Αριθμός 11/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Κ. και Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Κ. και Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κοντάκο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 14.7.2021 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 23/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 103/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλμωπίας, με την οποία είχε απορριφθεί διεκδικητική κυριότητας αγωγή του, στηριζόμενη κυρίως σε εν μέρει παράγωγο και εν μέρει πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας και επικουρικά σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο, εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κρατήθηκε και εκδικάσθηκε από το ίδιο η αγωγή, η οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς την επικουρική της βάση. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αναιρετικός λόγος , για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ.38/2020, ΑΠ 1551/2018).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005). Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, για το ορισμένο αυτών των λόγων, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010). Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό , από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτιθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ) 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση , διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα , συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019). Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018). Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, που είναι ταυτόσημος με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α') ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν (περ. β') και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019). Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 10/2008, 625/2008, 2019/2007, 2031/2007,2104/2007). Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες των αριθμών 1,5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση κανόνα δικαίου και την έλλειψης νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της, με την αιτίαση, ότι εσφαλμένως δέχθηκε ως ορισμένη την επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσίβλητου, περί κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, ήτοι του με αριθμό … οικοπέδου που βρίσκεται στο … Ο.Τ. του συνοικισμού ... του Δήμου …., συνολικής έκτασης 1.195 τ.μ., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και απέρριψε την ένσταση της ίδιας περί αοριστίας αυτής. Με όλους τους λοιπούς δε λόγους αναίρεσης (δεύτερο, τρίτο και τέταρτο) και με την επίκληση πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης από τους ίδιους αριθμούς 1,5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε κατέστη κληρονομιαίο, αλλά είχε δωριθεί άτυπα στον αναιρεσίβλητο ήδη από το έτος …, από τον πατέρα αμφοτέρων των διαδίκων, που αποβίωσε την…, αποφαινόμενο εν τέλει ότι εφόσον έκτοτε ο ίδιος άσκησε επί αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, έως την…, απέκτησε την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της, περί του ότι το επίδικο ακίνητο είχε δωρηθεί άτυπα σε αυτήν από τον πατέρα τους και περί καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων άτυπης σύμβασης χρησιδανείου, με βάση την οποία η ίδια επέτρεπε στον αναιρεσίβλητο αδελφό της να το χρησιμοποιεί και ότι έτσι ασκώντας πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον εικοσαετίας δια του ,ως αντιπροσώπου της ενεργούντος, αναιρεσίβλητου απέκτησε την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς και ότι εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτή (αναιρεσείουσα) ομολόγησε την άσκηση διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο, εφόσον οι οποιεσδήποτε πράξεις νομής επί αυτού πραγματοποιούνταν από τον ίδιο με την άδειά της, στα πλαίσια της επικαλούμενης σύμβασης χρησιδανείου και όχι με διάνοια κυρίου. Επί πλέον δε, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και τους ισχυρισμούς της σχετικά με το ότι ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε της γνωστοποίησε ότι ασκεί πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου για λογαριασμό του , ότι ουδέποτε απάντησε στην κοινοποιηθείσα σε αυτόν από το έτος … εξώδικη δήλωσή της, με την οποία τον όχλησε για διατάραξη της κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου, καθώς και ότι η μεταγενέστερη άσκηση της ένδικης αγωγής από τον αναιρεσείοντα μετά πάροδο 1 1/2 έτους συνεπάγεται αποδυνάμωση του όποιου δικαιώματος του και καταχρηστικότητα. Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης: α) κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο οικείο δικόγραφο, δεν γίνεται μνεία της διατάξεως, ή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ούτε το περιεχόμενο αυτής ή αυτών, επί πλέον δε δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την κτήση κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και, αντιθέτως, για τη μη απόκτηση από την αναιρεσείουσα της κυριότητας αυτού με τα ίδια προσόντα, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμών 1εδ. α και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, β) όλοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί από αυτήν δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά με τον λόγο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, εφόσον με τις αιτιάσεις της η αναιρεσείουσα εκφράζει την άποψη ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τα δικά της συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 14.7.2021 αίτηση αναίρεσης της Μ. Π. του Κ., κατά της 23/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14.7.2021 αίτηση της Μ. Π. του Κ. για αναίρεση της 23/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ