αφορά στο ισόγειο και την κατεδάφιση των αυθαίρετων κατασκευών (κατοικιών) "Όσον αφορά το ισόγειο, εντάξει είναι μελετημένο το ισόγειο αντισεισμικώς να αντέχει χωρίς τα κτισίματα, χωρίς τα τοιχία τα τούβλινα που υπάρχουν", ενώ αναφορικά με το υπόγειο κατέθεσε μόνο για την τυχόν καθαίρεση του εκτός περιγράμματος τμήματος του υπογείου και δεν αναφέρθηκε στις εργασίες που θα χρειαστούν για την αλλαγή θέσης του λεβητοστασίου, της δεξαμενής καυσίμου και του μηχανοστασίου, η μεταφορά των οποίων, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, απαιτεί ηλεκτρολογικές και υδραυλικές εργασίες. Έτσι, κρίνεται ότι δεν υφίσταται ζήτημα ασφάλειας της οικοδομής από τις αιτούμενες κατεδαφίσεις και συνεπώς δεν υφίσταται ανάγκη για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης περί του ζητήματος τούτου από μηχανικό, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του τέταρτου λόγου εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών-εναγόμενος παραπονείται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης περί της στατικότητας της οικοδομής σε περίπτωση πραγματοποίησης των όποιων κατεδαφίσεων. Περαιτέρω, ο εναγόμενος δεν απέδειξε τις επαχθείς για εκείνον επικαλούμενες συνέπειες από τις τυχόν όποιες κατεδαφίσεις, καθώς δεν επικαλέσθηκε τις τυχόν συνέπειες της φθοράς και του μελλοντικού κόστους από την ικανοποίηση του δικαιώματος των εναγόντων. Το γεγονός ότι αυτός (εναγόμενος) έχει καταβάλλει χρηματικά ποσά για την κατασκευή των αυθαιρεσιών και για την μετέπειτα τακτοποίησή τους ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω, ενώ δεν προσδιορίζει και δεν αποδεικνύει το κόστος άρσης των αυθαιρεσιών αυτών. Επίσης, ο εναγόμενος δεν επικαλείται τις τυχόν δυσμενείς συνέπειες που θα επέλθουν με την αποδοχή της αγωγής στον ίδιο, στους μισθωτές και συνιοδιοκτήτες της πολυκατοικίας που χρησιμοποιούν τις αυθαίρετες κατασκευές, καθότι η αγωγή ασκήθηκε ύστερα από αρκετά έτη και επιδιώκεται με αυτήν η ανατροπή μίας κατάστασης που δημιουργήθηκε από μακρού. Και ναι μεν με την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση θα προκληθεί κάποια φθορά στις εγκαταστάσεις της όλης οικοδομής, όμως η εν λόγω φθορά δεν είναι υπέρμετρη για την μεταφορά του λεβητοστασίου, της δεξαμενής καυσίμου και του μηχανοστασίου, όπως άλλωστε και για την παύση της χρήσεως του ισογείου χώρου ως χώρου κατοικίας, αφού η παύση αυτή μπορεί να γίνει με την απλή απόφραξη των σωληνώσεων, την αποξήλωση των ειδών υγιεινής στο λουτρό και του νεροχύτη της κουζίνας, την καθαίρεση των εσωτερικών τοίχων, των ερμαριοθηκών και των ντουλαπιών καθώς και την απεγκατάσταση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων στις παραπάνω θέσεις στάθμευσης που μετατράπηκαν σε διαμερίσματα κατοικίας. Και φυσικά η φθορά είναι κατά πολύ μικρότερη στην αποξήλωση των καγκέλων και των καγκελόφρακτων περιφράξεων καθώς και των πλακών και του τσιμέντου στον προβλεπόμενο χώρο πρασίνου, ενώ η φθορά είναι μηδαμινή κατά την κατεδάφιση του κτίσματος (κλειστό γκαράζ) στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και κατά την αφαίρεση των δύο γκαραζοπορτών. Με το ίδιο που έκρινε και το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του δεύτερου λόγου εφέσεως, κατά το μέρος που ο εκκαλών-εναγόμενος επιχειρεί να θεμελιώσει την καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων στις επαχθείες για αυτόν συνέπειες. Τέλος, με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο εφέσεως ο εκκαλών διατείνεται ότι η νομιμοποίηση-τακτοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών- μεταβολών στην εν λόγω πολυκατοικία, στην οποία νομιμοποίηση έχει ήδη προβεί και έχει πληρώσει τα σχετικά πρόστιμα, αίρει το δικαίωμα των συνιδιοκτητών να ζητούν την κατεδάφιση των παράνομων κατασκευών στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής. Όμως, η εκ των άρθρων του ν. 3741/1929 απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου πολυόροφης οικοδομής, υπαγόμενης στο σύστημα οριζόντιας ιδιοκτησίας του ανωτέρω νόμου και των άρθρων 1002, 1117 του Α.Κ., να ενεργεί κατασκευές στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, οι οποίες παρεμποδίζουν τη σύγχρηση των κοινοχρήστων αυτών χώρων από τους κυρίους των λοιπών αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών και η απαγόρευση κλεισίματος των ανοιχτών χώρων στάθμευσης, ακόμη και από τον έχοντα σε αυτές δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, δεν αίρεται από την, κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις, νομιμοποίηση των κατασκευών αυτών και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, με την πληρωμή των σχετικών προστίμων της πολεοδομικής αρχής. Διότι, με τον τρόπο αυτό, οι ανωτέρω κατασκευές ούτε νομιμοποιούνται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η εξ' αυτών παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες. Συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντα-εναγομένου αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι η διαδικασία τακτοποίησής τους δεν νομιμοποιεί τη χωρίς δικαίωμα αποκλειστική χρήση των προπεριγραφέντων τμημάτων του ακάλυπτου χώρου της οικοδομής εκ μέρους του εκκαλούντα-εναγομένου και το κλείσιμο των ανοικτών χώρων στάθμευσης, η οποία εξακολουθεί να είναι αντισυμβατική και ειδικότερα αντίθετη στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθώς το κύρος των ως άνω συμφωνιών μεταξύ των συνιδιοκτητών της οικοδομής, καθώς και τα απορρέοντα από αυτές δικαιώματα και υποχρεώσεις, δεν θίγονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, που ορίζουν για την παράβαση μόνο διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις, ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν του κανονισμού της πολυκατοικίας (....). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε το ίδιο ορθά το νόμο εφάρμοσε, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, έκρινε ως κατ' ουσία βάσιμο τον τρίτο λόγο έφεσης και, όπως προαναφέρθηκε, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθ. 10/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ως προς όλες τις οριστικές της διατάξεις, δηλ. και ως προς αυτές για τις οποίες οι σχετικοί λόγοι έφεσης απορρίφθηκαν, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την ένδικη αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της επίδικης οικοδομής, στη κοινή χρήση των εναγόντων και να πράξει αυτό (ο εναγόμενος) με δικές του δαπάνες, άλλως να επιτραπεί στους ενάγοντες να πράξουν αυτό οι ίδιοι με δαπάνες του εναγόμενου, ενώ απαγόρευσε στον τελευταίο κάθε μελλοντική ενέργεια παρεμπόδισης της χρήσης των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών από τους ενάγοντες. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τους προαναφερόμενους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου των ως άνω άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους", 281, 1002 και 1117 του ΑΚ, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού. Διέλαβε δε περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, σχετικώς με τα υπόψη ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του μη βάσιμου κατ` ουσία της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος που πρότεινε ο εναγόμενος-αναιρεσείων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, δεν αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο επομένως δεν παραβίασε ευθέως, εφόσον, πράγματι, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων-αναιρεσίβλητων δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν οι προαναφερόμενοι όροι της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ. Αναφορικά δε με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε εσφαλμένα την με αριθ. ... πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμό πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Μ. Ζ. και ειδικότερα τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 13 αυτής, καθώς και την με αριθ. ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ίδιας συμβολαιογράφου, είναι απαράδεκτη, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στον κανονισμό της οικοδομής, ο οποίος όμως δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως έχει προεκτεθεί, στην οικεία νομική σκέψη. Πιο συγκεκριμένα, οι ως άνω παραδοχές του στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια, δηλ. ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε καθ` υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν οι προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ αρχές, παράλληλα δε και η επικαλούμενη βλάβη του αναιρεσείοντος, για την καταχρηστική άσκηση της αγωγής, όπως προκύπτει από τις ίδιες ως άνω παραδοχές, δεν συνδέεται αιτιωδώς με προηγηθείσα συμπεριφορά των εναγόντων-αναιρεσίβλητων, αλλά ερείδεται σε, κατά παράβαση του νόμου και των όρων του κανονισμού, ενέργειες του ιδίου, συνιστάμενες στον αποκλεισμό των λοιπών συγκυρίων της οικοδομής, με τις λεπτομερώς αναφερόμενες ενέργειές του, από τη σύγχρηση των κοινόχρηστων χώρων, για τις οποίες δεν υπήρξε αδράνεια των πρώτων. Όλες οι αναφερόμενες στους προαναφερόμενους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών καθόσον: α) δεν διευκρινίζεται αν οι ενάγοντες ήταν ιδιοκτήτες διαμερισμάτων κατά το χρονικό σημείο ανέγερσης και ολοκλήρωσης των αυθαιρεσιών, β) δεν καθίσταται σαφές αν οι ενάγοντες ήταν γνώστες των αυθαιρεσιών, πότε και κατά ποιο τρόπο διαμαρτυρήθηκαν, γ) δεν διευκρινίζεται αν είχαν αυτοί όφελος από την καθαίρεση των κατασκευών και δ) δεν διευκρινίζεται γιατί ήταν επιζήμια η διαμορφωθείσα προ της αγοράς αισθητική της πρόσοψης της οικοδομής, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, πλέον της ουσιαστικής αβασιμότητάς τους, αφού αναφέρονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, ο χρόνος αγοράς των ιδιοκτησιών καθενός των εναγόντων (2007, 2008), ο χρόνος των αυθαιρεσιών από τον εναγόμενο στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής (2007 και 2009) και οι συνέπιες αυτών. Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παράθεσης αντιφατικής αιτιολογίας στη προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται, το Εφετείο αν και δέχθηκε: α) ότι θα ήταν σύννομες οι ενέργειες του, αν είχε προηγηθεί απόφαση της γενικής συνέλευσης και β) ότι τα μεταλλικά κάγκελα, μπαλκόνια, ισόγεια διαμερίσματα κλπ κατασκευάστηκαν το έτος 2007, δεν διευκρινίζει ποιοι ήταν οι ιδιοκτήτες κατά την εκτέλεση των αυθαιρεσιών και ποια η πλειοψηφία της γενικής συνέλευσης όταν αυτός είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης κατά το χρόνο των αυθαιρεσιών και εντούτοις, παρά τις εν λόγω αντιφάσεις, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων δεν είναι καταχρηστική και δέχθηκε την ένδικη αγωγή. Τούτο δε διότι η επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως αντιφάσεις, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστούν τέτοιες, εφόσον, στη προκειμένη περίπτωση, έλαβαν χώρα πράγματι αντικείμενες στον κανονισμό της οικοδομής ενέργειες του εναγόμενου στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής [α) κατασκευή στο κοινόχρηστο χώρο του ισογείου στεγασμένου κτίσματος, επιφάνειας 70 τ.μ. περίπου, αποτελούμενο από κολώνες, τοίχο, στέγη από πάνελ και τρεις θύρες, β) αλλαγή χρήσης των τεσσάρων ανοικτών θέσεων στάθμευσης του ισογείου-πιλοτής σε διαμερίσματα, γ) τοποθέτηση μεταλλικών κάγκελων και καγκελόφρακτης περίφραξης προκειμένου για τη δημιουργία μπαλκονιών στα διαμορφωθέντα στον ισόγειο χώρο-πιλοτή διαμερισμάτων, δ) διατήρηση της πλακόστρωσης και τσιμεντόστρωσης στον προβλεπόμενο χώρο πρασίνου, ε) τοποθέτηση δύο αυτόματων ηλεκτρικών συρόμενων θυρών (γκαραζόπορτες) στις κοινόχρηστες εισόδους της πολυκατοικίας και στ) αλλαγή χρήσης ορισμένων εκ των κοινοχρήστων χώρων του υπογείου], η αξίωση δε των εναγόντων για την άρση της δημιουργηθείσας ως άνω παράνομης κατάστασης, κρίθηκε, για τους προεκτεθέντες λόγους, από το δικαστήριο, ότι δεν είναι καταχρηστική. Επομένως, οι ως άνω πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, τέταρτος και πέμπτος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Απορριπτέος, ως αβάσιμος κρίνεται και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, καθώς και οι συναφείς πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται, όπως προαναφέρθηκε, η αιτίαση ότι οι αυθαίρετες κατασκευές στις οποίες προέβη ο εναγόμενος κατά παράβαση του κανονισμού της οικοδομής, έχουν υπαχθεί στους προαναφερόμενους πολεοδομικούς νόμους περί νομιμοποίησης αυθαιρέτων και έχουν εξαιρεθεί (αυθαίρετες κατασκευές) της κατεδάφισης. Και τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές διατάξεις των νόμων που προαναφέρονται, καθόσον η διαδικασία τακτοποίησής τους (αυθαίρετων κατασκευών) δεν νομιμοποιεί την η εκ των προαναφερόμενων άρθρων του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους'', απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου πολυώροφης οικοδομής, η οποία υπάγεται στο σύστημα οριζόντιας ιδιοκτησίας του ως άνω νόμου και των άρθρων 1002, 1117 του ΑΚ, να ενεργεί κατασκευές στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, οι οποίες παρεμποδίζουν τη σύγχρηση των κοινόχρηστων αυτών χώρων από τους κυρίους των λοιπών αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών και τη χωρίς δικαίωμα αποκλειστική χρήση τμημάτων των ακάλυπτων χώρων και το κλείσιμο των ανοικτών χώρων στάθμευσης ακόμη και από τον έχοντα σε αυτές δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, αφού εξακολουθούν να είναι αντίθετα στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και στον κανονισμό της οικοδομής, που έχει ισχύ νόμου για τις σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών, καθώς και τα απορρέοντα από αυτές δικαιώματα και υποχρεώσεις δεν θίγονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, με τις οποίες νομιμοποιούνται οι εν λόγω κατασκευές. Κατάργηση της απαγόρευσης που συμφωνήθηκε με τον κανονισμό, που έχει κατά τα παραπάνω ισχύ νόμου για τις σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών, δεν επέρχεται από μόνο το λόγο ότι μεταβλήθηκαν ή και έπαυσαν οι προϋποθέσεις οι οποίες υπαγόρευσαν αυτή την απαγόρευση (ΑΠ 622/1990, ΑΠ 732/1989, ΑΠ 179/1980). Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι σε περίπτωση ευμενούς μεταβολής των πολεοδομικών διατάξεων, μπορεί να ζητηθεί η τροποποίηση του κανονισμού της οικοδομής, αλλά αν αυτό δεν συμβεί εξακολουθεί να ισχύει η συμφωνία των συγκυρίων σε όλο της το περιεχόμενο (ΑΠ 421/1997). Τέλος, με τον εμπεριεχόμενο στο τρίτο (κατ'ορθή αρίθμηση) λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ορθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του ότι η εκ μέρους των εναγόντων άσκηση του δικαιώματός τους είναι καταχρηστική, κατά το σκέλος κατά το οποίο διατείνονταν ότι οι αυθαίρετες κατασκευές, τις οποίες συνομολογεί, έγιναν το έτος 2007 (πλην της ανέγερσης του στεγασμένου κτίσματος στον ακάλυπτο χώρο του ισογείου που έγινε το έτος 2009), πριν από την αγορά από τους ενάγοντες των ιδιοκτησιών τους, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι ενάγοντες, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθούν ή να προσφύγουν στις αρμόδιες αρχές. Τον ισχυρισμό του αυτόν απέρριψε το Εφετείο, με την παραδοχή ότι " ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο ο εναγόμενος επιχειρεί να θεμελιώσει την καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων στη μακρά αδράνειά τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι ο εναγόμενος, εκτός από την αδράνεια των εναγόντων, δεν μνημονεύει και έτερα περιστατικά ή άλλες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προέρχονται από την προηγούμενη συμπεριφορά τους, από τα οποία, ενόψει και της αδράνειάς τους, να προκύπτει ότι δημιουργήθηκε σε αυτόν (εναγόμενο) και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν πρόκειται να ασκήσουν το ένδικο δικαίωμά τους και ότι, κατ' ακολουθία, διαμορφώθηκε μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας θα έχει επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες .... ". Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων-αναιρεσίβλητων, που είχε προβάλει ο εναγόμενος-αναιρεσείων, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, όπως ο τελευταίος διατείνεται. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, μόνη η επικαλούμενη αδράνεια των εναγόντων-δικαιούχων για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον εναγόμενο -υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, των οποίων δεν γίνεται επίκληση εν προκειμένω. Επομένως, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, αλλά και των άρθρων 591 παρ. 1 και 614 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ` του ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων και περί επικινδυνότητας της κατεδάφισης των αυθαίρετων κατασκευών: α) την από ... τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Σ. Σ., β) τις με αριθ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις που αυτός προσκόμισε και γ) την με αριθ. ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Μ. Ζ.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση όμως, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα έλαβε υπόψη και επανεκτίμησε "... τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που νομότυπα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, καθώς και των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, όπως και οι υπ' αριθμ. ... και ... ένορκες καταθέσεις της συμβ/φου Καλαμάτας Σ. Σ. που προσκομίζει το πρώτον ο εκκαλών κατόπιν νομίμου κι εμπροθέσμου κλητεύσεως των εφεσιβλήτων και η υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας που επικαλούνται και προσκομίζουν το πρώτον οι εφεσίβλητοι κατόπιν νομίμου κι εμπροθέσμου κλητεύσεως του εκκαλούντος ...''. Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, όπως και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται κατ' επανάληψη ρητή αναφορά στην με αριθ. ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Μ. Ζ. . Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τους ως άνω λόγους αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν εξαίρεται αναφορικά με το για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαίρεσης αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτίμησής του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ανέλεγκτη ((Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1229/2023, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 8/2021, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 595/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω με αριθ. ... τροποποίησης πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Μ. Ζ., δεχόμενο ότι οι ανοικτές θέσεις στάθμευσης αποτελούν κοινόχρηστο χώρο, ενώ από το παραπάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτει ότι αυτές είναι ιδιόχρηστες. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Εφετείο, δηλ. ότι " στην με αριθμό ... τροποποίηση πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, προβλεπόταν, η ύπαρξη δύο αυτοτελών, ανεξάρτητων οριζοντίων ιδιοκτησιών-διαμερισμάτων, τριών κλειστών θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτου, οι οποίες αποτελούν οριζόντιες ιδιοκτησίες του εναγομένου και τεσσάρων ανοικτών θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτου της πιλοτής, οι οποίες δεν μπορούν να αποτελούν οριζόντιες ιδιοκτησίες αλλά κοινόχρηστο χώρο", όπως αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έχει σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς το ζήτημα αυτό. Επομένως το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ανωτέρω συμβολαιογραφικής πράξης, εκτιμώντας το περιεχόμενο της ως προς το ότι οι τέσσερεις ανοικτές θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου της πιλοτής, δεν αποτελούν οριζόντιες ιδιοκτησίες αλλά κοινόχρηστο χώρο, όπως πράγματι έχει, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ανέγνωσε και συνεκτίμησε το εν λόγω έγγραφο μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς περαιτέρω να εξαίρει την βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της κρίσης του και χωρίς να στηρίξει την κρίση του μόνο σ` αυτό ή κυρίως σ` αυτό. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του πιο πάνω εγγράφου για τη συναγωγή, από το Εφετείο, αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, στην περίπτωση δε αυτή πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1170/2022). Συνεπώς ο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την, από 24-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 27/2020), αίτηση αναίρεσης και τους από 27-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 192/2022) πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της με αριθ. 12/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Απορρίπτει την αναίρεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους κατά της άνω απόφασης. Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει, σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ