ΑΡΙΘΜΟΣ 1269/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρου του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοχάρη Δελακούρα, περί αναιρέσεως της 289/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Π. Ν. του Α., κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουλίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 889/13. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του (μη συνειδητή αμέλεια), είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφ' ετέρου δε, ότι ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, που από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ., κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Ενόψει των ανωτέρω, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα του θανάτου, ως συνέπεια ιατρικής πράξεως ή παραλείψεως, οφείλεται σε παράβαση από αυτόν (ιατρό) των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση και η ενέργεια ή παράλειψή του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο, τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξεως. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόστηκαν. Η απαιτούμενη από τα άνω άρθρα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσεώς του, ήτοι επιβάλλεται να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα από αυτά. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρ. 183 Κ.Π.Δ., με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο (όπως είναι και οι πταισματοδίκες και ειρηνοδίκες, όταν διενεργούν προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, κατ' άρθρ. 33 παρ.1 Κ.Π.Δ.) ή από το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στη διάταξη του άρθρου 178 του ίδιου Κώδικα, στην οποία γίνεται ενδεικτική απαρίθμηση των κυριότερων αποδεικτικών μέσων, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα, μάλιστα, ο λόγος αυτός γεννάται, όταν το δικαστήριο δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη συμπεράσματα, οπότε πρέπει να αιτιολογεί την αντίθετη δικανική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν όσα οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έτσι, ενόψει της, εκτεθείσας στην αρχή της παρούσας, διακρίσεως της αμέλειας σε μη συνειδητή και ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα που τελέσθηκε από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε και διακριβώθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη, σωρευτικώς ή διαζευκτικώς, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 Π.Κ., οπότε ιδρύεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ.- Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη, 289/2013, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχη η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, εφημερεύουσα ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Δράμας, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια νεογνού. Στην αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως αναφέρεται, σε σχέση με τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την καταδικαστική κρίση του, "από την εκτίμηση της ανωμοτί καταθέσεως της πολιτικώς ενάγουσας, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, των εγγράφων που νομότυπα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης". Δεν αναφέρεται, όμως, καθόλου το Δικαστήριο και στις α) από 12-5-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ. Κ., Μαιευτήρα-Γυναικολόγου, Επιμελητή Β' ΕΣΥ Π.Γ.Ν. Αλεξ/πολης, που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας της ενεργήσασας για την υπόθεση προκαταρκτική εξέταση Πταισματοδίκη Αλεξανδρούπολης, β) από 20-7-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Φ. Μ., Μαιευτήρα-Γυναικολόγου, Διευθυντή Μ-Γ τμήματος ΠΓΝΑ Αλεξάνδρα, που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας της ενεργήσασας προανάκριση Πταισματοδίκη του 24ου Προανακριτικού Τμήματος Αθηνών και γ) από 8-7-2010 πραγματογνωμοσύνη του Θ. Α., Καθηγητή Μαιευτικής-Γυναικολογίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που συντάχθηκε κατόπιν παραγγελίας του ενεργήσαντος προανάκριση για την ίδια υπόθεση Πταισματοδίκη του ΙΔ' Τμήματος του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Περί των εκθέσεων τούτων, οι οποίες αποτελούν, κατά τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 183 Κ.Π.Δ., ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, εφόσον οι σχετικές πραγματογνωμοσύνες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, διατάχθηκαν από τους προμνημονευόμενους ανακριτικούς υπαλλήλους στα πλαίσια των διεξαχθεισών για την υπόθεση προκαταρκτικής εξετάσεως και προανακρίσεως, δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε αναφέρονται στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά, που οδήγησαν το κατ' έφεση δικάζον Τριμελές Εφετείο στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα ιατρό κρίση του ούτε αξιολογείται το πόρισμα αυτών αλλ' ούτε και από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και αυτές κατά τη διερεύνηση των αιτίων θανάτου του νεογνού και της συνδρομής συγκεκριμένης αμέλειας της αναιρεσείουσας ούτε αντικρούεται η αντίθετη προς την κρίση του Δικαστηρίου γνώμη των ανωτέρω πραγματογνωμόνων, ώστε να εξαχθεί με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία το συμπέρασμα, ότι η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε και στις προαναφερθείσες εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που αφορούν το εν λόγω περιστατικό και τα αίτια θανάτου του αποβιώσαντος νεογνού. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση και λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε, ότι η αμέλεια της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας για το θανατηφόρο αποτέλεσμα είναι ενσυνείδητη, αφού δέχτηκε, όπως κατά λέξη εκτίθεται στο σκεπτικό του, ότι "...στο αποτέλεσμα του θανάτου του ανωτέρω νεογνού συνέβαλε αιτιακά η κατηγορουμένη, από τις παραλείψεις της οποίας και μόνο προήλθε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο εκείνη όφειλε και μπορούσε, με βάση τις προσωπικές της περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας του επαγγέλματός της (ιατρός) και της ειδικότητάς της (μαιευτήρας-γυναικολόγος) να προβλέψει ως πιθανό, από έλλειψη όμως της επιβαλλόμενης κατά αντικειμενική κρίση προσοχής, πίστευε ότι δεν θα επερχόταν", δοθέντος ότι η τελευταία αυτή παραδοχή ("πίστευε ότι δεν θα επερχόταν") σαφώς υποδηλώνει, ότι εκείνη είχε προβλέψει ως πιθανό το αποτέλεσμα του θανάτου, πληρουμένης της εννοίας της ενσυνείδητης αμέλειας. Αντιθέτως, από την επισκόπηση του διατακτικού της ίδιας αποφάσεως προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, ότι για το άνω (θανατηφόρο) αποτέλεσμα συνέτρεξε μη συνειδητή αμέλεια της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, διότι σύμφωνα με αυτό "... με την ιδιότητα της μαιευτήρα-γυναικολόγου ιατρού στο Γενικό Νοσοκομείο Δράμας, από έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και σύνεσης που κάθε μέτρια συνετός, επιμελής και ευσυνείδητος ιατρός της αυτής ειδικότητας όφειλε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις αλλά και που μπορούσε λόγω των προσωπικών της δυνατοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη της ...". Από τα ανωτέρω, όμως, διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενόψει των πιο πάνω αντιφατικών παραδοχών του Δικαστηρίου της ουσίας, δεν καθίσταται σαφές ποια από τις δύο μορφές αμέλειας δέχθηκε τούτο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ασάφεια δε αυτή καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 σε συνδυασμό με το άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ενόψει των πλημμελειών που προεκτέθηκαν, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη 289/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ