Αριθμός 1668/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. συζ. Ε. Δ. και 2. Ε. Δ. του Ε., κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Ιατρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 2000 αγωγή των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3806/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3274/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Ιουνίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 3 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17-7/13.8.1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών, "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξωφλημένην δια της επ αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία". Η διάταξη αυτή, η οποία ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, καθιδρύει ευθύνη της πληρώσασας εταιρίας μόνο για δόλο ή βαριά αμέλεια και μόνο για την περίπτωση της έκδοσης ονομαστικής ομολογίας ή άλλης απόδειξης κατάθεσης χρημάτων, όπως είναι το εκδιδόμενο από Τράπεζα βιβλιάριο κατάθεσης ταμιευτηρίου (ΑΠ 254/2011, ΑΠ 1439/2007). Εξάλλου, βαριά αμέλεια, για την έννοια της οποίας ο ΑΚ, όπως ιδίως γίνεται σαφές από τις διατάξεις των άρθρων 330, 332 και 334 αυτού, δεν περιέχει ορισμό ούτε παρέχει κριτήρια για τον προσδιορισμό της, μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της. Η έννοια της βαριάς αμέλειας είναι αόριστη νομική έννοια και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι βαριάς αμέλειας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το εάν τα περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια αυτή (ΟλΑΠ 18/1998). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της οριστικής απόφασης 3806/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα Τράπεζα, στην οποία τηρούσαν κοινό λογαριασμό, να τους καταβάλει, ως ενεχόμενη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, το ποσό των 27.586,21 ευρώ, το οποίο από βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της απέσπασε από το λογαριασμό αυτό, με πλαστές εξουσιοδοτήσεις, ο εναγόμενος με την ίδια αγωγή Ν. Σ.. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Τη 13.7.1982, οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), συμβληθέντες από κοινού με τους προστηθέντες υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης (αναιρεσείουσας) του υποκαταστήματος που αυτή διατηρούσε στον αλμυρό Μαγνησίας, προέβησαν σε κατάθεση χρημάτων στο με αριθμό ... κοινό λογαριασμό καταθέσεων ταμιευτηρίου, με σκοπό τη φύλαξη τους, συνομολογώντας παράλληλα και το συνήθη για τραπεζικές εργασίες τόκο, συνάπτοντας έτσι με την εναγομένη Τράπεζα σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης. Περί τα τέλη Μαΐου 2000 ... πληροφορήθηκαν ότι η εναγομένη είχε καταβάλει στις 27.3.2000 και στις 3.5.2000 στο συγχωριανό τους Ν. Σ. (δεύτερο εναγόμενο) τα ποσά των 2.400.000 και 7.000.000 δρχ. αντίστοιχα, με χρέωση του παραπάνω κοινού λογαριασμού τους, ενώ οι ίδιοι ουδέποτε είχαν δώσει στο παραπάνω πρόσωπο σχετική εντολή, ούτε καμία πληρεξουσιότητα ... Ο εν λόγω συγχωριανός των εναγόντων ... προέβη στις προαναφερθείσες αναλήψεις, χρησιμοποιώντας τις από 26.3.2000 και από 3.5.2000 εξουσιοδοτήσεις, οι οποίες ήταν πλαστές, όπως δεν αμφισβητείται από την εναγομένη ... Τα εν λόγω έγγραφα έφεραν πλαστή υπογραφή της ενάγουσας (ολογράφως) και πλαστή θεώρηση του γνησίου της υπογραφής αυτής, με σφραγίδα που φερόταν ότι ήταν του Α.Τ. Πτελεού και τη δήθεν υπογραφή του Αρχιφύλακα Γ. Β. ... . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καταβολή των παραπάνω ποσών έγινε από βαριά αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, οι οποίοι, πριν συντάξουν τα σχετικά εντάλματα πληρωμής κατά τις ως άνω ημερομηνίες που έγιναν οι αναλήψεις, δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και με τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της γνησιότητας της υπογραφής της πρώτης ενάγουσας, που είχε τεθεί επί των εξουσιοδοτήσεων, αντιπαραβάλλοντας αυτήν με το δείγμα της υπογραφής της που υπήρχε επί της σχετικής καρτέλας και της από 12.7.1982 αίτησης της ενάγουσας, έγγραφα τα οποία η εναγομένη διατηρούσε στο αρχείο της. Αν προέβαιναν οι υπάλληλοι της εναγομένης στην αντιπαραβολή των υπογραφών θα μπορούσαν ευχερώς να διαπιστώσουν τη σημαντική διαφορά που εμφάνιζαν οι υπογραφές αυτές του δείγματος και των εξουσιοδοτήσεων, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες σχετικά με αριθμούς 9, 10, 18 και 8Α. Στην αντιπαραβολή αυτή όφειλαν από τις περιστάσεις να προβούν οι υπάλληλοι της εναγομένης (ταμίας και διευθυντής), ενόψει των μεγάλων ποσών που επρόκειτο να αναληφθούν από τρίτο πρόσωπο και όχι από τον ίδιο τον καταθέτη, πολύ περισσότερο δε, καθόσον στην υπάρχουσα και στις δύο αυτές εξουσιοδοτήσεις πλαστή θεώρηση του γνησίου της υπογραφής δεν βεβαιωνόταν ότι η εξουσιοδοτούσα υπέγραψε ενώπιον του φερομένου ως συντάξαντος τη βεβαίωση αστυνομικού οργάνου. Από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι σε όλους τους επιμελείς τραπεζικούς υπαλλήλους είναι γνωστό ότι η θεώρηση του γνησίου μιας υπογραφής επί εξουσιοδοτήσεων από αστυνομικές αρχές γίνεται πάντοτε με την υπογραφή του ίδιου του εξουσιοδοτούντος ενώπιον του αστυνομικού οργάνου και ότι αυτό το γεγονός είναι που βεβαιώνεται από τους αστυνομικούς με έντυπη σφραγίδα, ότι δηλαδή "ο εξουσιοδοτών υπέγραψε ενώπιον τους" και όχι με σφραγίδα παρόμοια με εκείνη που έφεραν οι εξουσιοδοτήσεις αυτές ότι "βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος". Στην πλαστή αυτή θεώρηση, εξάλλου, ως βεβαιούσα αστυνομική αρχή αν γραφόταν χειρογράφως "ΑΣΤ. ΤΜ. ΠΤΕΛΕΟΥ", ενώ το υπόλοιπο κείμενο της βεβαιώσεως γινόταν με έντυπη σφραγίδα και δεν υπήρχαν ένσημα της ελληνικής αστυνομίας. Ο μέσος συνετός όμως τραπεζικός υπάλληλος γνωρίζει ότι τέτοιες βεβαιώσεις φέρουν ολόκληρο το κείμενο με έντυπη σφραγίδα και όχι το μισό χειρόγραφο, καθώς και ότι φέρουν ένσημα που μόνο από την Αστυνομία διατίθενται και όχι οποιαδήποτε χαρτόσημα. Για τη διαπίστωση των παραπάνω πλαστών υπογραφών και βεβαιώσεων δεν απαιτείτο εξιδιασμένη επιμέλεια ή ειδικές γνώσεις των υπαλλήλων της εναγομένης (ταμία και διευθυντή), όπως η τελευταία ισχυρίζεται, αλλά αρκούσε η οφειλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια (άρθρο 330 ΑΚ), ήτοι η συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου και στη συγκεκριμένη περίπτωση του μέσου τραπεζικού υπαλλήλου. Η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου υπαλλήλου όμως, για τους εν λόγω υπαλλήλους της εναγομένης που παρέλειψαν τον προαναφερθέντα έλεγχο των ως άνω υπογραφών, ήταν ασυνήθιστα μεγάλη, ενόψει του ύψους των χρημάτων που επρόκειτο να αναληφθούν από τρίτο πρόσωπο με εξουσιοδότηση ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 3 του ν.δ. της 17-7/13.8.1923, 330 και 334 ΑΚ, εφόσον τα προπαρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά καλύπτουν με πληρότητα την προαναφερθείσα έννοια της βαριάς αμέλειας, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω δεν τίθεται ζήτημα θεμελίωσης του λόγου αυτού αναίρεσης, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγω προσφυγής του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στα διδάγματα της κοινής πείρας για την ερμηνεία των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αφού το Εφετείο με τις παραδοχές του αναφέρεται στα διδάγματα της κοινής πείρας για την υποστήριξη της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο απόδειξης και όχι για την ερμηνεία των προαναφερόμενων κανόνων (ΑΠ 1652/2009). Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5.6.2011 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος για αναίρεση της απόφασης 3274/2008 του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2013 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ