Αριθμός 1521/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Τσαχιρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 461/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-3-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 24-3-2021 (με αριθ. κατ. 3/2021) αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 70/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... την από 2-12-2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...-12-2013) αίτησή του, με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς το καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, με σκοπό την απαλλαγή του από τις οφειλές του. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 461/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία έγινε εν μέρει την αίτηση, ρυθμίστηκαν τα χρέη του αιτούντος και εξαιρέθηκε της εκποίησης η πρώτη κατοικία του, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., α) η από 28-3-2018 (με αρ. κατ. 43/29-3-2018) έφεση του καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και β) η ασκηθείσα με τις από 6-2-2019 προτάσεις του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου αντέφεση, επί των οποίων, μετά από συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 70/2019 απόφαση, που δέχτηκε αυτές τυπικά και τις απέρριψε κατ' ουσίαν. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο ..., στις 3-12-2013), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη". Επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών, με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή ( ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1351/2021). Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του, καθώς και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 71/2020). Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη, τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1035/2021, ΑΠ 311/2021, ΑΠ 844/2020). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 656/2021). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη ή από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 656/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Όπως δε προαναφέρθηκε, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή, η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση- εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 933/2021, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 656/2021). Συνεπώς, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και τούτο διότι, η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει, για το σκοπό αυτό, ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 ( ΑΠ 844/2020, ΑΠ 1379/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (26-3-2021)], η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση, είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 88/2022, Α.Π. 1510/2021, ΑΠ1388/2021, Α.Π. 889/2021). Επίσης, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση, απλώς, των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά, με τον παραπάνω λόγο, για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 101/2022, Α.Π. 88/2022, ΑΠ 764/2021, ΑΠ 1266/2020). Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται, πλέον, η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1313/2022, Α.Π. 168/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 878/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, της εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ως προς το ζήτημα της περιέλευσης του αιτούντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, αιτιώμενο ότι: α) δεν εκτίθεται σ' αυτή η εξέλιξη των καθαρών εισοδημάτων του αιτούντος μέχρι και το χρόνο συζήτησης της αιτήσεως στο δεύτερο βαθμό (οπότε, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, επανεξετάστηκε η υπόθεση κατ' ουσίαν), ώστε, σε συνδυασμό με τις βιοτικές ανάγκες της οικογένειας καθ' όλο αυτό το διάστημα, να κριθεί η αδυναμία πληρωμής, β) δεν αιτιολογείται επαρκώς η μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, ενόψει του ότι, με βάση τις ευνοϊκές διατάξεις, που έχουν θεσπισθεί από το έτος 2010, υπάρχει η δυνατότητα επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής του δανείου και μείωσης, αντιστοίχως, της μηνιαίας δόσης και γ) δεν εκτίθεται η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του αιτούντος, ενόψει και της επικείμενης ενηλικίωσης του δευτέρου τέκνου του και της συμπλήρωσης του 25ου έτους του πρώτου τέκνου του, οπότε ο αιτών δεν θα βαρύνεται πλέον με τα έξοδα διατροφής τους. Το Μονομελές Πρωτοδικείο ..., που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 70/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση αυτής, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα της περιέλευσης του αιτούντος, ήδη αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών: "Ο αιτών (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι 48 ετών και έχει τελέσει γάμο με τη Δ. Κ. του Ι., ηλικίας 47 ετών. Έχουν αποκτήσει τρία τέκνα, τον Α., ηλικίας 22 ετών, τη Ν., ηλικίας 18 ετών, και το Σ., ηλικίας 15 ετών. Ο μεγαλύτερος υιός τους είναι φοιτητής στο τρίτο έτος στο Τμήμα Αγροτικής Ανάπτυξης του ... Πανεπιστημίου ..., που λειτουργεί στην ..., και πηγαινοέρχεται από τον τόπο κατοικίας του στον τόπο των σπουδών του, προκειμένου να παρακολουθεί τα μαθήματα του και να συμμετέχει στις εξετάσεις, καθώς δεν έχει την οικονομική δυνατότητα για μίσθωση οικίας στην ... και διαμένει με τους γονείς του. Η θυγατέρα τους Ν. έχει τελειώσει το Λύκειο και ετοιμάζεται να συμμετάσχει για δεύτερη φορά στις πανελλήνιες εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, επιβαρυνόμενη με το κόστος παρακολούθησης σχετικών μαθημάτων σε ιδιωτικό φροντιστήριο. Διαμένουν σε διαμέρισμα του πρώτου πάνω από την πυλωτή ορόφου οικοδομής, κείμενης επί της οδού ....., στην ..., εμβαδού καθαρού 82,17 τ.μ., αποτελούμενο από δύο δωμάτια, σαλόνι - τραπεζαρία - κουζίνα, λουτρό και ένα ημιυπαίθριο χώρο, εμβαδού 12,43 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου των 355 τ.μ. 245,39% εξ αδιαιρέτου, παρακολουθήματα του οποίου αποτελούν: α) η αποθήκη υπό στοιχεία Υ1 εμβαδού 20,83 τ.μ. στο υπόγειο της αυτής οικοδομής, και β) η υπ' αριθ. 3 κλειστή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου εμβαδού 15,46 τ.μ. στην πυλωτή της ίδιας οικοδομής. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του αιτούντος δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου ... Α. Π. - Α., που μεταγράφηκε νόμιμα. Για την αγορά του εν λόγω ακινήτου, που αποτελεί την πρώτη κατοικία της οικογένειας του, ο αιτών συνήψε με το εκκαλούν την επίδικη υπ' αριθ. ...-5-2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 170.000,00€, με συμφωνηθείσα διάρκεια αποπληρωμής 360 μηνών και ποσό δόσης 842,43€. Το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βασικών δαπανών για τη διαβίωση του αιτούντος και της οικογένειάς του, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας των τέκνων του, στις οποίες περιλαμβάνεται η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, η μόρφωση των τέκνων, τα λειτουργικά έξοδα κατοικίας, η μετακίνηση, η επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τα είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, η ενημέρωση, οι υπηρεσίες τηλεφωνίας, τα είδη και οι υπηρεσίες υγείας, δεν υπολείπεται των 1.250,00€ μηνιαίως. Ο αιτών είναι υπαξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του, κατά το χρόνο σύναψης της ανωτέρω δανειακής σύμβασης (Μάιος 2008), όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος του ιδίου για το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 2008), ανέρχονταν στο ποσό των (23.107,04€ : 12) = 1.925,59€. Επίσης, κατά τον ίδιο χρόνο εισέπραττε σε μηνιαία βάση επίδομα παραμεθορίου, ύψους 225,00€, το οποίο δεν δηλωνόταν στη φορολογική του δήλωση. Έτσι, τα συνολικά μηνιαία εισοδήματα του ανέρχονταν στο ποσό των (1.925,59 + 225,00) = 2.150,59€. Κατά τον ίδιο χρόνο η σύζυγός του εισέπραττε σε μηνιαία βάση επίδομα ανεργίας ποσού (3.050,52€ : 12) = 254,21€, συνεπώς το μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα ανερχόταν στο συνολικό ποσό των (2.150,59 + 254,21) = 2.404.80€. Το έτος 2009, τα μηνιαία εισοδήματά τους ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 2.375,09€, το έτος 2010 στο ποσό των 2.133,06€, το έτος 2011 στο ποσό των 1.758,20€, και το έτος 2012 στο ποσό των 1.678,49€ (όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας εισοδήματος του αιτούντος για τα οικονομικά έτη 2010, 2011, 2012 και 2013). Κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης (Δεκέμβριος 2013), οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσό των 1.485,59€, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος του ιδίου για το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013), το δε επίδομα παραμεθορίου είχε καταργηθεί. Κατά τον ίδιο χρόνο η σύζυγός του εξακολουθούσε να παραμένει άνεργη και δεν εισέπραττε επίδομα ανεργίας. Έτσι, το μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα ταυτιζόταν με τις αποδοχές του αιτούντος από την εργασία του (1.485,59€). Τέλος, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της συζήτησης της ένδικης αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσό των 1.491,14€ (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αναλυτικό φύλλο μισθοδοσίας μηνός Μαΐου έτους 2017). Την ίδια στιγμή η σύζυγός του ήταν άνεργη (βλ. την προσκομιζόμενη από ...-2017 βεβαίωση του ΟΑΕΔ), πλην όμως, εισέπραττε σε μηνιαία βάση επίδομα τριτέκνου, ύψους 200,50€. Συνεπώς, το μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα ανερχόταν στο ποσό των 1.691,64€. Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος δεν αναμένεται να μεταβληθεί σημαντικά και να υπερβεί το ποσό των 1.700,00€ μηνιαίως, διότι, και αν ακόμη αποκατασταθούν οι αποδοχές των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων στα επίπεδα του Ιουλίου 2012, καθόσον με σειρά δικαστικών αποφάσεων έχουν κριθεί αντισυνταγματικές οι περικοπές στους μισθούς τους με τις διατάξεις του Ν. 4093/2012, η σύζυγος του αιτούντος θα σταματήσει να εισπράττει το επίδομα τριτέκνου μόλις ο μεγαλύτερος υιός τους συμπληρώσει τα 24 έτη του. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης δανειακής σύμβασης, το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος, χωρίς να υπολογίζεται το επίδομα ανεργίας της συζύγου του, αφού προφανώς δεν μπορούσε να στηριχθεί σε αυτό ο οικογενειακός προγραμματισμός τους, ανερχόταν στο ποσό των 2.150,59€, δηλαδή, ήταν τέτοιο που επαρκούσε για την κάλυψη των βασικών δαπανών διαβίωσης της οικογένειας του και την καταβολή της οφειλόμενης δόσης προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Σημειωτέον ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο οι οικογενειακές τους δαπάνες ήταν μικρότερες, εφόσον τα τέκνα τους βρίσκονταν στην ηλικία των 12, 8 και 5 ετών, αντίστοιχα, και ουσιαστικά δεν είχαν δαπάνες εκπαίδευσης, ενώ ο αιτών εύλογα θεωρούσε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μέχρι εκείνη τη στιγμή, ότι οι αποδοχές του τα επόμενα έτη θα αυξάνονταν λόγω αύξησης του χρονοεπιδόματος και προαγωγής του. Ωστόσο, στη συνέχεια, λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης στην οποία εισήλθε η χώρα, το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος μειώθηκε, ανερχόμενο κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης στο ποσό των 1.485,59€, και κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στο ποσό των 1.691,64€. Ως συνέπεια τούτου, εφόσον η δόση προς εξόφληση του δανείου παρακρατούνταν κατά νόμο από το μισθό του αιτούντος μέχρι την κατάθεση της ένδικης αίτησης, τα μέλη της οικογένειάς του, προκειμένου να είναι συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, υποχρεώθηκαν να υποστούν στερήσεις. Η οφειλή του αιτούντος από το παραπάνω δάνειο κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανερχόταν στο ποσό των 141.556,71€ (όπως προκύπτει από την από 9-8-2017 κατάσταση οφειλών του ΤΠΔ) και είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη με υποθήκη. Συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αποδεικνύεται ότι ο αιτών, λόγω του ύψους των δανειακών του υποχρεώσεων και της οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται σήμερα, έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, υπό την έννοια ότι μετά την πληρωμή κάθε δόσης προς το εκκαλούν, το υπόλοιπο του μισθού του δεν επαρκεί για την εξασφάλιση των βασικών βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του. Ως εκ τούτου, ο αιτών, ο οποίος δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη και διαρκή πραγματική αδυναμία πληρωμών [...]. Επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του αιτούντος στη ρύθμιση των διατάξεων του Ν. 3869/2010. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, με διαφορετική έστω εν μέρει αιτιολογία, και ακολούθως ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, ορίζοντας 18 μηνιαίες καταβολές προς το εκκαλούν ποσού 450,00€, ταυτόχρονα υποχρέωσε τον αιτούντα να καταβάλει μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των παραπάνω καταβολών το ποσό των 6.342,00€ στον ανωτέρω πιστωτή του, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογένειάς του, και επέβαλε στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλλει μηνιαίως στο καθ' ου για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του το ποσό των 243,82€ μηνιαίως για 15 έτη (180 δόσεις), ορθά εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσης του, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Εξάλλου, εφόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εκτιμάται ότι το ποσό που δύναται να διαθέτει ο αιτών για την κάλυψη των οφειλών του προς το καθ' ου ανέρχεται στα (1.700,00 - 1.250,00) = 450,00€, κρίνονται απορριπτέοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται με το μοναδικό λόγο της αντέφεσης του αιτούντος, με αίτημα την ευνοϊκότερη ρύθμιση του χρέους του κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Επομένως, με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει, τόσο η έφεση του εκκαλούντος, όσο και η ασκηθείσα με τις προτάσεις του εφεσίβλητου αντέφεση, να απορριφθούν στο σύνολο τους, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες". Με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αιτών, ήδη αναιρεσίβλητος, δικαιούται της προστασίας του Ν. 3869/2010, διότι περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που δικαιολογούν το διατακτικό του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία, επομένως, δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με σαφή αιτιολογία δέχθηκε ότι 1) ο ηλικίας 48 ετών αιτών, ήδη αναιρεσίβλητος, είναι έγγαμος, με την, ηλικίας 47 ετών, Δ. Κ. του Ι., με την οποία έχουν αποκτήσει τρία τέκνα, τον Α., τη Ν. και το Σ., ηλικίας 22, 18 και 15 ετών, αντιστοίχως, 2) ότι μεγαλύτερος υιός τους Α., είναι φοιτητής στο τρίτο έτος στο Τμήμα Αγροτικής Ανάπτυξης του ... Πανεπιστημίου ..., ενώ η θυγατέρα τους Ν. έχει τελειώσει το Λύκειο και ετοιμάζεται να συμμετάσχει για δεύτερη φορά στις πανελλήνιες εξετάσεις για την εισαγωγή της στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και 3) ότι ο ίδιος (αιτών), οποίος είναι υπαξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, διότι ο μισθός αυτού, που ήταν το κύριο οικογενειακό εισόδημα (ενόψει του ότι η σύζυγός του είναι άνεργη, εισπράττοντας περιστασιακά, άλλοτε μεν επίδομα ανεργίας, άλλοτε δε επίδομα τριτέκνου, όπως αναλυτικά αναφέρεται), υπέστη συνεχείς μειώσεις από το έτος 2010 και εφεξής, στα πλαίσια της περικοπής των δαπανών του δημόσιου τομέα, λόγω της οικονομικής κρίσης. Για την κρίση του αυτή το ως άνω δικαστήριο α) παραθέτει αναλυτικά το ύψος του οικογενειακού εισοδήματος το οποίο κατά το έτος 2008, που είναι ο χρόνος ανάληψης του στεγαστικού δανείου, ήταν 2.404.80€, έκτοτε δε παρουσίασε σημαντική πτώση, ανερχόμενο σε 2.375,09€ το έτος 2009, 2.133,06€ το έτος 2010, 1.758,20€ το έτος 2011, 1.678,49€ το έτος 2012, 1.485,59€ το έτος 2013 (χρόνος κατάθεσης της ένδικης αιτήσεως) και 1.691,64€ κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της αιτήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 23 Μαΐου 2017 (ενόψει του ότι η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση και δεν εξαφανίστηκε, όπως αβάσιμα το αναιρεσείον εκλαμβάνει με την αναφερθείσα παραπάνω, υπό στοιχείο α', αιτίαση, ισχυριζόμενο ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη τα κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επανασυζήτηση εισοδήματα του αναιρεσιβλήτου), β) δέχεται ότι το κόστος διαβίωσης της πενταμελούς οικογένειας του αιτούντος έχει αυξηθεί, αφού, κατά την ανάληψη της δανειακής υποχρέωσης (το έτος 2008), τα τέκνα τους βρίσκονταν στην ηλικία των 12, 8 και 5 ετών, αντίστοιχα και, ουσιαστικά, δεν επιβαρύνονταν με δαπάνες εκπαίδευσής τους, ενώ, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, οι δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών εκπαίδευσης των τέκνων, ανέρχονται στο ποσό των 1.250 € μηνιαίως, γ) ότι η ρευστότητα του αιτούντος, έναντι των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών του, είναι αρνητική, ενόψει του ότι, εάν από τα εισοδήματα αφαιρεθούν οι δαπάνες για την κάλυψη των αναγκαίων βιοτικών αναγκών της πενταμελούς οικογένειας (1.691,64€ το μηνιαίο εισόδημα - 1.250€ οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης), η υπολειπόμενη ρευστότητα αυτού (441,64€), δεν επαρκεί για την εξυπηρέτηση του χρέους του, η μηνιαία δόση του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 842 € και δ) ότι το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος, προερχόμενο κυρίως από το μισθό αυτού, δεν αναμένεται να μεταβληθεί σημαντικά και να υπερβεί το ποσό των 1.700,00€ μηνιαίως. Με τις παραδοχές του αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με την αντιπαραβολή των οικογενειακών εισοδημάτων με τις μηνιαίες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της πενταμελούς οικογένειας του αιτούντος- ήδη αναιρεσιβλήτου, αιτιολογεί με πληρότητα και σαφήνεια ότι η σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη αυτού είναι αρνητική και ότι, συνεπώς, ο αναιρεσίβλητος- αιτών περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων. Σε κάθε περίπτωση, με τις ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρετικού λόγου, το αναιρεσείον, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, που εφαρμόστηκε, επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλεται. Κατόπιν τούτου, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος. Σημειώνεται, ότι η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη δικαστική διαδικασία, όπως η προκείμενη του Ν. 3869/2010. Και τούτο διότι, με τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, προβλέπονται για τους δανειολήπτες ευνοϊκότερες ρυθμίσεις από εκείνες του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, τις οποίες δεν μπορούν αυτοί να στερηθούν (ΑΠ 1917/2022, 883/2020). Συνεπώς, η αναφερθείσα παραπάνω, υπό στοιχείο β' αιτίαση, με την οποία το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς ότι υφίσταται μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, παρά την υπάρχουσα δυνατότητα χρήσεως των ευνοϊκών διατάξεων, που έχουν θεσπισθεί από το έτος 2010, και με βάση τις οποίες επιμηκύνεται ο χρόνος αποπληρωμής των δανείων και μειώνεται, αντιστοίχως, η μηνιαία δόση, είναι, και εκ του λόγου τούτου, απορριπτέα ως αβάσιμη, πέραν του απαραδέκτου αυτής εξαιτίας της αοριστίας της, αφού το αναιρεσείον δεν επικαλείται ποια επίδραση θα είχε η αιτιολογία αυτή στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 486/2021, ΑΠ 897/2020). Τέλος, διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020), το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-3-2021 (με αριθ. κατ. 3/2021) αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 70/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου . ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ