Αριθμός 122/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία "...)" ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "...), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλμπο Τσιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αριδαία Πέλλης, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-1-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ` αριθ. 4936/10-6-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης (με έδρα στο Πρωτοδικείο Έδεσσας) Η. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον, με επιμέλεια του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, προκύπτει ότι αντίγραφο της άνω αίτησης (του αναιρεσείοντος), με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη κοινοπραξία. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της υποθέσεως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσίβλητη ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον η απολιπόμενη αναιρεσίβλητη έχει κλητευθεί νομίμως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Στις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος ορίζεται, ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει (παρ. 2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3). Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει, ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει, δε, από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές. Επιτρέπει, όμως, σε αυτόν, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδίκασης ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων, περιελήφθησαν οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αξίωση, καθώς και την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Ειδικότερα η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψή της επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, βρίσκεται, βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση ή βάσει ρητρών κανονιστικής ισχύος, που έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον συμβατικό δεσμό που ρυθμίζουν οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου. Έτσι, συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικού δικαίου και οι διαφορές, που απορρέουν από αυτές, υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, 28/2011, ΟλΑΠ 8/2000, 7/2001). Παράλληλα, οι διατάξεις του άρθρου 73 ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ) ρυθμίζουν λεπτομερώς την άσκηση από τον θιγόμενο ιδιώτη, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, ανακοπής, τόσο πριν, όσο και μετά την έναρξη διοικητικής εκτέλεσης. Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει, ότι στην περίπτωση, κατά την οποία ο τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 ΚΕΔΕ, που αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης, αποδεικνύει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου, η διαφορά, που δημιουργείται με την άσκηση της απορρέουσας από τη διάταξη του άρθρου 73 ίδιου Κώδικα ανακοπής του θιγόμενου ιδιώτη, φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται με την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοίκησης και την είσπραξη της απαίτησης από το Δημόσιο Ταμείο. Επομένως, δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής έχουν, συμφώνως προς τα ανωτέρω και υπό την ισχύ του ν.1406/1983, τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 14/2003, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 741/2017). Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά τον νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995). Ο λόγος δε αυτός ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, που, κατά τον νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας, (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια τής παρά τον νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 741/2017). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΠΔ 126/1981 "Περί προεξοφλήσεως παρά του ... εις εργολήπτας - μετόχους αυτού, πιστοποιηθέντων υπέρ αυτών λογαριασμών, εκ της εκτελέσεως Δημοσίων Έργων ή Προμηθειών", "οι μέτοχοι προκειμένου να τύχουν παρά του Ταμείου προεξοφλήσεως απαιτήσεώς των, προερχομένης εκ της υπ' αυτών εκτελέσεως έργων ή Προμηθειών του Δημοσίου, Δήμων, Κοινοτήτων, Ν.Π.Δ.Δ., Οργανισμών Κοινής Ωφελείας, Δημοσίων Επιχειρήσεων και Τραπεζών, οφείλουν να εκχωρήσουν προς τούτο την τοιαύτην απαίτησίν των, δι` υπογραφής ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του μετόχου και του νομίμου εκπροσώπου του Ταμείου. Κατά την υπογραφήν της συμβάσεως εκχωρήσεως, ο μέτοχος υπόσχεται δι` αυτής την εκχωρουμένην απαίτησίν του, ελευθέραν πάσης ετέρας εκχωρήσεως, συμψηφισμού ή απαιτήσεως τρίτου ή κατασχέσεως και εξουσιοδοτεί το Ταμείον, όπως εισπράττη παρά του οφειλέτου, άνευ ετέρας διατυπώσεως την έκχωρουμένην απαίτησίν του, παραγγέλλει δε εις τον οφειλέτην όπως το εκχωρούμενον ποσόν καταβάλη εις το Ταμείον. Η σύμβασις εκχωρήσεως αναγγέλλεται νομίμως εις τον οφειλέτην δια κοινοποιήσεως προς αυτόν, διδομένης της σχετικής παραγγελίας παρά των συμβαλλομένων, εκχωρητού και εκδοχέως". Περαιτέρω με τo άρθρο 7 του Α.Ν. 440/1945 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των αφορωσών το ... διατάξεων" ορίζονται, πλην άλλων, τα εξής: Οι κατά τις κείμενες γενικές ή ειδικές διατάξεις εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή σε δημοπρασίες εκτέλεσης έργων ή προμηθειών του Δημοσίου όλων των Υπουργείων και κάθε αρμοδιότητας, όπως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και κάθε Οργανισμού, για τα οποία απαιτείται κατά τον νόμο δημοπρασία για την εκτέλεσή τους, εκδίδονται απεριόριστα και από τo .... Οι εγγυοδοτικές επιστολές του Ταμείου γίνονται υποχρεωτικά δεκτές, έστω και αν δεν αναφέρεται αυτό στη διακήρυξη. Με το άρθρο δε 2 του Ν. 1019/1949 ορίστηκε ότι, προκειμένου για Δημόσια κ.λ.π. έργα, που εκτελούνται στις επαρχίες, οι υπέρ των μετόχων του ... εκδιδόμενες από αυτό μετά τον Ν. 440/1945 εγγυοδοτικές επιστολές για τη συμμετοχή στις δημοπρασίες, χορηγούνται είτε από το Κεντρικό Γραφείο του Ταμείου είτε από τα ιδρυόμενα επαρχιακά Γραφεία. Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 του Α.Ν. 2326/1940 σκοπός του ... είναι η παροχή συντάξεως ή εφάπαξ βοηθήματος στους μετόχους, οι οποίοι παύουν να εξασκούν επάγγελμα, όπως και στις οικογένειες τους. Με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 7 του Α.Ν. 2326/1940, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 13. Ν 915/1979, ορίζονται τα εξής: "3. Δι` αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, εκδιδομένων μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου, δύναται να μεταβάλλεται ο τρόπος εισπράξεως παντός πόρου του Ταμείου, προκειμένου δε περί εισπράξεως τούτων δι` ενσήμων, να ορίζεται ο τύπος αυτών, ως και πάσα αναγκαία λεπτομέρεια προκύπτουσα εκ της μεταβολής. 4. Πάσα απαίτησις του Ταμείου εξ οιασδήποτε αιτίας προερχομένη μετά των προσθέτων επιβαρύνσεων, εισπράττεται βάσει των δικονομικών διατάξεων της εκάστοτε ισχυούσης δια την αναγκαστικήν είσπραξιν των Δημοσίων εσόδων, νομοθεσίας, εξαιρουμένου του μέτρου της προσωπικής κρατήσεως το οποίον δύναται να επιβάλληται μόνον εις περίπτωσιν εισπράξεως αυτής διά των Δημοσίων Ταμείων. Τίτλον δια την τοιαύτην αναγκαστικήν είσπραξιν αποτελεί απόφασις του Διοικητικού Συμβουλίου του .... καθορίζουσα το εισπρακτέον ποσόν εκ καθυστερουμένων εν γένει απαιτήσεων και προσθέτων επιβαρύνσεων, την αιτίαν της οφειλής, ως και την περίοδον εις ην ανάγεται αύτη. Δια της πιδόσεως της ατομικής ειδοποιήσεως εις οφειλέτην διακόπτεται η παραγραφή. Το Ταμείον δύναται να επιδιώξη την είσπραξιν των απαιτήσεών του και κατά την τακτικήν διαδικασίαν ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων". Επίσης με το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 2724/1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της κειμένης νομοθεσίας "περί ...." όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16. Ν 915/1979, ορίζονται τα εξής: "Αι κατά το εδάφιον ε της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Α.Ν. 2326/1940 προβλεπόμεναι προεξοφλήσεις πιστοποιήσεων πληρωμής εργολάβων, μετόχων του Ταμείου, προερχόμεναι εκ της υπ' αυτών εκτελέσεως έργων ή προμηθειών του Δημοσίου, Δήμων, Κοινοτήτων, Ν.Π.Δ.Δ., Οργανισμών Κοινής Vφελείας, Δημοσίων Επιχειρήσεων και Τραπεζών, καταρτίζονται εγγράφως και υπόκεινται εις το κατά νόμον χαρτόσημον της εμπορικής κλίμακος. Διά Προεδρικού Διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του ...., καθορίζεται ο τρόπος και αι προϋποθέσεις εκχωρήσεως προς το Ταμείον του αντιτίμου της εργολαβίας, ο τρόπος καταβολής μέρους ή ολοκλήρου της προεξοφλουμένης απαιτήσεως, το ποσοστόν της προμηθείας του Ταμείου όπερ δεν δύναται να είναι μεγαλύτερον του νομίμου προεξοφλητικού τόκου των Τραπεζών, ως καί πάσα ναγκαία λεπτομέρεια δια την εφαρμογήν των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το ... έχει διφυή χαρακτήρα, αφενός συνιστά ασφαλιστικό οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης και με την ιδιότητα αυτή αποτελεί φορέα δημόσιας εξουσίας και αφετέρου ενεργεί ως οικονομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου (FISCUS), όπως ακριβώς δρούν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα και στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του αυτής παρέχει στους μετόχους του ασφαλισμένους πιστωτικές υπηρεσίες, εγγυόμενο υπέρ των μελών του, τα οποία επιδίδονται έτσι απρόσκοπτα στην ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων έργων, καταβάλλοντας στο Ταμείο ορισμένη προμήθεια (ΑΠ 1103/2020, ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017). Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη, από 17-10-2011 ανακοπή της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της, εξέθετε ότι, τόσο τα μέλη της, όσο και η ίδια είναι εργολάβοι, ασφαλισμένοι και μέτοχοι - πιστούχοι του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων", καθολικού διαδόχου, αντίστοιχα του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "... (...)". Ότι, το τελευταίο είχε την εκ του νόμου δυνατότητα, μετά από αίτημα των ασφαλισμένων του, να προεξοφλεί εγκεκριμένους λογαριασμούς- πιστοποιήσεις πληρωμής εκτελεσθεισών εργασιών δημοσίων έργων, καταβάλλοντας σε αυτούς το ποσοστό της αξίας τους, έναντι της εκχώρησης στο ίδιο των εν λόγω λογαριασμών. Ότι, έτσι, προεξόφλησε την απαίτηση της ιδίας σε βάρος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας, ύψους 20.726.278 δρχ., προερχόμενη από τον 2° λογαριασμό του έργου "Προσθήκη αιθουσών στο ...", υπεγράφη δε μεταξύ τους η υπ' αριθ. 34065/2000 σύμβαση προεξόφλησης και εκχώρησης, με την οποία η απαίτησή της εκχωρήθηκε στο Ταμείο, επεδόθη δε η εν λόγω σύμβαση και στη Ν.Α. Πέλλας. Ότι την 15-9-2011 της κοινοποιήθηκε η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση και η βεβαίωση οφειλών, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος της χρέος προς το ΕΤΑΑ (ως καθολικό διάδοχο του ...) ύψους 17.532,84 ευρώ, που αντιστοιχεί στο άνω ποσό της προεξόφλησης, πλέον τόκων, προμηθειών κ.λπ.. Ζήτησε, δε, για τους ειδικότερα εκτιθέμενους λόγους, την ακύρωση της υπ' αριθ. 42656/17-6-2011 βεβαίωσης οφειλής και της υπ' αριθ. 42651/17-6-2011 ατομικής ειδοποίησης του ΕΤΑΑ. Με βάση το ιστορικό της ανακοπής, προκύπτει ότι εν προκειμένω το καθ' ου η ανακοπή ενήργησε ως οικονομική οντότητα Ιδιωτικού Δικαίου (fiscus), όπως ακριβώς και τα άλλα Πιστωτικά Ιδρύματα, προεξοφλώντας μία απαίτηση έναντι προμήθειας, με υποκείμενη σχέση την αναφερόμενη σύμβαση προεξόφλησης και εκχώρησης, η οποία δεν διέπεται από εξαιρετικές ρήτρες που να προσδίδουν στο αναιρεσείον υπερέχουσα θέση, με αποτέλεσμα αυτή να μην έχει το χαρακτήρα διοικητικής, αλλά σύμβασης ιδιωτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, η εκ της αιτίας αυτής απαίτηση δημιουργεί, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ιδιωτική διαφορά, για την εκδίκαση της οποίας έχουν δικαιοδοσία τα Πολιτικά Δικαστήρια. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 4 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονείται ότι το Εφετείο, κατά εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου θεώρησε ότι είχε δικαιοδοσία για την εκδίκαση της διαφοράς, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 14 πλημμέλεια, ότι δηλαδή έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η ανακοπή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ατομικής ειδοποίησης, καθόσον αυτή έχει απλώς ενημερωτικό χαρακτήρα και στερείται εκτελεστότητας. Ο λόγος αυτός, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σχετική μείζονα σκέψη, απαράδεκτος, γιατί κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως η παρούσα, δεν επιτρέπεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση η προβολή του λόγου αυτού είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι η ανακοπή στρέφεται και κατά της ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής (ΑΠ 850/2009). Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά τον νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους: α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως. δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ό νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη". Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις". Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ' ου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση. Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση τον "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους. Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων. Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα. Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν τον νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με τον νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, -που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη-, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε. σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη. Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για τον λόγο αυτόν δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικειο Εδέσσης που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 15-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, συνεστήθη κοινοπραξία μεταξύ των Δ. Π. και Ι. Σ., με σκοπό την κατασκευή του έργου "Προσθήκη Αιθουσών στο ...", το οποίο τους ανατέθηκε με την υπ' αριθ. 72697/1996 εγκριτική απόφαση της Δ.Τ.Υ.Ν. Πέλλας. Μεταξύ της άνω Κοινοπραξίας και της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας, υπεγράφη η από 23-3-2000 εργολαβική σύμβαση κατασκευής, για την εκτέλεση του προαναφερθέντος έργου, μετά και την έκδοση της υπ' αριθ. 43/2000 εγκριτικής απόφασης της Ν.Ε.Ν.Α. Πέλλας, οπότε η εργολάβος Κοινοπραξία ανέλαβε να αποπερατώσει το έργο ως την 22-5-2000. Εν συνεχεία, την 6-6-2000 υπεγράφη μεταξύ του ... και της Κοινοπραξίας η υπ' αριθ. 34065 σύμβαση προεξόφλησης και εκχώρησης απαίτησης, με την οποία το πρώτο προεξόφλησε στη δεύτερη το ποσό της απαίτησής της από το παραπάνω έργο σε βάρος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας, ποσού 20.726.278 δρχ., καθόσον αυτή η δυνατότητα παρείχετο από το άρθρο 8 του Ν. 2326/1940 (Περί ...), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ΠΔ 126/1981 "Περί προεξοφλήσεως παρά του ... εις εργολήπτας - μετόχους του, πιστοποιηθέντων υπέρ αυτών λογαριασμών εκ της εκτελέσεως Δημοσίων Έργων ή Προμηθειών". Παράλληλα, με την ίδια σύμβαση, η Κοινοπραξία εξουσιοδότησε το Ταμείο να εισπράξει από τη Ν.Α. Πέλλας την άνω εκχωρούμενη απαίτηση, παραγγέλλοντας ταυτόχρονα στην τελευταία την καταβολή του εν λόγω ποσού. Επισημαίνεται, ότι ο εκχωρητής (Κοινοπραξία), κατά ρητό όρο της σύμβασης, αν μέσα σε διάστημα δύο ετών από την υπογραφή της, η Ν.Α. Πέλλας δεν είχε εξοφλήσει την απαίτηση προς το ..., ανελάμβανε την υποχρέωση να εξοφλήσει ο ίδιος οποιαδήποτε απαίτηση του Ταμείου, παραιτούμενος ρητά και ανεπιφύλακτα από κάθε ένσταση εναντίον του Ταμείου για ελευθέρωσή του ή από την ένσταση διζήσεως. Αυτή η σύμβαση εκχώρησης, προς τον σκοπό της αναγγελίας της, επιδόθηκε νομότυπα στη Ν.Α. Πέλλας (βλ. την υπ' αριθ. 5708/9-6-2000 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Έδεσσας Δ. Σ.). Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι, λόγω μη πλήρους ικανοποίησης του Ταμείου από τη Ν.Α. Πέλλας, στην ανακόπτουσα επιδόθηκε την 15-9-2011 η με αριθμό 42651/17-6-2011 ατομική ειδοποίηση και πρόσκληση, με την οποία της γνωστοποιούνταν, ότι με την υπ' αριθ. 42649/17-6-2011 βεβαίωση οφειλών βεβαιώθηκε σε βάρος της χρέος προς το ΕΤΑΑ (ως καθολικό διάδοχο του ...) "ποσού 17.532,84 ευρώ, που προέρχεται από προεξόφληση του 2ου λογ/σμού (κεφάλαιο-τόκος-προμήθεια)", νομιμοτόκως από την ημέρα βεβαίωσης του χρέους, όπως το χρέος αυτό αναφερόταν στην προαναφερόμενη βεβαίωση οφειλών, καλούνταν, δε, να καταβάλει το ανωτέρω ποσό, με την απειλή λήψης σε βάρος της μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης. Στη βεβαίωση οφειλών αναφέρεται ότι το ποσό των 17.532,84 ευρώ αφορά "κεφάλαιο προεξόφλησης, τόκο, προμήθεια, χαρτόσημο, ΟΓΑ χαρτοσήμου" και, ειδικότερα, "η πιο πάνω οφειλή προέρχεται: Α. Από κεφάλαιο ποσού προεξόφλησης, με ημερομηνία πληρωμής 23-6-2000, 42.576,67 ευρώ και μετά από κεφαλαιοποίηση, ποσού 52.443,05 ευρώ. Έναντι του ανωτέρω ποσού [...] κατεβλήθησαν 4.114,09 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 3.971,13 ευρώ αφαιρείται από το κεφάλαιο. Επίσης [...] κατεβλήθησαν από την τ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας 59.327,62 ευρώ, ως εξόφληση του 2ου λογαριασμού εκ των οποίων το ποσό των 35.173,08 ευρώ αφαιρείται επίσης από το κεφάλαιο. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το κεφάλαιο της προεξόφλησης διαμορφώνεται στο ποσό των 17.269,97 ευρώ. Β. Από τόκους, προμήθεια, χαρτόσημο, ΟΓΑ χαρτοσήμου και μετά τις ανωτέρω καταβολές στις 14-4-06 και στις 30-12-10, οφείλει ποσό 262,87 ευρώ [...]". Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αμφότερων των παραπάνω εγγράφων (βεβαίωση οφειλής και ατομικής ειδοποίησης) δεν αναφέρονται ξεχωριστά τα επιμέρους κονδύλια του κεφαλαίου, των τόκων και προμηθειών, του χαρτοσήμου και του ΟΓΑ χαρτοσήμου, ενώ, επίσης, δεν αναφέρεται ποια κονδύλια κεφαλαιοποιήθηκαν και σε ποια χρονική περίοδο αυτά αφορούσαν, ούτε αποδείχθηκε η συγκοινοποίηση στην ανακόπτουσα οποιουδήποτε εγγράφου, από το οποίο να προκύπτουν τα παραπάνω. Επίσης, από την εκτίμηση των αυτών ως άνω αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε, ότι η ανακόπτουσα υφίσταται βλάβη από την ατελή και αόριστη περιγραφή της επίδικης απαίτησης, που συνίσταται στην αδυναμία της να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής και να προβάλλει τους αμυντικούς έναντι αυτής ισχυρισμούς της, η οποία δεν μπορεί να αναιρεθεί με άλλον τρόπο, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης και, συνακόλουθα, της εδραζόμενης επ' αυτής ατομικής ειδοποίησης. ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ανακοπή για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 42656/17-6-2011 βεβαίωση οφειλής του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων-Τομείς Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 61 του π.δ. 16/1989, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, στην ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση σε βάρος της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με βάση την οποία αυτή κλήθηκε από το αναιρεσείον να καταβάλει το ως άνω ποσό των 17.532,84 ευρώ, δεν προσδιοριζόταν επακριβώς η εν λόγω οφειλή, αφού δεν γινόταν αναλυτικός προσδιορισμός των επί μέρους κονδυλίων του κεφαλαίου και των τόκων, δηλαδή αν πρόκειται για συμβατικούς ή νόμιμους ή τόκους υπερημερίας, το χρονικό διάστημα στο οποίοι αυτοί αφορούσαν, καθώς επίσης και των λοιπών πρόσθετων επιβαρύνσεων, ούτε και αναφέρονταν ποια κονδύλια κεφαλαιοποιήθηκαν και σε ποια χρονική περίοδο αυτά αφορούσαν και, επίσης, δεν συγκοινοποιήθηκαν με την ταμειακή βεβαίωση τα δικαιολογητικά, που "συγκροτούν", τον ένδικο νόμιμο τίτλο, ή ότι είχε γίνει προς την αναιρεσίβλητη γνωστοποίηση με άλλο νόμιμο τρόπο των επί μέρους στοιχείων του όλου χρέους πριν από την άσκηση της ένδικης ανακοπής, με αποτέλεσμα, λόγω της ως άνω ατελούς και αόριστης περιγραφής της επίδικης απαίτησης, η ανακόπτουσα κοινοπραξία και ήδη αναιρεσίβλητη να υφίσταται βλάβη, συνισταμένη στην αδυναμία της να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής της (κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις) και να την αποκρούσει, η οποία (βλάβη) δεν είναι δυνατό να καλυφθεί άλλως, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της αόριστης αυτής ταμειακής βεβαίωσης και, έτσι, να δικαιολογείται η ακύρωση, λόγω αοριστίας, του προσβληθέντος νόμιμου τίτλου. Επομένως, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, καθόσον από τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν και ειδικότερα από το περιεχόμενο της ταμειακής βεβαίωσης προέκυπτε με σαφήνεια το είδος και η αιτία της οφειλής, με συνέπεια η μεν αναιρεσίβλητη - οφειλέτρια να έχει τη δυνατότητα αμφισβητήσεως της οφειλής της στη σχετική δίκη, το δε δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της, είναι αβάσιμος. Επίσης η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη πλημμέλεια ότι εφάρμοσε το άρθρο 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, όπως τροποποιήθηκε από τον ν. 4224/2013, ενώ ως εκ του χρόνου εκδόσεως της ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής έπρεπε να εφαρμόσει τη σχετική διάταξη, ως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της, εδράζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον το Εφετείο εφάρμοσε την προαναφερομένη διάταξη ως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Παράβολο δεν κατατέθηκε από το αναιρεσείον λόγω χορήγησης σ' αυτό ατέλειας. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος, καθόσον η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της αίτησης και δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-1-2020 αίτηση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων", καθολικού διαδόχου, αντίστοιχα του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "... (...)", για αναίρεση της υπ` αριθ. 10/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ