Αριθμός 1430/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ... και 2) Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Καλογερά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1183/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν εκπροσωπήθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2013 αίτησή τους αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 13 Σεπτεμβρίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 623/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να γίνουν δεκτοί εν μέρει οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης για τον Ν. Π., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και για τους αυτεπαγγέλτως εξετασθέντες, κατ' άρθρο 511 λόγους αναίρεσης ως προς τον Ν. Π. και λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος ως προς τον Γ. Τ.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συνεδριάσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώστηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα, από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ, πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 1183/2013 απόφαση του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών καταδίκασε τους 1) Γ. Τ. (πρώτο αναιρεσείοντα) και 2) Ν. Π. (δεύτερο αναιρεσείοντα) σε ποινή φυλακίσεως πέντε ετών τον καθένα για (κακουργηματική) απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση με περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών τον καθένα για απόπειρα (πλημμεληματικής) απάτης από κοινού και συνολικά σε ποινή φυλακίσεως πέντε ετών και τριών μηνών. Από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του δικαστηρίου προκύπτει ότι έγινε ανάγνωση μεταξύ των άλλων και των εξής εγγράφων: 1) φωτοαντίγραφα κατάστασης ελλειμμάτων απογραφής, 2) οκτώ (8) φωτοαντίγραφα τιμολογίων - δελτίων αποστολής, όπως εμφαίνονται στην οθόνη του computer, 3) τέσσερις καταστάσεις τιμολογίων - δελτίων αποστολής και αποδείξεις λιανικής πώλησης, 4) καρτέλα προμηθευτών με ημερομηνία από 2.1.2008 έως 31.12.2008 και 5) η από 26.5.11 βεβαίωση της ΜΕΤΡΟ. Τα αναγνωσθέντα αυτά έγγραφα προσδιορίζονται με επάρκεια, έτσι ώστε δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς την ταυτότητα και την ατομικότητα τους και οι κατηγορούμενοι μπορούσαν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ, έτσι ώστε δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα της υπερασπίσεως τους, ούτε δημιουργήθηκε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Με την ανάγνωση του κειμένου των εγγράφων αυτών στο ακροατήριο, επαρκώς προσδιορίσθηκε η ταυτότητά τους και έγιναν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις, παρατηρήσεις περί αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Ο μοναδικός αυτός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλομένη απόφαση η προαναφερομένη πλημμέλεια για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι με την περιεχομένη στα πρακτικά αναφορά δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 2 εδ. β' και γ', 96 παρ. 2, 462, 465 παρ. 1 και 2 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτουν, εκτός άλλων, και τα εξής: α) ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο (όπως είναι και η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως) που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 2 ιδίου Κώδικος (απλή έγγραφη δήλωση του εντολέως και βεβαίωση της γνησιότητος της υπογραφής αυτού από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο), β) πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση, γ) το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάστηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση και δ) εάν ο αντιπρόσωπος ενήργησε χωρίς εντολή ή χωρίς να τηρήσει τις ως άνω διατυπώσεις το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ο διορισμός (του δικηγόρου αντιπροσώπου) παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί τον διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητώς. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου με αντιπρόσωπο (δικηγόρο ή μη) απαιτείται να υπάρχει, κατά τον χρόνο ασκήσεώς του, η σχετική προς τούτο ειδική εντολή. Αρκεί δε και η γενική πληρεξουσιότητα προς τον δικηγόρο, αλλά, για να περιλαμβάνει και το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκων μέσων, δεν φθάνει μόνο να αναφέρεται η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, αλλά πρέπει να μνημονεύεται ρητώς και η εντολή προς άσκηση ενδίκων μέσων και ιδία του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το ένδικο μέσο της αναιρέσεως άσκησαν οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες με δήλωσή τους που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ το από 13.9.13 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως υπέγραψε και κατέθεσε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 16.9.2013 ο δικηγόρος Αθηνών, Χριστόφορος Καλογεράς, ο οποίος παραστάθηκε στην έκκλητο δίκη μόνον ως πληρεξούσιος του δευτέρου αναιρεσείοντος, χωρίς σχετική εξουσιοδότηση του πρώτου αναιρεσείοντος και, επομένως, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα οι πρόσθετοι λόγοι προβάλλονται απαραδέκτως. Η δήλωση των αναιρεσειόντων στην άνω δήλωση αναιρέσεως ότι τον διορίζουν πληρεξούσιο δικηγόρο τους δεν αρκεί για την άσκηση προσθέτων λόγων, διότι δεν φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των από δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο, ούτε περιέχει εντολή ασκήσεως προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη, κατ' άρθρο 25 παρ. 1 δ του ν. 4055/2012, αν υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και ήδη, κατ' άρθρο 25 παρ.1 δ του ν. 4055/2012, αν υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και προκαλεί, διατηρεί ή ενισχύει την πλάνη. Οι ψευδείς δε παραστάσεις πρέπει να είναι πρόσφορες να παραπλανήσουν τον παθόντα και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ιδίου του δράστη ή και άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής καταστάσεως οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Κατά δε το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί. Επίσης, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη μνεία, ειδικότερα, στην αρχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενόρκως μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καθολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι σε επιλεκτική ορισμένων από αυτά. Επομένως, η πρώτη αιτίαση του πρώτου προσθέτου λόγου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμη, ενώ οι ειδικότερες σε αυτόν αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλεται η αντίθεση των αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, το δικαστήριο στηρίχθηκε επιλεκτικώς σε ορισμένα μόνον, επισημαινόμενα, αποδεικτικά μέσα και δεν έλαβε υπόψη άλλα, επισημαινόμενα, αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και, κατά τούτο, ο πρόσθετος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττει ως εσφαλμένη ο αυτός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Ως προς την ειδικότερη περαιτέρω αιτίαση, στον αυτό πρώτο πρόσθετο λόγο, περί αντιφατικής αιτιολογίας επειδή το δικαστήριο δέχθηκε ότι για το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-6-2006 μέχρι 20-6-2008 ο Ν. Π. επεσκέπτετο μια φορά την εβδομάδα το συγκεκριμένο κατάστημα της πολιτικώς ενάγουσας όπου, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, διεπράχθησαν οι απάτες, και επομένως το επεσκέφθη μόνον 104 συνολικά φορές, και κάθε φορά, κατά τις παραδοχές της, την ζημίωνε εξαπατώντας την πολιτικώς ενάγουσα κατά το ποσό των 1.000 ευρώ, και συνεπώς η συνολική ζημία της πολιτικώς ενάγουσας δεν υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ παρά ταύτα δέχθηκε ως συνολική ζημία της το ποσό των 150.000 ευρώ, και επομένως οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε φέρουν τον χαρακτήρα όχι κακουργήματος αλλά πλημμελήματος, ο αυτός πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι ο Ν. Π. επεσκέπτετο το συγκεκριμένο κατάστημα της πολιτικώς ενάγουσας, μια φορά την εβδομάδα, αλλά ότι αυτός το επεσκέφθη 150 φορές κατά το επίμαχο διάστημα και ότι κάθε φορά δια της εξαπατήσεώς της προκαλείτο στην πολιτικώς ενάγουσα ζημία 1.000 ευρώ και συνολικώς 150.000 ευρώ. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο. Αυτό συμβαίνει και όταν το κατ' έφεση δικάζον δικαστήριο δέχεται πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων κατεδικάσθη ο εκκαλών κατηγορούμενος, τα οποία δεν είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τα οποία καθιστούν αξιόποινη την πράξη, η οποία ήταν, κατά τις παραδοχές της εκκαλουμένης, ανέγκλητη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση από την πρωτοβάθμια υπ' αριθμ. 3018/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι, αναφορικά με το πλημμέλημα της από κοινού απόπειρας πλημμεληματικής απάτης, το δικαστήριο δέχθηκε και στο σκεπτικό και στο διατακτικό του ότι ο δεύτερος αναιρεσείων Ν. Π., συναποφάσισε μεν με τον αναιρεσείοντα Γ. Τ. να τελέσει το παραπάνω πλημμέλημα αλλά όχι και ότι συνεκτέλεσε αυτό. Παρά το ότι στην εκκαλουμένη ουδεμία παραδοχή υπήρξε ως προς την σύμπραξη του δευτέρου αναιρεσείοντος στην εκτέλεση του παραπάνω εν αποπείρα πλημμελήματος, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται ως προς αυτόν η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το, κατ' έφεση του κατηγορουμένου, δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ώστε να στοιχειοθετηθεί και ως προς τον Ν. Π., η αντικειμενική υπόσταση του εν αποπείρα πλημμελήματος. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του καταδίκασε τον δεύτερο αναιρεσείοντα Ν. Π. για απόπειρα πλημμεληματικής απάτης κατά συναυτουργία προσθέτοντας πραγματικά περιστατικά περί συνεκτελέσεως και από τον Ν. Π. προκειμένου να θεμελιώσει το βάσιμο της κατηγορίας εις βάρος του, παρά τα ότι τα περιστατικά αυτά δεν περιέχονται στην πρωτοβάθμια απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, εκτιμώμενος ως λόγος υπερβάσεως εξουσίας και μάλιστα θετικής υπερβάσεως εξουσίας, εκ του ότι το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από τον νόμο (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ), και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί κατά τούτο η αναιρεσιβαλλομένη και, στην συνέχεια επειδή δεν στοιχειοθετείται με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά έγκλημα, του δευτέρου αναιρεσείοντος, απόπειρας πλημμεληματικής απάτης πρέπει, αναιρουμένης μερικώς της προσβαλλομένης αποφάσεως, να κηρυχθεί αυτός αθώος για την πράξη αυτή και, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, να απαλειφθεί η διάταξή της περί επιβολής σε αυτόν της ποινής φυλακίσεως δέκα μηνών για την πράξη αυτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν 3160/2003, "αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναιρέσεως που αναφέρονται στα στοιχεία Α, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Η της παραγράφου 1 του άρθρου 510". Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 67 παρ. 3 του ν. 3994/2011, "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ (μη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνουσα το έτος), είναι υποχρεωμένο, και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής υπό όρους και μόνο αν δεν δεχθεί την αναστολή αυτή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή της ειδικά και εμπεριστατωμένα. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινομένη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι του δευτέρου αναιρεσείοντος ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχουν παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠοινΔ, ο δεύτερος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών του επέβαλε την παραπάνω ποινή φυλακίσεως, πρέπει, μετά την απαλοιφή της ποινής φυλακίσεως των δέκα μηνών για την απόπειρα (πλημμεληματικής) απάτης, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί εν μέρει κατά το αντίστοιχο μέρος της ως προς αυτόν και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων, οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ) αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, για να αποφανθεί μόνον για την υπό όρους αναστολή ή μη της εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως των πέντε ετών. Κατά τα λοιπά η κρινομένη αίτηση του αναιρεσείοντος Ν. Π., πρέπει, να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Γ. Τ. και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 1183/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα Ν. Π. και μόνο ως προς την πράξη της από κοινού απόπειρας (πλημμεληματικής) απάτης. Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα Ν. Π. για την πράξη αυτή που φέρεται ότι τέλεσε στο Μοσχάτο Αττικής την 20-6-2008, εις βάρος της εταιρείας "ΜΕΤΡΟ ΑΕΒΕ". Απαλείφει τη διάταξη της αναιρεσιβαλλομένης περί επιβολής στον αναιρεσείοντα Ν. Π. της ποινής φυλακίσεως δέκα μηνών για την πράξη αυτή, ώστε να παραμείνει μόνον η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών για τη συρρέουσα πράξη της (κακουργηματικής) απάτης κατά συναυτουργία κατ' εξακολούθηση. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως, για να αποφανθεί μόνον για την υπό όρους αναστολή ή μη της εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως πέντε (5) ετών που επιβλήθηκε στον Ν. Π.. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 29-4-2013 (υπ' αριθ. 3334/30-4-2013) αίτηση - δήλωση αναιρέσεως και τους από 13.9.13 προσθέτους λόγους του αναιρεσείοντος Ν. Π., που κατετέθησαν στις 16.9.2013. Απορρίπτει την από 29-4-2013 (υπ' αριθ. 3334/30-4-2013) αίτηση - δήλωση αναιρέσεως και τους από 13.9.13 προσθέτους λόγους του αναιρεσείοντος Γ. Τ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1183/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Γ. Τ. στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ