Αριθμός 478/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Σφυρή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: 1)Π. Κ. του Ι. και 2) Δ. Κ., συζ. Π. Κ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσόβολου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2316/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 458/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 6.4.2021 αίτηση διώκεται από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα η αναίρεση της υπ' αριθ. 458/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών επί εφέσεως των εναγομένων κατά της υπ'αριθ. 2316/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και η οποία απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατόπιν εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, που την είχε κάνει δεκτή. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 του ΚΠολΔ αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και, στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει, τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως 50.000 ευρώ υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Η προεκτεθείσα διάταξη από την πλευρά του αντικειμένου της εκτελέσεως, προϋποθέτει υποχρέωση προς υλική πράξη, αφενός μεν μη δυναμένη να γίνει από τρίτο πρόσωπο, αφ' ετέρου δε εξαρτωμένη αποκλειστικώς από τη βούληση του οφειλέτη. Εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, το δικαστήριο και κατά τη διαδικασία κατά την οποία δικάζει την απαίτηση, αφού καταδικάσει τον οφειλέτη σε επιχείρηση της πράξεως, συγχρόνως και με την ίδια απόφασή του οφείλει να προβλέψει και για την περίπτωση της μη συμμορφώσεως του οφειλέτη και να καταδικάσει αυτόν αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή μέχρι του ως άνω ποσού και σε προσωπική κράτηση μέχρι ενός έτους. Επομένως η καταδίκη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση χωρεί αυτεπαγγέλτως, υποχρεωτικώς και αθροιστικώς μέχρις ότου ο καθ' ου η εκτέλεση εξαναγκασθεί να συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο της αποφάσεως. Ο δανειστής δικαιούται να χρησιμοποιήσει τα δύο αυτά μέσα της εμμέσου εκτελέσεως ή οποιοδήποτε απ' αυτά προς πειθαναγκασμό του καθ' ου η εκτέλεση. Το δικαστήριο δεν απειλεί τη χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, αλλά καταδικάζει τον οφειλέτη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση. Εξ' άλλου, με την διάταξη του άρθρου 945 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να ενεργήσει πράξη που μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο, ο δανειστής έχει δικαίωμα να επιχειρήσει την πράξη με δαπάνη του οφειλέτη" παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να επιχειρήσει την υλική πράξη, μετά τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως του οφειλέτη, εφόσον αυτή μπορεί να γίνει και από τρίτο, με δαπάνη του οφειλέτη. Αν πρόκειται για δικαστική απόφαση καταδικάζεται ο οφειλέτης να επιχειρήσει την πράξη εντός ορισμένης προθεσμίας και συγχρόνως με την ίδια απόφαση, παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να επιχειρήσει την πράξη, με δαπάνη του οφειλέτη, αν παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα προθεσμία ή αν στη διάρκεια αυτής ο οφειλέτης εκδηλώνει ρητά την άρνησή του για την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του. Πάντως, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αποφάσεως η παροχή της δυνατότητας στο δανειστή της επιχειρήσεως της πράξεως, καθόσον η δυνατότητα αυτή απορρέει απευθείας από την πιο πάνω διάταξη. Έτσι, εφόσον ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προς την ανωτέρω υποχρέωσή του γεννάται αυτομάτως δικαίωμα του δανειστή να υποκαταστήσει τον οφειλέτη και να ενεργήσει αυτός την υλική πράξη. Το δικαίωμα αυτό αυτομάτως ενεργοποιείται και υλοποιείται, δεδομένου ότι η άρνηση ή η παραμέληση του οφειλέτη, οδηγεί σε αδρανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικά, ο δε δανειστής πρέπει να κοινοποιήσει επιταγή στον οφειλέτη, ο οποίος επιτάσσεται να επιχειρήσει την πράξη. Μετά την πάροδο της προθεσμίας που τάχθηκε, η οποία αποδεικνύεται ημερολογιακά, κατ' άρθρο 915 εδ. β' του ΚΠολΔ, ο δανειστής δικαιούται να επιχειρήσει την πράξη. Η επιχείρηση της πράξης από το δανειστή, αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης. Ο καθ'ου η εκτέλεση έχει δικαίωμα να προβάλει αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης του δανειστή με ανακοπή του άρθ. 933 επ. ΚΠολΔ αν διατείνεται συμμόρφωση προς την υποχρέωσή του. Έτσι με την παρ. 1 της προαναφερόμενης διατάξεως παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να προβεί στην πράξη δαπάναις του οφειλέτη, εφόσον ο οφειλέτης μετά την κοινοποίηση της επιταγής δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Προς τούτο με την παρ. 2 της ίδιας διατάξεως παρασχέθηκε η εξουσία στο δικαστήριο να καταδικάσει τον οφειλέτη με αίτηση του δανειστή και στην προκαταβολή του ποσού της δαπάνης. Εάν δεν έλαβε χώρα καταδίκη στην προκαταβολή, ή εάν το προσδιορισθέν προκαταβολικά ποσό δεν αποδείχθηκε τελικά αρκετό για την επίτευξη της εκτελέσεως, μπορεί ο δανειστής μετά την επιχείρηση απ'αυτόν της πράξεως να ζητήσει με αυτοτελή αγωγή την καταδίκη του καθ'ου η εκτέλεση οφειλέτη στην καταβολή των δαπανηθέντων. Η φύση και η λειτουργία της κατ'αυτόν τον τρόπο επιδικαζομένης δαπάνης προσδίδει σ'αυτή την έννοια της αποζημιώσεως για την από το δανειστή, αντί του οφειλέτη, τέλεση της πράξεως και όχι της ποινής για την αθέτηση από τον τελευταίο της σχετικής υποχρεώσεώς του. Ενόψει δε του ότι η από τον δανειστή επιχείρηση της πράξεως, εντός του πλαισίου των διατάξεων του άρθρου 945 ΚΠολΔ, αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης, η επιδικαζόμενη στο δανειστή δαπάνη εκτελέσεως, κάτω από τις ως άνω συνθήκες, διέπεται, αν όχι ευθέως, τουλάχιστον κατ'αναλογίαν, από τις γενικές αρχές της διατάξεως του άρθρου 932 ΚΠολΔ. Επομένως, ενόψει του ότι η απόφαση που διατάσσει την ενέργεια ορισμένων υλικών πράξεων σε χωριστή ιδιοκτησία (π.χ. κατεδάφιση κτίσματος, αφαίρεση κατασκευής κ.λπ.) εκτελείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 945 του ΚΠολΔ, επειδή οι πράξεις αυτές μπορούν να διενεργηθούν και από τρίτο πρόσωπο και όχι μόνον από τον ιδιοκτήτη της χωριστής ιδιοκτησίας, δεν έχει στην περίπτωση αυτή εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 946 του ΚΠολΔ [ΑΠ 1333/2020], Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 'Όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση. Στην τελευταία περίπτωση, δικάζει κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.". Στην προκειμένη διάταξη προβλέπονται ως μέσα (έμμεσης) αναγκαστικής εκτελέσεως προς εξαναγκασμό του οφειλέτη σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του για παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξεως, η χρηματική ποινή και η προσωπική κράτηση. Ως παράλειψη θεωρείται η υποχρέωση του οφειλέτη να απόσχει από ορισμένη ενέργεια, στην οποία άλλως θα προέβαινε, αν δεν υπήρχε ο συγκεκριμένος περιορισμός, Αντίθετα, ως ανοχή νοείται η υποχρέωση του οφειλέτη να υποστεί μια συγκεκριμένη ενέργεια, η οποία πηγάζει από το δανειστή και συνιστά δικαίωμα ενεργοποιούμενο και υλοποιούμενο. Η παράβαση γίνεται είτε θετικώς με άμεση ενέργεια, είτε με απείθεια μη συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως. Η διάταξη του άρθρου 947 του ΚΠολΔ έχει εφαρμογή μόνο όταν το περιεχόμενο της παραλείψεως ή ανοχής αφορά στο μέλλον και η υποχρέωση για παράλειψη ή ανοχή θεμελιώνεται σε δικαστική απόφαση (ΑΠ 1333/2020, 1292/2019, 1627/2018, 527/2013, 1914/2011, 1525/2010). Εξ άλλου, με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται [ΑΠ 1715/2013]. Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και η επίδραση που είχε στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή η έννομη συνέπεια που καταγνώσθηκε με βάση την επικαλούμενη παράβαση, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, εφόσον όμως αυτός περιέχει αυτοτελή ισχυρισμό. Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 750/2021, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, επισκοπούμενα κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και πριν από την άσκηση αυτής, επί της από 13.9.2011 αιτήσεως του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, ασφαλιστικών μέτρων νομής στο Ειρηνοδικείο Κορωπίου κατά των αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 706/2011 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία απαγόρευε στους καθ'ών κάθε διατάραξη της νομής του ιδίου [αιτούντος] επί ακινήτου του, ομόρου της ιδιοκτησίας των, και ειδικότερα η απόφαση του Ειρηνοδικείου α] τους υποχρέωνε να απομακρύνουν από το γειτονικό ακίνητο τους τα ξύλινα μαδέρια, ικριώματα και άλλα υλικά που ξεκινούσαν από την στέγη της οικοδομής και καταλάμβαναν και τους δύο ορόφους της και β] να καθαρίσουν το δάπεδο και των δύο ορόφων από ακαθαρσίες ζώων, μπετόν, χωμάτων, οικοδομικών υλικών κλπ. καθώς και τον περιβάλλοντα χώρο της υπό κατασκευή οικοδομής των από αγριόχορτα και σκουπίδια εντός δέκα [10] ημερών από την επίδοση της απόφασης. Ακόμη, απαγόρευε στους καθ'ών κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής του αιτούντος επί του ακινήτου του και απειλούσε κατά των καθ'ών χρηματική ποινή 10.000 ευρώ και προσωπική κράτηση τριών [3] μηνών στον καθένα για κάθε διατάραξη της νομής του αιτούντος [αναιρεσείοντος] επί του εν λόγω ακινήτου. Η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη αφού με την υπ'αριθ. 11055/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η έφεση των καθ' ών [αναιρεσιβλήτων]. Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή, στην οποία εκθέτει ότι οι αντίδικοι του παρά την κοινοποίηση επιταγής προς συμμόρφωση με το διατακτικό της υπ'αριθ. 706/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών στις 28.3.2012, δεν συμμορφώθηκαν με τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις τους [απομάκρυνσης οικοδομικών υλικών και καθαρισμού των δύο ορόφων] αλλά συνέχιζαν κατ'εξακολούθηση να παραβιάζουν το διατακτικό της υπ'αριθ. 706/2011 αποφάσεως και κατά συνέπεια θα πρέπει να καταδικασθούν στις προβλεφθείσες με την ως άνω υπ'αριθ. 706/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου ποινές. Ζητούσε δε, να αναγνωρισθεί και να βεβαιωθεί ότι οι εναγόμενοι παραβιάζουν το διατακτικό της υπ'αριθ. 706/2011 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κορωπίου να υποχρεωθούν να του καταβάλουν ο καθένας για χρηματική ποινή το ποσό των 10.000 ευρώ και να καταδικασθούν σε προσωπική κράτηση τριών [3] μηνών έκαστος. Επ'αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ.2316/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή υποχρεώνοντας έκαστο εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ και απαγγέλλοντας σε βάρος καθενός εξ αυτών προσωπική κράτηση διαρκείας τριών [3] μηνών, ενώ στη συνέχεια κατόπιν εφέσεως των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ'αριθ. 458/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι κατά το σκέλος της μη συμμόρφωσης εκ δόλου με το διατακτικό της 706/2011 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ως προς τις παλαιότερες [εκκρεμούσες] πράξεις διατάραξης, η αγωγή βασίζεται στο άρθρο 946 παρ.1 ΚΠολΔ και όχι στη διάταξη του άρθρου 947 παρ.1, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, γιατί η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 947 αναφέρεται σε νέες μελλοντικές πράξεις διαταράξεις της νομής του αναιρεσείοντος [για τις οποίες δεν εκτίθενται συγκεκριμένα κατά χρόνο περιστατικά στην αγωγή, μετά την επίδοση της απόφασης του Ειρηνοδικείου, ότι διεπράχθησαν τέτοιες πράξεις], ενώ κατά το δεύτερο σκέλος της απόφασης, σε σχέση με την υποχρέωση καθαρισμού των χώρων, ότι οι αναιρεσίβλητοι μετά την έκδοση της απόφασης του Ειρηνοδικείου, συμμορφώθηκαν με το διατακτικό της προβαίνοντες στην απομάκρυνση των οικοδομικών υλικών και τον καθαρισμό των χώρων, που διέτασσε αυτή. 'Ετσι κατά το δεύτερο σκέλος της απαγόρευσης κάθε μελλοντικής διατάραξης της νομής του ενάγοντος έκρινε ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, γιατί δεν αναφέρονται συγκεκριμένες χρονικά ενέργειες από τις οποίες να προκύπτει ότι οι εναγόμενοι παρέβησαν την υποχρέωση παράλειψης πράξεων προσβλητικών της νομής του ενάγοντος ενεργώντας νέες πράξεις στο ακίνητο τους. Επί της ουσίας δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και σε σχέση με το πρώτο αίτημα της αγωγής [δηλαδή το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι παραβιάζουν την απόφαση του Ειρηνοδικείου, να υποχρεωθούν να του καταβάλουν χρηματική ποινή 10000 ευρώ έκαστος και να τους επιβληθεί προσωπική κράτηση τριών μηνών στον καθένα] ότι "μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 706/2011 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κορωπίου οι εναγόμενοι αποξήλωσαν και καθαίρεσαν όλα τα ξύλινα μαδέρια και τα ικριώματα που ξεκινούσαν από την στέγη της οικοδομής τους και τα απομάκρυναν, από το κοινό όριο που το ακίνητο τους γειτνιάζει με την οικία του ενάγοντος, στοιβάζοντας τούτα με τάξη και τοποθετώντας τα σε στεγασμένο χώρο εντός του ισογείου, προς τη γωνία του ακινήτου τους, που βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά και σε απόσταση από το ακίνητο του ενάγοντος. Επιπλέον, καθάρισαν την οικοδομή τους από τα μπάζα και διάφορα οικοδομικά υλικά τα οποία αφού τοποθέτησαν σε πλαστικές σακκούλες, απομάκρυναν από το χώρο της οικοδομής ενώ το ίδιο έκαναν και στον ακάλυπτο χώρο... Συνεπώς οι εναγόμενοι συμμορφώθηκαν με το διατακτικό της αποφάσεως ...". Δέχθηκε δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση ότι οι εναγόμενοι συμμορφώθηκαν με την πρώτη από τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις τους. Στη συνέχεια δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλομένη απόφαση και αφού δίκασε την αγωγή απέρριψε αυτήν στο σύνολο της. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση, εσφαλμένα δέχθηκε στη μείζονα σκέψη της, ότι η κρινόμενη αγωγή του κατά το ιστορικό της οποίας οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με την ως άνω υπ'αριθ. 706/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορωπίου και ως εκ τούτου ο ίδιος ζητούσε να βεβαιωθεί ότι παραβιάζουν κατ'εξακολούθηση το διατακτικό της και να υποχρεωθούν να του καταβάλουν καθένας ως χρηματική ποινή το ποσό των 10.000 ευρώ, ως και να καταδικασθούν σε προσωπική κράτηση τριών [3] μηνών έκαστος, βασίζεται στη διάταξη του άρθρου 946 παρ.1 ΚΠολΔ αντί της διάταξης του άρθρου 947 παρ.1, που είναι η ορθή νομική βάση της με συνέπεια να οδηγηθεί σε λανθασμένο διατακτικό και να υποπέσει στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε, η υποχρέωση απομάκρυνσης των οικοδομικών υλικών και του καθαρισμού των δύο ορόφων, που επέβαλε η υπ'αριθ. 706/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορωπίου βασίζεται στη διάταξη του άρθρου 945 παρ.1 ΚΠολΔ γιατί πρόκειται για πράξη που μπορούσε να γίνει και από τρίτο πρόσωπο και όχι αποκλειστικά από τους αναιρεσίβλητους. Σε περίπτωση δε που οι οφειλέτες εναγόμενοι δεν συμμορφώνονταν, μετά την παρέλευση των δέκα ημερών από την επίδοση της απόφασης [όπως αυτή διατάσσει], τις πράξεις απομάκρυνσης και καθαρισμού είχε δικαίωμα εκ του νόμου [άρθρου 945 ΚΠολΔ] να ενεργήσει ο αναιρεσείων με δαπάνες τους σύμφωνα με όσα επιτάσσουν οι διατάξεις των άρθρων 945,731, 700 παρ.2 εδ.β ΚΠολΔ και δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση το άρθρο 947 ΚΠολΔ, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων, που αναφέρεται σε μελλοντικές πράξεις διατάραξης της νομής του αιτούντος. Ανεξαρτήτως αυτών, όμως, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι συμμορφώθησαν προς τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις της απομάκρυνσης των οικοδομικών υλικών και του καθαρισμού του δαπέδου των δύο ορόφων της οικοδομής των. Με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης δεν γίνεται επίκληση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου που επικαλείται ο αναιρεσείων σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, αφού έστω και αν εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι το πρώτο αίτημα της αγωγής βασίζεται στη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ [που αναφέρεται στην περίπτωση που η επιβαλλόμενη πράξη δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο] αντί της ορθής διάταξης του άρθρου 945 παρ.1 ΚΠολΔ, ορθά κατ'αποτέλεσμα έκρινε απορρίπτοντας στο διατακτικό της το εν λόγω αίτημα [ΑΠ 1259/2020]. Ομοίως, ως προς το δεύτερο σκέλος ορθά κρίθηκε αόριστο το αίτημα επιβολής χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης γιατί δεν εκτίθενται νέες, μετά την επίδοση της απόφασης του Ειρηνοδικείου στις 28.3.2012 και την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας, διαταράξεις της νομής του αιτούντος, σε χρόνο μεταγενέστερο ο δε αναιρεσείων μετά την επίδοση της επιταγής δεν προέβη σε άλλη πράξη εκτέλεσης. Ακόμη η εκδίκαση της αγωγής με την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών αντί της διαδικασίας των εργατικών διαφορών, για την οποία της αποδίδεται πλημμέλεια, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ και η αοριστία αυτής λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα. Συνεπώς ο πρώτος λόγος πρέπει ν'απορριφθεί. Με τον δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι η αγωγή βασίζεται στο άρθρο 947 παρ. 1 ΚΠολΔ και όχι στο άρθρο 946 παρ.1 του ιδίου Κώδικα υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση α] δεν έλαβε υπόψη ότι οι αντίδικοί του εκ προθέσεως παρέλειψαν να άρουν την διατάραξη της νομής του και δεν συμμορφώθηκαν με το διατακτικό της υπ'αριθ. 706/2011 αποφάσεως και β] ότι δέχθηκε την εφαρμογή του άρθρου 946 παρ.1 ΚΠολΔ χωρίς σχετικό λόγο εφέσεως, παρότι νομική βάση της αγωγής του ήταν το άρθρο 947 παρ.1 ΚΠολΔ . Οι λόγοι αυτοί είναι αλυσιτελείς αφού ήδη περί του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου γίνεται αναφορά στον πρώτο λόγο της αιτήσεως και επί πλέον το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού συνάπτεται με την ουσία της υπόθεσης, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δύναται να αποδώσει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στους ισχυρισμούς των διαδίκων και χωρίς λόγο εφέσεως. Με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια εκ του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα συγκεκριμένες φωτογραφίες, που αναφέρει. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί απαιτείται το Δικαστήριο να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση όπως αναφέρεται ως άνω, η αγωγή ως προς το αίτημα βεβαίωσης της παράβασης του διατακτικού της υπ'αριθ. 706/2011 αποφάσεως είναι μη νόμιμη, γιατί η πράξη της απομάκρυνσης των οικοδομικών υλικών και του καθαρισμού των δύο ορόφων εκτελείται όπως ορίζει το άρθρο 945 ΚΠολΔ, η δε προσβαλλομένη απόφαση κρίθηκε ορθή κατ'αποτέλεσμα εκ του διατακτικού της, που το απορρίπτει, ενώ το αίτημα επιβολής χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης συνδέεται με κάθε μελλοντική παραβίαση της απόφασης κατ'άρθρο 947 παρ.1 ΚΠολΔ, ως προς την οποία η αγωγή κρίθηκε αόριστη. Ανεξάρτητα από αυτά από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι στην απορριπτική επί της ουσίας κρίση της έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων σε μερικά εκ των οποίων γίνεται ειδική μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα, όπως εκτίθεται στην απόφαση, συνεπώς ο εν λόγω λόγος πρέπει ν'απορριφθεί. Ομοίως ο τέταρτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του [το πρώτο σκέλος περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου καλύπτεται από τον πρώτο λόγο της αιτήσεως], με το οποίο ο αιτών υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες [άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ] γιατί κατά το άρθρο 947 παρ.1 ΚΠολΔ δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται στην από 1.11.2016 αγωγή του νέες διαταρακτικές πράξεις της νομής του, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε συμμορφώθηκαν με την απόφαση του Εφετείου αλλά συνέχιζαν να υφίστανται οι αρχικές διαταρρακτικές πράξεις της νομής του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, γιατί η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη αλλά και στην αντίθετη περίπτωση θα ήταν αλυσιτελής, γιατί βασίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της μη συμμόρφωσης των εναγομένων ως προς το πρώτο σκέλος της απόφασης του Ειρηνοδικείου, που επιβάλλει την απομάκρυνση των οικοδομικών υλικών και τον καθαρισμό των χώρων των δύο ορόφων της οικοδομής, αφού η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι υπήρξε συμμόρφωση προς όσα επέβαλε η απόφαση. Όσα άλλα εκθέτει ο αναιρεσίων για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι απαράδεκτα. Με τον πέμπτο λόγο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ] και ειδικότερα τον ισχυρισμό του περί δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ'αριθ. 4354/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την υπ'αριθ. 11055/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκ των οποίων η πρώτη του επιδίκασε τελεσίδικα αποζημίωση λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων συνισταμένης στην διάπραξη πολεοδομικών παραβάσεων, που επέφεραν μείωση της αξίας του ομόρου ακινήτου του ως και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ η δεύτερη απέρριψε την έφεση των αντιδίκων του κατά της υπ'αριθ. 706/2011 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κορωπίου, η οποία α] τους απαγόρευσε κάθε πράξη διατάραξης της νομής του και ειδικότερα τους υποχρέωσε να απομακρύνουν τα οικοδομικά υλικά από το ακίνητο τους και να καθαρίσουν το δάπεδο των δύο ορόφων, και β] τους απαγόρευσε κάθε μελλοντική διατάραξη του ιδίου επί του ακινήτου του με απειλή χρηματικής ποινής 10.000 ευρώ και προσωπική κράτηση τριών μηνών στον καθένα για κάθε διατάραξη. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι η μεν υπ'αριθ. 11055/2017 απόφαση βασίζεται σε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία [αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση εξ αδικοπραξίας] η δε υπ'αριθ. 706/2011 απόφαση η οποία είναι η απόφαση του πρώτου σταδίου της παρούσας υπόθεσης, που καταδικάζει τους οφειλέτες αναιρεσίβλητους στην επιχείρηση πράξης και επίσης τους καταδικάζει σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για την περίπτωση κάθε μελλοντικής διατάραξης, δεν έρχεται σε αντίθεση με τα γενόμενα δεκτά από την αναιρεσιβαλλομένη. Μετά από αυτά η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ], ως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6.4.2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ. 458/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1.800] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ