Αριθμός 1211/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χας Ε. Δ., το γένος Α., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "... Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γεωργιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2014 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σητείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 410/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-12-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ` αριθ. .../ 2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών (με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών) Ε. Α., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον, με επιμέλεια του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την ορισθείσα δικάσιμο της 3-2-2023, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της άνω αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ το οποίο εφαρμόζεται κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη. Επομένως, εφόσον η απολιπόμενη αναιρεσίβλητη έχει κλητευθεί νομίμως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με το οποίο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 113/2011) και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή πού εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 905/2017, ΑΠ 275/2017). Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1126/2015). Επίσης για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, που προβλέπεται στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1569/2022, ΑΠ 1184/2019). Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 11-12-2019, αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 410/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας επί της από 21-10-2016 εφέσεως της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 39/2016 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σητείας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων". Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του εγγράφου της αναίρεσης οι αναφερόμενοι σ' αυτήν λόγοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, εκτίθενται ελλειπώς, και συγκεκριμένα ελλείπουν οι ζυγές σελίδες αυτού, (του δικογράφου της αναίρεσης) με επανάληψη του σχετικού κειμένου των σχετικών διατάξεων χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων, που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση των συγκεκριμένων λόγων, με αποτέλεσμα το παρόν Δικαστήριο να μη δύναται να προβεί σε ασφαλή κρίση περί των λόγων αυτής. Συνεπώς, η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι είναι ακατάληπτη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Ομοίως αντίγραφο του αναιρετηρίου με ελλιπή περιγραφή των αναφερομένων στους λόγους αναίρεσης, επιδόθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, γεγονός που αυτή επισημαίνει με τις κατατεθείσες προτάσεις της και ότι εξαιτίας της έλλειψης αυτή δεν δύναται να αμυνθεί προσηκόντως στους λόγους αναίρεσης. Διάταξη περί εισαγωγής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παραβόλου. Επίσης δεν ορίζεται και διάταξη δικαστικής δαπάνης, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-12-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ` αριθ. 410/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ