Αριθμός 874/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη), Ανδρέα Ξένο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου), Δήμητρα Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά και Πάνο Πετρόπουλο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε ως συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 31 Μαΐου και 7 Ιουνίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος -εκζητουμένου (όνομα)A. (επώνυμο)F. του P. και της L., γεν.στο Gjater Lezhe Αλβανίας στις 15-8-1969, και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο, κατά της υπ'αριθμ.193/4-4-2013 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 3/5 Απριλίου 2013 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Τσαγκαρλή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 486/2013. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ'ουσία, η από 5 Απριλίου 2013 και με αριθμό 3 έφεση του ανωτέρω, κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με αριθμό 193/4-4-2013. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη υπ'αριθμ.3/5-4-2013 έφεση κατά της 193/2013 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με την οποία γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Δικαστικές Αρχές της Δημοκρατίας της Αλβανίας του εκζητουμένου εκκαλούντος, υπηκόου Αλβανίας ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατ'ουσίαν (άρθρ.451 παρ.1 ΚΠΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 ΚΠΔ, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται, αν υπάρχει σύμβαση μεταξύ της ελληνικής πολιτείας και του εκζητούντος Κράτους από τις διατάξεις της συμβάσεως αυτής και συμπληρωματικώς από τις διατάξεις των άρθρων 437 επ. του ιδίου κώδικα εφόσον αυτές δεν αντιτίθενται σ' εκείνες της συμβάσεως ή για ζητήματα για τα οποία δεν προβλέπει η σύμβαση. Τα κράτη της Ελλάδος και της Δημοκρατίας της Αλβανίας έχουν υπογράψει και αποδεχθεί την "Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως", που υπογράφηκε στο Παρίσι την 13η Δεκεμβρίου 1957 και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος 17-8-1998, διέπει δε από την κύρωσή της το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των πιο πάνω κρατών, ενώ συμπληρωματικώς εφαρμόζονται οι ρυθμίσει που περιέχονται στα άρθρα 34 έως και 43 της από 17-5-1993 συμβάσεως δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας, που έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με το νόμο 2311/1995 με θέση σε ισχύ από 15-9-1995. Κατά το άρθρο 2 παρ.1 της από 13-12-1957 ανωτέρω Ευρωπαϊκής συμβάσεως εκδόσεως, η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή που έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστο όριο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 12, η αίτηση διατυπώνεται εγγράφως και υποβάλλεται δια της διπλωματικής οδού, προς υποστήριξή της δε προσάγονται: α)το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξεως, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος Κράτους, β)έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής του, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατό ακριβέστερα και γ)αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο, δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού. Τέλος κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 6 και 10 της ανωτέρω Ευρωπαϊκής συμβάσεως η έκδοση είναι ανεπίτρεπτη, αν πρόκειται για πολιτικές πράξεις και συναφείς με τέτοιες πράξεις παραβάσεις, αν η σχετική αίτηση αποβλέπει στη δίωξη του εκζητουμένου για πολιτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά του φρονήματα, αν η θέση του ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί για κάποιο από τους παραπάνω λόγους, αν αφορά στρατιωτικές και φορολογικές παραβάσεις, αν αναφέρεται σε υπηκόους του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και αν κατά τη νομοθεσία της αιτούσης χώρας ή εκείνης προς την οποία υποβάλλεται η αίτηση εχώρησε η παραγραφή της πράξεως. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ενόψει και του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, συνάγεται με σαφήνεια ότι σε περίπτωση εκδόσεως αλλοδαπού κατά τις διατάξεις της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως", ως κατηγορουμένου πρέπει τα εγκλήματα για τα οποία αυτός διώκεται να είναι αξιόποινα τόσο κατά το νόμο του αιτούντος κράτους όσο και κατά το νόμο του κράτους παρά του οποίου ζητείται η έκδοση και να τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους. Αποδεικτικά στοιχεία της ενοχής του εκζητουμένου, δεν είναι αναγκαίο να προσκομίζονται, αφού τα στοιχεία αυτά δεν διαλαμβάνονται στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 12, η οποία καθορίζει περιοριστικώς τα δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως, μεταξύ δε αυτών δεν διαλαμβάνει και τα αποδεικτικά στοιχεία εκ των οποίων προκύπτουν ενδείξεις ενοχής του εκζητουμένου. Εξάλλου κατά το άρθρο 450 παρ.1 του ΚΠΔ το Συμβούλιο γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για την αίτηση εκδόσεως και αποφαίνεται για το αν εκείνος που έχει συλληφθεί και δικάζεται είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που εκζητείται (εκείνο δηλαδή του οποίου ζητείται η έκδοση), υπάρχουν τα απαιτούμενα για την έκδοση δικαιολογητικά έγγραφα, το έγκλημα που αποδίδεται στον εκζητούμενο ή για το οποίο αυτός έχει καταδικαστεί είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και αν έχει προκύψει λόγος που να εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο. Στην προκειμένη περίπτωση από την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εξετασθέντος μάρτυρος του εκζητουμένου που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεώς, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται από το κράτος που υποβάλλει την αίτηση εκδόσεως και τον εκζητούμενο και υπάρχουν στη δικογραφία, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και από όσα εξέθεσαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο εκζητούμενος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του προφορικά καθώς και με την έφεση και το έγγραφο υπόμνημά τους προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.193/2013 απόφασή του γνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές Αρχές του Αλβανού υπηκόου A. F. του P. και της L., ο οποίος διώκεται με το από 26-2-2013 ένταλμα της Εισαγγελίας του Πρωτοδικείου Κακουργημάτων Τιράνων Αλβανίας σε εκτέλεση της με αριθμό 60/26-2-2013 αποφάσεως του ιδίου ως άνω Πρωτοδικείου με την οποία του επιβλήθηκε το προσωπικό μέτρο ασφαλείας της κράτησης προκειμένου να δικασθεί για τη διάπραξη της αξιόποινης πράξης της "ανθρωποκτονίας σε άλλες προσδιοριστικές περιστάσεις", που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 79/c του ποινικού κώδικα της Αλβανίας. Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται στο κατάστημα κράτησης Θεσσαλονίκης με το υπ'αριθμ.2/2013 ένταλμα σύλληψης του Προέδρου Εφετών Θεσσαλονίκης, έχει υποβληθεί νόμιμα από το κράτος της Αλβανίας με την υπ'αριθμ.315/1/12-3-2013 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Αλβανίας στην Αθήνα, η υπ'αριθμ.134/6/7-3-2013 σχετική αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διαβιβάσθηκε με το υπ'αριθμ.26102, 27548 ΦΕΑ 1439/15-3-2013 έγγραφο του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προς τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Με την αίτηση αυτή συνυποβλήθηκαν, σύμφωνα με το προδιαληφθέν άρθρο 12 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, και όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση των οποίων στην Ελληνική έγινε επισήμως από το αλβανικό κείμενο και συγκεκριμένα τα εξής έγγραφα: α)αντίγραφα σε επίσημη μετάφραση της υπ'αριθμ.60/26-2-2013 απόφασης του Πρωτοδικείου Κακουργημάτων των Τιράνων Αλβανίας και του από 26-2-2013 εντάλματος της Εισαγγελίας του ιδίου ως άνω Πρωτοδικείου με βάση τα οποία κατηγορείται ο εκκαλών για την αξιόποινη πράξη της "ανθρωποκτονίας σε άλλες προσδιοριστικές περιστάσεις" για την οποία ζητείται η έκδοσή του με μνεία του τόπου και του χρόνου διάπραξης αυτής και του κατά νόμο χαρακτηρισμού της με παραπομπή στις εφαρμοζόμενες διατάξεις, του επιβλήθηκε ως προσωπικό μέτρο ασφαλείας "η κράτησή του σε φυλάκιση" και διατάχθηκε η εκτέλεση της απόφασης αυτής, β)πιστοποίηση με όλα τα στοιχεία τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν για την διακρίβωση της ταυτότητας και της εθνικότητας του εκζητουμένου, γ)αντίγραφο των διατάξεων του ποινικού κώδικα της Αλβανίας, με τις οποίες προβλέπεται και τιμωρείται η εν λόγω αξιόποινη πράξη και δ)η από 4-3-2013 αναφορά του εισαγγελέα του πρωτοδικείου κακουργημάτων Τιράνων της Αλβανίας περί της ποινικής υπόθεσης του υπό ανάκριση υπηκόου A. F. με αναλυτική παράθεση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν το παραπάνω έγκλημα. Η έκδοση του ήδη εκκαλούντος ζητείται προκειμένου σε σχέση με την ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη να δικασθεί για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας που τελέσθηκε υπό ιδιαίτερες συνθήκες. Ειδικότερα, αναφορικά με την πράξη για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη αναφέρεται στην υπ'αριθμ.60/26-2-2013 απόφαση του Πρωτοδικείου Κακουργημάτων Τιράνων της Αλβανίας ότι: "Από τις μέχρι τώρα ανακρίσεις προκύπτει ότι την 24.02.2013, ώρα 18:30 περίπου, στην οδό "...", συνοικία "...", πυροβολήθηκε με αυτόματο όπλο, εντός του οχήματος του με πινακίδες ... ο υπήκοος D. L. (Ν. Λ.), με καθήκον Ειδικός στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνσης. Το θύμα μεταφέρθηκε από του παρόντες στο τόπο του εγκλήματος στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο όπου απεβίωσε. Από τα αποδεικτικά στοιχεία που συνοδεύουν αυτή την αίτηση προκύπτει ότι οι δράστες παρακολούθησαν το θύμα με ένα όχημα μάρκας BMW, γκρι χρώματος, με πινακίδες ... και τη στιγμή που πάρκαρε πυροβολήθηκε από το άλλο όχημα. Οι δράστες μετά απομακρύνθηκαν από το τόπο του συμβάντος. Αμέσως οι αρμόδιες αρχές πήγαν στον τόπο του συμβάντος και πραγματοποιήθηκε η αυτοψία του τόπου συμβάντος όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 4 κάλυκες αυτόματου όπλου, μοντέλο 56 και μία βολίδα, τα οποία στάλθηκαν για εξέταση. Από την νεκροψία - νεκροτομή του πτώματος προκύπτει ότι το θύμα είχε 12 πληγές από πυροβόλο όπλο με κατεύθυνση από πίσω - μπροστά, από τις οποίες προκλήθηκε και ο θάνατος του. Το θύμα έχει ασκήσει διάφορα καθήκοντα στην Αστυνομία όπως και Διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος Αρ. 6 στα Τίρανα. Υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι η ανθρωποκτονία έγινε με πρόθεση λόγω του καθήκοντος του υπηκόου D. L. (Ν. Λ.) στην αστυνομία. Προέκυψε ότι το θύμα είχε σοβαρές συγκρούσεις με τον υπήκοο A. F. (Α. Φ.) ο οποίες έχει επιχείρηση στην περιοχή του προαναφερόμενου Αστυνομικού Τμήματος. Η σύγκρουση άρχισε το Μάρτιο του 2012 και επιδεινώθηκε ακόμα το Σεπτέμβριο, όταν ο υπήκοος A. F. (Α. Φ.) συνοδεύτηκε στο Αστυνομικό Σταθμό Αρ. 6 και παρέμεινε ανεπίλυτη. Από την παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του υπηκόου A. F. (Α. Φ.) προέκυψε ότι αυτός αμέσως μετά το συμβάν ταξίδεψε από τα …προς την …και ώρα 21:27 περίπου πέρασε στο μεθοριακό σταθμό της … προς την Ελλάδα και αυτή τη στιγμή βρίσκεται εκεί. αυτό το γεγονός επιβεβαιώνει και ο αδερφός του, ο υπήκοος M. F., στις από 24.02.2013 καταθέσεις του. Από την παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων προκύπτει ότι ο υπήκοος A. F. (Α. Φ.) στις επικοινωνίες του στο δρόμο προς την Ελλάδα με τον χρήστη του αριθμού τηλεφώνου ... καθώς και με άλλους συνομιλητές φαίνεται ενθουσιώδης δημιουργώντας την εντύπωση πως έχει τελειώσει καμία "δουλειά" και έπρεπε να γιορτάσει. Επίσης, από τις παρακολουθήσεις των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων προκύπτει ότι μέλη της οικογένειας του είναι φοβισμένοι για τον A. σχετικά με το γεγονός ότι η αστυνομία είχε στοιχεία για την εμπλοκή του σε αυτήν την υπόθεση. Από την εξέταση των μελών της οικογένειας του προκύπτει ότι η φυγή του υπό ανάκριση υπηκόου A. F. (Α. Φ.) προς την Ελλάδα το απόγευμα της 24.02.2013 ήταν ξαφνική για αυτούς. Επίσης αυτοί δέχονται την σύγκρουση μεταξύ του θύματος D. L. (Ν. Λ.) και του συγγενή τους. Από τις μέχρι τώρα ανακρίσεις προκύπτει ότι ο υπήκοος A. F. (Α. Φ.) είχε σοβαρή σύγκρουση με το θύμα και αμέσως μετά το συμβάν έφυγε ξαφνικά προς την Ελλάδα. Οι συγγενείς του εκφράζουν ανησυχία και φοβούνται διότι η αστυνομία άρχισε να αποκαλύψει την εμπλοκή του σε αυτήν την ανθρωποκτονία. Όλες αυτές οι σημαντικές ενδείξεις, ακριβείς και που συμπίπτουν μεταξύ τους δημιουργούν βάσιμες υπόνοιες ότι υ υπήκοος A. F. (Α. Φ.) είναι αυτουργός της ανθρωποκτονίας του υπηκόου D. L. (Ν. Λ.), σε συναυτουργία με άλλους δύο υπηκόους που δεν έχουν ταυτοποιηθεί πλήρως από την ανάκριση. Αμέσως μετά την τέλεση του εγκλήματος ο ύποπτος δράστης απομακρύνθηκε από την Αλβανία προς την Ελλάδα με σκοπό να διαφύγει την ανάκριση και την εκδίκαση για αυτήν την αξιόποινη πράξη, γεγονός που αποδεικνύεται και από τα στοιχεία που λήφθηκαν από το Μεθοριακό Σταθμό της …" Η παραπάνω πράξη προβλέπεται και τιμωρείται με βάση το άρθρο 79/c του ποινικού κώδικα της Αλβανίας με την ποινή της ισοβίου καθείρξεως. Η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά την ελληνική νομοθεσία καθοριζόμενη ως ανθρωποκτονία από πρόθεση και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από το άρθρο 299 του ΠΚ με την ποινή της ισοβίου καθείρξεως. Ως εκ τούτου, για την ως άνω εγκληματική πράξη είναι επιτρεπτή η έκδοση, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 2 παρ.1 της ευρωπαϊκής συμβάσεως εκδόσεως και του άρθρου 437 εδ.α του ΚΠΔ. Η αιτίαση που προβάλλεται από τον εκκαλούντα ότι είναι ουσιαστική αβάσιμη η κατηγορία που του αποδίδεται, διότι δεν υπάρχουν στοιχεία ενοχής εις βάρος του είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι το Συμβούλιο Εφετών και το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου που επιλαμβάνονται της αιτήσεως εκδόσεως του αλλοδαπού δεν έχουν δικαίωμα να ερευνήσουν την ουσία των αποδιδομένων στον εκκαλούντα κατηγοριών. Και τούτο διότι δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η παρ.2 του άρθρου 450 του ΚΠΔ, αφού η ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως δεν διαλαμβάνει μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 12 δικαιολογητικών που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως και τα αποδεικτικά στοιχεία εκ των οποίων προκύπτουν ενδείξεις ενοχής του εκζητουμένου. Περαιτέρω ο εκκαλών με την έφεσή του ισχυρίσθηκε, όπως και ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, ότι η δίωξη για την προαναφερόμενη πράξη είναι προσχηματική και ότι η έκδοσή του ζητείται για λόγους πολιτικούς. Ειδικότερα υποστήριξε ότι είναι γενικός γραμματέας του κόμματος της αντιπολίτευσης στην περιοχή της Σκόδρας και ότι η έκδοσή του ζητείται με σκοπό τη ματαίωση της καθόδου του στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές της 23-6-2013 από το κυβερνόν κόμμα και την πολιτική του εξόντωση. Από τα έγγραφα της δικογραφίας και την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρος δεν προέκυψε ότι η έκδοση του εκκαλούντος ζητείται για λόγους πολιτικούς. Από τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο σε μετάφραση στην ελληνική έγγραφα και την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος προκύπτει πράγματι ότι ο εκκαλών είναι αρχηγός και χορηγός του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος στο νομό Σκόδρας και ότι είναι υποψήφιος βουλευτής στις βουλευτικές εκλογές της 23-6-2013, όμως, μόνο το γεγονός αυτό, δεν αρκεί για να θεωρηθεί, ότι η δίωξή του οφείλεται σε λόγους πολιτικούς. Αντιθέτως, προέκυψε ότι η έκδοσή του ζητείται για να δικαστεί για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη του κοινού ποινικού δικαίου και δεν είναι προσχηματική, όπως αβάσιμα διατείνεται με την έφεσή του. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον ο εκκαλών ταυτίζεται με τον συλληφθέντα, υπάρχουν όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα, ο εκκαλών είναι από τα πρόσωπα που μπορούν να εκδοθούν, το παραπάνω έγκλημα είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και δεν υπάρχουν κατά τους νόμους τόσον του αιτούντος κράτους όσον και κατά τους ημεδαπούς αλλά και κατά την ευρωπαϊκή σύμβαση λόγοι που να εμποδίζουν τη δίωξη, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του εκκαλούντος. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος, δεν υπέπεσε σε νομικό και πραγματικό σφάλμα και η έφεση του εκκαλούντος, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ'ουσίαν την υπ'αριθμ.3/5-4-2013 έφεση του εκζητουμένου A. F. του P. και της L., υπηκόου Αλβανίας, κατά της υπ'αριθμ.193/2013 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013. Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ