Αριθμός 490/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Η. του Ι., κατοίκου ... και 2) Κ. συζύγου Γ. Η., το γένος Γ. Κ., αμφοτέρων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κοντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4174/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4517/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-10-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ,όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν.4842/2021, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν, διότι, αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης (ΟλΑΠ 16/1990,ΑΠ 1382/2019,ΑΠ 364/2018, ΑΠ 467/2016,ΑΠ 322/2015). Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον βέβαια συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990,ΑΠ 958/2022,ΑΠ 2/2022,ΑΠ 1382/2019). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση πρέπει να έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ. β εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 215/2018, ΑΠ 2101/2017, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 1016/2010). Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013,ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 819/2017, ΑΠ 268/2016). Περαιτέρω, η ερημοδικία του ανακόπτοντος στη δίκη της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, αποτέλεσε αντικείμενο διαφορετικής νομοθετικής ρύθμισης διαχρονικά και συνδεόταν με το εάν η ανακοπή εκδικαζόταν με την τακτική διαδικασία ή με κάποια από τις ειδικές διαδικασίες. Με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 4055/2012 (με έναρξη ισχύος από 2.4.2012), τροποποιήθηκε το άρθρο 632 ΚΠολΔ και ορίστηκε στην παρ. 2 αυτού, ότι στην εκδίκαση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής εφαρμόζεται το άρθρο 643 ΚΠολΔ, στην παρ. 2 του οποίου ορίζεται ότι εφαρμόζεται το άρθρο 649 ΚΠολΔ, που με τη σειρά του αναφέρεται στο σύστημα της μονομερούς συζήτησης της ανακοπής σε όλες τις δίκες ανεξάρτητα από της διαδικασία εκδίκασής της, την τακτική ή κάποια ειδική, αν και προηγουμένως τούτο ίσχυε μόνο για τη δίκη της ανακοπής που εκδικάζεται, λόγω της φύσης της απαίτησης από την ειδική διαδικασία. Τέλος, με το άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, που τροποποίησε τον ΚΠολΔ, ορίστηκε στο ισχύον άρθρο 632 παρ. 7 ΚΠολΔ ότι "αν ο ανακόπτων δεν λάβει μέρος κανονικά στην δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την ανακοπή". Εξάλλου, ρητά ορίζεται στη δεύτερη παράγραφο του ένατου άρθρου του Ν. 4335/2015 ότι οι διατάξεις του "Νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας" για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες (άρθρα 591-645), εφαρμόζονται επί δικογράφων που κατατίθενται από 1.1.2016 κι εφεξής, κατά την οποία ημεροχρονολογία αρχίζει, όπως ορίζει η τέταρτη παράγραφος της μεταβατικής αυτής διάταξης, η ισχύς του ως άνω νόμου κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις. Συνεπώς, κατά την εκδίκαση των ανακοπών κατά διαταγών πληρωμής, οι οποίες (ανακοπές) ασκήθηκαν πριν τη θέση σε ισχύ των νέων διατάξεων, εφαρμόζονται οι προΐσχύσασες διατάξεις των ειδικών διαδικασιών. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στις ανακοπές κατά διαταγής πληρωμής που ασκήθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 4055/2012 (με έναρξη ισχύος από 2.4.2012), όταν αυτές εκδικάζονται με κάποια ειδική διαδικασία, δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 271 και 272 ΚΠολΔ (που καθιερώνουν το σύστημα των δυσμενών συνεπειών της ερημοδικίας των διαδίκων), αλλά παραμένει το σύστημα της μονομερούς συζήτησης της ανακοπής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 643 παρ. 2 ΚΠολΔ, με το οποίο οριζόταν ότι εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 649 ΚΠολΔ. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 644 παρ.1 ΚΠολΔ, υπό την ισχύ του Ν.4055/2012, "η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή μπορεί να προσβληθεί με ένδικα μέσα, εκτός από ανακοπή ερημοδικίας", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ.3 του ΚΠολΔ, υπό την ισχύ του Ν.4055/2012, "στις δίκες περί την εκτέλεση δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο". 2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, ερήμην των εκκαλούντων ήδη αναιρεσειόντων, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 632 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε με το άρθρο 14 του Ν.4055/2012, υπ'αριθμ.4517/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση, λόγω της ερημοδικίας τους, κατά της υπ' αριθμ. 4174/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί, και πάλι λόγω της ερημοδικίας τους, η από 7-7-2013 ανακοπή τους κατά της υπ'αριθμ.11713/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με βάση έγγραφη σύμβαση στεγαστικού δανείου, και της επισπευδομένης σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει της από 14.5.2013 επιταγής προς πληρωμή. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας κατ' άρθρα 644 παρ.1 και 937 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους με το Ν.4055/2012 και πριν την τροποποίησή τους με το Ν.4335/2015. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 31.10.2019, ήτοι εντός της, κατ' άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, τριακονθήμερης προθεσμίας από τότε που κατέστη τελεσίδικη η, απορριπτική της έφεσης, απόφαση του Εφετείου, ήτοι μετά την πάροδο άπρακτης της δεκαπενθήμερης προθεσμίας (που επήλθε την 16.10.2019) για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της εφετειακής απόφασης, που άρχισε από την επίδοση της τελευταίας στις 1.10.2019, όπως προκύπτει από την σχετική επί του σώματός της βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείου Θεσ/νίκης Χ. Π. και, κατά τη μείζονα σκέψη, έπρεπε να παρέλθει, προκειμένου να υπόκειται σε αναίρεση. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 3. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1350/2022,ΑΠ 267/2021 , ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1350/2022,ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1350/2022, 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του Ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Η παραπάνω διάταξη (2 παρ.4 Ν.4354/2015) εφαρμόζεται όχι μόνον όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω Ν.4354/2015, αλλά και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η αντίστοιχη ανάθεση της διαχείρισης γίνεται με βάση τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 10 του Ν.3156/2003, καθώς είναι επιτρεπτή η παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των νόμων 4354/2015 και 3156/2003, ώστε οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) του Ν.4354/2015 να διαθέτουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 § 4 του νόμου αυτού, έχοντας και τη δυνατότητα άσκησης διαδικαστικών εν γένει πράξεων (ΟλΑΠ 1/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στο ... ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ..." και τον διακριτικό τίτλο "...", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26-7-2022 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη και τους αναιρεσείοντες με σύντμηση προθεσμίας (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθμ.1168ε και 986,987/5-9-2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Χ. Σ. και του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσ/νίκης Σ. Λ. αντίστοιχα), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας. Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 17-12-2021 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου 717/17-12-2021, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην προαναφερθείσα αλλοδαπή εταιρεία ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το ... η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις αρχικά στην αναιρεσίβλητη τράπεζα και ακολούθως στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 4-2-2022 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε με τρίτους, μεταξύ των οποίων και της υπ' αριθμ. 4119857280/5-10-2005 σύμβασης στεγαστικού δανείου που συνήψε με τους αναιρεσείοντες. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, λόγω της επέκτασης του δεδικασμένου της τελεσίδικης και αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στη μη δικαιούχο διάδικο διαχειρίστρια απαιτήσεων και της εκ του νόμου επελθούσας αποκλειστικής νομιμοποίησής του για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων προς ικανοποίηση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ) (ΑΠ 1871/2022,ΑΠ 467/2021). 4. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Πρόταση όμως του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε έτσι ερήμην. Αυτό συμβαίνει και όταν ο εκκαλών, που δικάσθηκε ερήμην στο εφετείο, με συνέπεια η έφεσή του να απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του, είχε και στην πρωτοβάθμια δίκη δικαστεί ερήμην, έστω και αν στην έφεσή του περιεχόταν ως λόγος έφεσης ο σχετικός ισχυρισμός, αφού το εφετείο εμποδιζόταν από το άρθρ. 524§3 ΚΠολΔ να τον ερευνήσει εξαιτίας της ερημοδικίας του, οπότε ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προταθεί ούτε στο εφετείο (ΑΠ 268/2016, ΑΠ 2066/2014,ΑΠ 845/2012). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 118 αριθ.4, 566§1 και 577§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρ. 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 32/1996), διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη. Ειδικότερα για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας θεμελίωσε την κρίση του για τη βασιμότητα ή αναλόγως την αβασιμότητα της ένδικης αγωγής, αφού μόνο με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της απόφασής του μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη σ` αυτή νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1536/2004, 538/2007). Αντίστοιχα και ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αυτοτελή ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε, είναι ορισμένος όταν εξειδικεύεται ο ισχυρισμός αυτός στο αναιρετήριο σε συνάρτηση με την επίδρασή του στη διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και επίσης αναφέρεται ο τρόπος που προτάθηκε, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990). Με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, η αιτίαση ότι εξαιτίας της ερημοδικίας των αναιρεσειόντων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (κατά την νοηματική εκτίμηση των λόγων), καθόσον δεν λήφθηκαν υπόψη κρίσιμοι για την έκβαση της δίκης ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, που προβλήθηκαν με τους λόγους της έφεσής τους και αφορούν α) στους λόγους της ανακοπής τους, ότι δηλαδή ο όρος 14 της προαναφερόμενης σύμβασης στεγαστικού δανείου που προβλέπει υπολογισμό τόκων και τόκων υπερημερίας επί τη βάσει έτους 360 ημερών ήταν άκυρος ως καταχρηστικός και ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα παρανόμως επιβάρυνε το συμβατικό επιτόκιο με την εισφορά του Ν.128/1975 και ότι η εισφορά του Ν.128/1975 υπόκειτο σε παράνομο ανατοκισμό, β) το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όφειλε ανεξαρτήτως της ερημοδικίας τους να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως είτε τη νομιμότητα, είτε την παρανομία, άλλως την καταχρηστικότητα των όρων που περιλαμβάνονται στη σύμβαση στεγαστικού δανείου και έγιναν αντικείμενο της ανακοπής (ενώ δεν υπάρχει αιτίαση για το ότι οι αναιρεσείοντες παρά το νόμο δικάστηκαν ερήμην πρωτοδίκως, αντί να δικαστούν ωσεί παρόντες, όπως προέβλεπαν οι σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ υπό την ισχύ του Ν.4055/2012,και είχαν ισχυριστεί με λόγο έφεσης). Σύμφωνα, όμως, με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι παραπάνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού εξαιτίας της ερημοδικίας των αναιρεσειόντων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό οι σχετικοί μ` αυτούς ισχυρισμοί, δεν θεωρούνται ότι έχουν νόμιμα προταθεί, ενώ δεν πρόκειται και για ισχυρισμούς που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ. Ούτε υπάρχουν αιτιάσεις από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ,ότι δηλαδή παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις δικάστηκαν (οι αναιρεσείοντες) ερήμην. Ενόψει αυτών, εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της υπέρ αυτής παρεμβάσας, που παραστάθηκαν, εκ των οποίων η αναιρεσίβλητη κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την αίτηση αναίρεσης και την πρόσθετη παρέμβαση.- Απορρίπτει την αίτηση των 1) Γ. Η. του Ι. και 2)Κ. συζ. Γ. Η. για αναίρεση της υπ` αριθ. 4517/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και – Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και της υπέρ αυτής παρεμβάσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ