Αριθμός 1766/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Δεσεγγρίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Κ. - Μ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Δεσεγγρίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1729/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2020 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/2/2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη από 27-02-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία των,υπ'αριθμ.30/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ.1729/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος η από 25.01.2017 και με αριθμό κατάθεσης 25/2017 αγωγή του. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2.Κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ "όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της". Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται ειδικός τρόπος αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επέρχεται, κατά πλάσμα του νόμου, από την τελεσιδικία της απόφασης, που καταδικάζει σε δήλωση βούλησης τον οφειλέτη. Προϋπόθεση είναι αφενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να δηλώσει τη βούλησή του προς τον ενάγοντα πρέπει να απορρέει είτε από δικαιοπραξία την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα, είτε απευθείας από το νόμο (ΑΠ 1642/2018, ΑΠ 945/2017, ΑΠ 1919/2017). Στη δίκη που ανοίγεται με την αγωγή του άρθρου 949 ΚΠολΔ, η οποία είναι ενοχική (ΑΠ 945/2017, ΑΠ 1919/2017), επίδικη είναι η παροχή που οφείλεται από το νόμο ή τη σύμβαση, το περιεχόμενο της οποίας συνίσταται στην απαιτούμενη σύμπραξη για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως. Η ιστορική βάση της αγωγής συντίθεται από τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου για την επιχείρηση της οφειλόμενης και ζητούμενης δήλωσης βούλησης (ΑΠ 1396/2005). Η απόφαση που δέχεται την αγωγή για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως αφενός προβαίνει σε διάγνωση έστω και σιωπηρώς της ύπαρξης της αξίωσης και αφετέρου καταδικάζει τον εναγόμενο - οφειλέτη σε επιχείρηση της οφειλόμενης δήλωσης(ΑΠ 266/2020).Εξάλλου, κατά το άρθρο 166 ΑΚ, καταρτισμένη σύμβαση αποτελεί και το προσύμφωνο, με το οποίο δημιουργείται τέλεια ενοχή, δηλαδή γεννιούνται υποχρεώσεις και από τα δύο μέρη για τη σύναψη της κύριας σύμβασης (ΑΠ 152/2001, ΑΠ 58/1997). Οι υποχρεώσεις αυτές είναι αγώγιμες και καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούται να εγείρει αγωγή με αίτημα την κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ καταδίκη σε δήλωση βούλησης, η οποία θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση καταστεί τελεσίδικη. Επομένως, η αγωγή καταδίκης σε δήλωση βούλησης επιτρέπεται, προκειμένου να εκβιασθεί η εκπλήρωση υποχρέωσης, που έχει αναληφθεί με προσύμφωνο, για τη σύναψη της κύριας σύμβασης (ΑΠ 58/1997). Πέραν των γεγονότων που θεμελιώνουν την νομιμοποίηση των διαδίκων ως φορέων της αξίωσης για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, θα πρέπει για το ορισμένο της αγωγής να παρατίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και ακρίβεια τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η ως άνω αξίωση του ενάγοντος, θα πρέπει, με άλλα λόγια, να παρατίθενται τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προκύπτει η έγκυρη κατάρτιση προσυμφώνου, ως δικαιοπαραγωγικού λόγου της αξίωσης για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως που απαιτείται για την θέση σε εφαρμογή του μηχανισμού αναγκαστικής εκτέλεσης του άρθρου 949 ΚΠολΔ. Ο ενάγων προς καταδίκη του εκ προσυμφώνου οφειλέτη του προς δήλωση βουλήσεως, πρέπει για το παραδεκτό της κατ' άρθρον 949 ΚΠολΔ αγωγής του να επικαλείται έννομο συμφέρον, δηλαδή να αναφέρει σε τί συνίσταται στην περίπτωσή του η ανάγκη παροχής δικαστικής προστασίας. Ειδικότερα ο δικαιούχος από προσύμφωνο, στον οποίο έχει χορηγηθεί αμετάκλητη πληρεξουσιότητα από το έτερο μέρος να καταρτίσει με αυτοσύμβαση την οριστική σύμβαση αφενός ατομικά και αφετέρου ως άμεσος αντιπρόσωπος του πληρεξουσιοδότη σε περίπτωση που ο τελευταίος δυστροπεί να συμπράξει, έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση στην ίδια περίπτωση αγωγής για καταδίκη του υποχρέου σε δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να επιτύχει δι' αυτής της οδού την αναγκαστική σύναψη της οριστικής σύμβασης. Και τούτο διότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο αποκλεισμός του συμβαλλομένου στο προσύμφωνο μέρους στον οποίο δόθηκε πληρεξουσιότητα για αυτοσύμβαση από τον μηχανισμό αναγκαστικής εκτελέσεως,αφού έτσι θα βρισκόταν σε δυσμενέστερη θέση ο δανειστής απλώς και μόνο επειδή του έχει χορηγηθεί η ως άνω πληρεξουσιότητα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπαγόταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/2014, ΑΠ 159/2004). Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006). Ακολούθως, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Τέλος, όταν προβάλλεται αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο Άρειος Πάγος εκτιμώντας το δικόγραφο υπάγει αυτεπαγγέλτως αυτά στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα δεν γίνεται ή γίνεται εσφαλμένα επίκληση της σχετικής διάταξης από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1252/2017, ΑΠ 301/2013, ΑΠ 648/2009). 4.Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του) αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 949 ΚΠολΔ απορρίπτοντας την αγωγή ως αόριστη. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων-ήδη αναιρεσείων ιστορούσε σ'αυτή τα εξής: ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικού προσυμφώνου αγοραπωλησίας ακινήτου και καταβολής αρραβώνα της συμβολαιογράφου ... Α. - Α. Σ., οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, συμφώνησαν να του πωλήσουν και να του μεταβιβάσουν την κυριότητα επί ενός οικοπέδου, εκτάσεως 55,34 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο κείται στην συνοικία της ..., της πόλεως της ..., όπως αυτό λεπτομερώς περιγράφεται στο δικόγραφο και του οποίου οι τελευταίοι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, έναντι τιμήματος 87.589,63 ευρώ. Ότι, στις 14- 4-2010, κατέβαλε ισομερώς στους εναγομένους ποσό 42.000 ευρώ, το οποίο ποσό, με το ανωτέρω προσύμφωνο, συμφωνήθηκε ότι αποτελεί αρραβώνα και κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου κατέβαλε ισομερώς στους τελευταίους ποσό 2.544,43 ευρώ, το οποίο ποσό συμφωνήθηκε επίσης ότι αποτελεί αρραβώνα, ενώ το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος, ποσού 43.045,20 ευρώ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε μελλοντικό χρόνο, που θα επέλεγε ο ίδιος, στην Εθνική Τράπεζα, για λογαριασμό των εναγομένων, για την εξόφληση οφειλών των τελευταίων προς αυτήν. Ότι, με το ανωτέρω προσύμφωνο, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογραφεί οποτεδήποτε θελήσει ο ενάγων - αγοραστής, χωρίς να τεθεί προς τούτο οποιαδήποτε προθεσμία, ενώ, δυνάμει ανέκκλητης εντολής και πληρεξουσιότητας, συμπεριλαμβανομένης στο εν λόγω προσύμφωνο, παρασχέθηκε σε αυτόν και το δικαίωμα να προβεί, οποτεδήποτε επιθυμεί αυτός, στην σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, με αυτοσύμβαση, χωρίς πρόσκληση των εναγομένων πωλητών. Ότι, κατά τους όρους του ανωτέρω προσυμφώνου, οι τελευταίοι, σε περίπτωση ματαιώσεως της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, για τους, ειδικότερα αναφερομένους στο ανωτέρω προσύμφωνο, λόγους, υποχρεούνται να καταβάλλουν σε αυτόν ως αγοραστή, το διπλάσιο του ανωτέρω ποσού - αρραβώνα, που έλαβαν. Ότι μετά την υπογραφή του ανωτέρω προσυμφώνου οι εναγόμενοι του παρέδωσαν την νομή του προαναφερθέντος ακινήτου, το οποίο ρητά υποσχέθηκαν και ανέλαβαν την υποχρέωση να το μεταβιβάσουν ελεύθερο από κάθε βάρος, χρέος και φόρο και γενικά από κάθε νομικό ελάττωμα. Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθμ... πράξεως εγκρίσεως προσυμφώνου της ιδίας, ως άνω, συμβολαιογράφου, οι εναγόμενοι επιβεβαίωσαν την σχετική υποχρέωσή τους, που ανέλαβαν με το ανωτέρω προσύμφωνο, να του μεταβιβάσουν κατά κυριότητα το ως άνω ακίνητο, ελεύθερο από κάθε νομικό ελάττωμα, παρέχοντας σε αυτόν εκ νέου το δικαίωμα καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου με αυτοσύμβαση. Ότι έκτοτε έχει καλέσει επανειλημμένως τους εναγομένους για την εκπλήρωση της από το προσύμφωνο απορρέουσας υποχρεώσεώς τους για μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου απηλλαγμένου από κάθε νομικό ελάττωμα, χωρίς, όμως, οι τελευταίοι να ανταποκριθούν σε αυτό. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να προβούν σε κοινή δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου, που θα οριστεί από τον ίδιον, σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικού προσυμφώνου αγοραπωλησίας ακινήτου, όπως αυτό εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη, περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως σε αυτόν του εν λόγω ακινήτου, άλλως και σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη τριήμερη προθεσμία από τον χρόνο, που θα κοινοποιηθεί στους εναγομένους η τελεσίδικη απόφαση, που θα εκδοθεί, να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, ποσό 89.088,86 ευρώ (42.000 + 2.544,43 X 2), με τον νόμιμο τόκο από την ανωτέρω κοινοποίηση, λόγω της καταπτώσεως του συνομολογηθέντος αρραβώνα. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα του ενάγοντος για την καταδίκη των εναγομένων σε δήλωση βουλήσεως, με την επίκληση ότι οι εναγόμενοι δεν στέργουν στην μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου τους προς αυτόν, απαλλαγμένου από κάθε βάρος, χρέος και φόρο και γενικά από κάθε νομικό ελάττωμα. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έκρινε ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας διότι στο δικόγραφό της δεν εκτίθεται με ποιόν τρόπο οι εναγόμενοι εμποδίζουν την κατάρτιση της οριστικής μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου τους προς τον ενάγοντα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 949 του ΚΠολΔ και απαίτησε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της αξίωσης του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 §1α`του ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει η εν λόγω απόφαση να αναιρεθεί, παρελκούσης της εξετάσεως του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που υπέβαλε προτάσεις κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 189 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτόν, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί την υπ' αριθ. 30/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... - Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή. -Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ` αυτόν. Και - Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ