Αριθμός 552/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Λ., κατοίκου …, υπό την ιδιότητά του ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου, του Μ. Τ. του Λ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Πηνελόπη Σαριδάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιουνίου 1997 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Μ. Τ. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5672/1998 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2689/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Μαΐου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αγιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Ετέρωθεν, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, με την οποία αποσκοπείται η ασφαλής φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνήθους για τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σε περίπτωση αμφιβολίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 του ΑΚ έχουν εφαρμογή αφενός η περί δανείου διατάξεις του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η Τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατεθειμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας οφείλει να αποδώσει το πράγμα στον παρακαταθέτη όταν ο τελευταίος το απαιτεί, ακόμη και αν δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία, ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ`αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμελεία" (ΑΠ 844/2006). Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και η βεβαίωση που εκδίδει η τραπεζική ανώνυμη εταιρία και παραδίδει στον καταθέτη-επενδυτή σε τίτλους (ομόλογα) Ελληνικού Δημοσίου (REPOS) προς απόδειξη των χρημάτων που κατέθεσε για την αξία των ομολόγων αυτών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 334 παρ. 1 ΑΚ, ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της παροχής του, όπως για δικό του πταίσμα. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 300, 914, 922 ΑΚ, προκύπτει ότι ο οφειλέτης, κύριος ή προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του. Τέτοια (κατάχρηση) υπάρχει όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων, που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ'αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ο δε ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση ούτε όφειλε να την γνωρίζει (ΑΠ 959/2004, ΑΠ 799/2001). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 11-4-1997 ο Β. Τ. (αναιρεσίβλητος), αδελφός του αρχικώς ενάγοντος Μ. Τ., ενεργώντας για τον ευαυτό του ατομικά, αλλά και ως αντιπρόσωπος του ενάγοντος, μετέβη στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης Τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα Αθηνών ΑΕ", η οποία αργότερα συγχωνεύθηκε με την τράπεζα "EFG EUROBANK - ERGASIAS A.E." (αναιρεσείουσα), όπου και συναντήθηκε με τον δεύτερο εναγόμενο Π. Π. (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), προκειμένου να προβεί σε επένδυση του ποσού των 20.000.000 δραχμών, το οποίο ανήκε κατά το ήμισυ σε εκείνον και στον ενάγοντα. Στο εν λόγω κατάστημα, με την πιο πάνω ιδιότητά του, συνήψε σύμβαση με τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος στο Κατάστημα αυτό ασκούσε καθήκοντα Διευθυντή μέχρι την 14-5-1996 και κατόπιν καθήκοντα αναπληρωτή Διευθυντή, δυνάμει της οποίας, επένδυσε σε REPOS το ποσό των 10.000.000 δραχμών, το οποίο το κατέθεσε στην πρώτη εναγομένη για χρονικό διάστημα 34 ημερών, ήτοι μέχρι την 15-5-1997, με συμφωνημένη απόδοση 10,90% ετησίως και με τη συμφωνία επίσης, κατά την πιο πάνω ημερομηνία, να καταβληθεί στον ενάγοντα από την εναγομένη, το ποσό των 10.101.534 δραχμών. Για την επένδυση αυτή ο Β. Τ. έλαβε την προσκομιζόμενη υπ' αριθ…/11-4-1997 βεβαίωση συναλλαγής (REPOS), της πιο πάνω Τράπεζας, η οποία είχε εκδοθεί στο όνομα του ενάγοντος και έφερε τις υπογραφές του δεύτερου εναγομένου και της υπαλλήλου της Τράπεζας Ι. Σ. Κατά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης ο πιο πάνω Β. Τ., ως προς την επένδυση του ποσού των 10.000.000 δραχμών, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του αδελφού του Μ. Τ., αρχικού ενάγοντος, το γεγονός δε αυτό γνώριζε ο δεύτερος εναγόμενος, δεδομένου ότι, κατά τα προαναφερόμενα, η βεβαίωση συναλλαγής εκδόθηκε στο όνομά του (ενάγοντος). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε τα ίδια ως προς την αντιπροσώπευση του εν λόγω διαδίκου, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο δεύτερος εναγόμενος-εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά τη λήξη της σύμβασης, ζήτησε από την εναγομένη τράπεζα την καταβολή του πιο πάνω χρηματικού ποσού, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε, ισχυριζόμενη ότι ο τίτλος της ένδικης σύμβασης ήταν εξ ολοκλήρου πλαστογραφημένος από τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος είχε παράνομα ιδιοποιηθεί το ποσό της κατάθεσης των 10.000.000 δραχμών και δεν το είχε αποδώσει ποτέ στην εναγομένη. Ακολούθως αποδείχθηκε, ότι ο δεύτερος εναγόμενος, κατά το χρόνο σύναψης της πιο πάνω σύμβασης, με την υπ' αριθ…/5-12-1996 πράξη της Γενικής Διεύθυνσης της Τράπεζας Αθηνών, είχε ήδη τεθεί από 6-12-1996 στη διάθεση της Γενικής Διεύθυνσης, η οποία με την ίδια πράξη ανακάλεσε από την ημερομηνία αυτή (6-12-1996) και το δικαίωμα υπογραφής που του είχε χορηγηθεί από το Κεντρικό Κατάστημα. Ο λόγος της θέσης αυτού σε διαθεσιμότητα και της ανάκλησης του δικαιώματος της υπογραφής αυτού, ήταν η διαπίστωση διαφόρων αταξιών και μη κανονικών ενεργειών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως έκδοση πλαστών πιστοποιητικών και λοιπών εγγράφων καταθέσεων, παράνομη ιδιοποίηση καταθέσεων κλπ., οι πράξεις δε αυτές συνιστούσαν ποινικά αδικήματα και μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από τον Προϊστάμενο του Τμήματος της Επιθεώρησης της Τράπεζας, η τελευταία υπέβαλε κατ' αυτού τις από 2-5-1997 και 28-5-1997 μηνύσεις και ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη για τις κακουργηματικές πράξεις της υπεξαίρεσης στη υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, της υπεξαίρεσης αντικειμένων ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το όφελος εις βάρος της Τράπεζας. Με την υπ' αριθ. 421/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάσθηκε σε πολυετή κάθειρξη για τις πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (συμπεριλαμβανομένου στα υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά και του ποσού των 10.000.000 δραχμών του ενάγοντος), καθώς και για τις πράξεις της πλαστογραφίας. Ο δεύτερος εναγόμενος, παρότι, όπως προαναφέρθηκε, είχε από τις 6-12-1996 τεθεί σε διαθεσιμότητα, προσέρχονταν κανονικά στην υπηρεσία του, στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης και παρέμενε μέσα σε αυτό κατά τις ώρες λειτουργίας και συναλλαγής με τους πελάτες της Τράπεζας και έτσι συνηλλάγη και με τον ενάγοντα. Η Τράπεζα κατήγγειλε τελικά, την 8-5-1997, τη σύμβαση εργασίας αυτού και τον κάλεσε να απόσχει από κάθε απασχόλησή του στην υπηρεσία της. Για την παρουσία του Π. Π. στο Κεντρικό Κατάστημα της πρώτης εναγομένης, κατά το διάστημα που αυτός ήταν σε διαθεσιμότητα, καταθέτει σαφώς ο μάρτυρας της εναγομένης Ν. Χ., ο οποίος ήταν επιθεωρητής της εναγομένης και η κατάθεσή του περιέχεται στην πιο πάνω Εισηγητική Έκθεση, αλλά και ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών οι μάρτυρες Ι. Σ. και Ν. Κ., υπάλληλοι της εναγομένης, οι οποίοι καταθέτουν ότι μέχρι και τον Απρίλιο 1997, ο Π. Π. απασχολείτο στο τμήμα των χορηγήσεων της εναγομένης. Η ένδικη συναλλαγή, που αφορούσε τον ενάγοντα, έγινε εντός του Καταστήματος της Τράπεζας, δεδομένου ότι, όπως καταθέτει και ο πιο πάνω μάρτυρας Ν. Χ., οι επιταγές των 20.000.000 δραχμών τις οποίες έδωσε ο Β. Τ. στον Π. Π. για την επίδικη επένδυση, εισπράχθηκαν από τον τελευταίο, μέσω υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας. Επομένως, ο ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου ότι η ένδικη συναλλαγή δεν έλαβε χώρα εντός του Καταστήματος, αλλά εκτός αυτού, σε κάποιο ζαχαροπλαστείο, ελέγχεται ως αβάσιμος. Πριν την ως άνω καταγγελία και όσο διαρκούσε η κατάσταση της διαθεσιμότητας του Π. Π., αυτός εξακολουθούσε να συνδέεται με την εναγομένη Τράπεζα με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3198/1955, η διαθεσιμότητα του υπαλλήλου δεν λύει τη σύμβαση εργασίας του, αυτός δε δικαιούται μισθούς και μάλιστα το 1/2 του συνόλου των αποδοχών του. Συνεπώς, αυτός ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο (11-4-1997) "προστηθείς" της εναγομένης, κατά την έννοια των άρθρων 334, 922 ΑΚ και θεμελιώνεται έτσι η αντικειμενική ευθύνη της εναγομένης Τράπεζας (προστήσασας) από τη σχέση πρόστησης. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι ο Π. Π., ως προστηθείς της εναγομένης, ενήργησε επ' ευκαιρία και εξ αφορμής της υπηρεσίας του, αλλά κατά παράβαση των διαταγών που δόθηκαν σ' αυτόν και κατά παράβαση-κατάχρηση των καθηκόντων του, εφόσον δεν συμμορφώθηκε προς την προαναφερόμενη πράξη ανάκλησης της υπογραφής του, αλλά, υπέγραψε την ένδικη σύμβαση επένδυσης του ενάγοντος για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε, ούτε και ότι σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει, ότι κατά την πιο πάνω συναλλαγή με τον Π. Π., ο τελευταίος ήταν σε διαθεσιμότητα και στερούνταν το δικαίωμα υπογραφής και συνεπώς δεν εκπροσωπούσε την πρώτη εναγομένη. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η συναλλαγή έλαβε χώρα εντός του Καταστήματος της Τράπεζας, ο ενάγων αλλά και ο αντιπρόσωπός του-αδελφός του Β. Τ., γνώριζαν τον πιο πάνω ως διευθυντή της εναγομένης και η θέση αυτού σε διαθεσιμότητα δεν είναι από τα γεγονότα που μπορούσαν να γίνουν γνωστά στους τρίτους, εφόσον είναι θέμα εσωτερικό της Τράπεζας. Για τη μη δυνατότητα γνώσης από τους πελάτες της Τράπεζας ως προς τα περιστατικά αυτά, καταθέτουν και οι μάρτυρες της εναγομένης, οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στην Εισηγητική Έκθεση, κατά τη συναλλαγή δε ο πιο πάνω Β. Τ. έλαβε από τον Π. Π. την προαναφερθείσα υπ' αριθ…βεβαίωση συναλλαγής, σε κανονικό έντυπο της εναγομένης. Ενόψει αυτών, ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον ενάγοντα ως προς την άγνοια των προαναφερόμενων περιστατικών και ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης, σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων όφειλε να γνωρίζει ή από αμέλεια αγνοούσε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, κατά τη συναλλαγή, ενεργούσε κατά παράβαση των καθηκόντων του, ο οποίος επαναφέρεται και με την έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ενόψει αυτών που αποδείχθηκαν, υφίσταται ευθύνη των εναγομένων προς αποζημίωση του ενάγοντος. Περαιτέρω, από την πιο πάνω συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου, προκλήθηκε στον ενάγοντα ηθική βλάβη, δικαιούμενος προς αποκατάστασή της, χρηματική ικανοποίηση, η οποία, αφού ληφθούν από το Δικαστήριο υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, που ως άνω αποδείχθηκαν, οι συνθήκες, που τελέσθηκε η πιο πάνω άδικη πράξη εις βάρος του, η βαρύτητα αυτής και οι επιπτώσεις στην περιουσία του ενάγοντος, καθώς και ο βαθμός του πταίσματος του δεύτερου εναγομένου και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 1500 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο". Με βάση τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε και την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή, και επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο, με την ιδιότητά του ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος αδελφού του Μ. Τ., το ποσό των 29.645 ευρώ (10.101.534 δραχμές συνιστάμενες στην κατάθεση των χρημάτων για την αγορά ομολόγου REPOS και την προθεσμιακή απόδοσή του), και εις βάρος της πρώτης εναγομένης, καθολική διαδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο, από την 16-5-1997, ότε και ήταν υποχρεωμένη να αποδώσει το χρηματικό αυτό ποσό στον ενάγοντα από την ένδικη σύμβαση, και επί πλέον αναγνώρισε την υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 1500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 830 παρ. 1, 806, 837, 334 παρ. 1, 300, 914, 922, 932 Α.Κ., καθώς και το άρθρο 3 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών". Ειδικότερα το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις, τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς την ευθύνη πρόστησης της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Αθηνών Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, και την υποχρέωση της τελευταίας προς αποζημίωση του ενάγοντος για την ζημία την οποία υπέστη, καθώς και την επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 324, 914, 922 και 932 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ευθύνης από πρόστηση της αναιρεσείουσας, χωρίς να συντρέχει εν προκειμένω η αρνητική προϋπόθεση της άρσης της ευθύνης αυτής, λόγω γνώσης ή δυνατότητας γνώσης του αναιρεσίβλητου, ότι ο άνω υπάλληλος της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας είχε τεθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο της συναλλαγής σε διαθεσιμότητα και του είχε αφαιρεθεί το δικαίωμα υπογραφής και συνακόλουθα ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας, ώστε να μην υφίσταται πεδίο εφαρμογής και παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 300 του ΑΚ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, αναφορικά με τις παραδοχές της που αφορούν τους αγωγικούς ισχυρισμούς, και αντίστοιχα εκείνες που την οδήγησαν στην απόρριψη του ισχυρισμού της εναγομένης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου αυτού στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της. Και τούτο διότι, έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, καθόσον καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται πιο πάνω, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η μεταξύ της άνω τραπεζικής εταιρίας και του τελούντος ως άνω σε διαθεσιμότητα υπαλλήλου της Π. Π., που αδικοπράγησε σε βάρος του αναιρεσίβλητου, έχει τα χαρακτηριστικά της πρόστησης με το πιο πάνω περιεχόμενό της, αλλά και η σχέση αυτή σε συνδυασμό με τη θέση, τις ευκαιρίες και τα μέσα που παραχωρήθηκαν εξ αφορμής της στον αδικοπραγήσαντα υπάλληλό της, μολονότι αυτός είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα και του είχε αφαιρεθεί το δικαίωμα υπογραφής, περιστατικά που αγνοούσε και δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει ο αναιρεσίβλητος, υπήρξαν το αναγκαίο μέσο για την ως άνω παράνομη είσπραξη και την επακολουθήσασα ιδιοποίηση, η οποία ήταν αδύνατο να υπάρξει χωρίς την προηγηθείσα και λειτουργήσασα στην συγκεκριμένη περίπτωση συμβατική σχέση, με την έννοια της σχέσης αυτής ως πρόστησης. Είναι δε σαφείς και πλήρεις οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο ενάγων δεν γνώριζε, ούτε και όφειλε να γνωρίζει, ότι κατά την πιο πάνω συναλλαγή ο Π. Π. τελούσε σε σε διαθεσιμότητα και του είχε αφαιρεθεί το δικαίωμα υπογραφής, αφού, σύμφωνα με τις αιτιολογίες αυτές, οι ίδιοι οι μάρτυρες υπάλληλοι της Τράπεζας κατέθεσαν, ότι τα περιστατικά αυτά αποτελούν εσωτερική υπόθεση της Τράπεζας και δεν μπορούν να τα γνωρίζουν οι πελάτες της, ενώ η επίδικη συναλλαγή έλαβε χώρα εντός του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας, ο δε ενάγων και ο αντιπρόσωπος αυτού αδελφός του, γνώριζαν τον Π. Π., ως διευθυντή της εναγομένης Τράπεζας, και δεν υπήρχε η δυνατότητα να λάβουν γνώση, ότι αυτός είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα, εφόσον εξακολουθούσε να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν και να εξυπηρετεί πελάτες της, καθ' όλες τις ώρες λειτουργίας της, ώστε να μην είναι δυνατόν να γίνουν με κανένα τρόπο σ' αυτούς αντιληπτά τα ανωτέρω, αφού τίποτα δεν είχει αλλάξει από προηγουμένως, ο ίδιος δε ο αναιρεσίβλητος μετά την πραγματοποίηση της επίδικης συναλλαγής έλαβε από τον Π. Π. την προαναφερθείσα βεβαίωση, σε κανονικό έντυπο της εναγομένης και με τις απαιτούμενες σ'αυτήν υπογραφές. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-05-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2689/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ