Αριθμός 1791/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.), που είναι ΝΠΙΔ, έχει έδρα στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σκαρίπα. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓ. ΗΛ. ΑΤΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούζα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Σεπτεμβρίου 2009 προσφυγή-αγωγή που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας. Εκδόθηκε η 510/2011 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της και τους από 4 Σεπτεμβρίου 2012 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρ. 13§§4 και 5 του ν. 1418/1984 υπ' αριθ. 510/2011 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε κατά την κύρια βάση της την από 9.9.2009 προσφυγή της αναιρεσίβλητης και αφού αναγνώρισε ότι η από 31.10.2007 τελική απ' αυτή επιμέτρηση για τις εργασίες του δημοτικού έργου, που ανέλαβε και εκτέλεσε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β., εγκρίθηκε αυτοδικαίως λόγω της άπρακτης παρέλευσης δυο μηνών από την υποβολή της προς έγκριση στη Διευθύνουσα Υπηρεσία της αντιδίκου της και συνεπώς οι μεταγενέστερες διορθώσεις της επιμέτρησης αυτής από την εν λόγω Υπηρεσία, καθώς και η από 29.9.2008 νέα τελική επιμέτρηση, στην οποία η ίδια Υπηρεσία προέβη, είναι άκυρες ως προς τις περικοπές εργασιών συνολικού ποσού 4.028.026,46 ευρώ, υποχρέωσε ακολούθως την αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το ως άνω ποσό, προσαυξημένο με τα ποσά της νόμιμης αναθεώρησης των τιμών, του αναλογούντος εργολαβικού ανταλλάγματος σε ποσοστό 28% και του Φ.Π.Α., ενώ αντίστοιχα ακύρωσε τόσο την τεκμαιρόμενη απόρριψη από το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας της από 3.12.2008 ένστασης της αναιρεσίβλητης κατά των ως άνω μονομερών ενεργειών της αντιδίκου της όσο και την τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη από τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ της από 30.3.2009 αίτησης θεραπείας, που άσκησε η αναιρεσίβλητη αναφορικά με την τεκμαιρόμενη απόρριψη της ως άνω ένστασής της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο του δικογράφου αυτού, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης ως χρόνος συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι της, θεωρείται η δικάσιμος που αρχικά ορίσθηκε κατά το άρθρ. 568§2 ΚΠολΔ και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, που ορίσθηκε ύστερα από ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατά το άρθρ. 575 ΚΠολΔ, με συνέπεια έτσι, αν δεν τηρηθεί η ως άνω θεσπισμένη προθεσμία ως προς την κατάθεση, αλλά και ως προς την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αυτοί να απορρίπτονται κατά το άρθρ. 577 ΚΠολΔ ως απαράδεκτοι για έλλειψη προδικασίας (Ολ.ΑΠ 143/1984, 654/1984, ΑΠ 500/2010, 398/2012). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 1§12εδ. α' του ν. 1157/1981, η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Από την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρ. 144§1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την 19.00 ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας (Ολ.ΑΠ 266/1985). Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και η παραπάνω προθεσμία των τριάντα τουλάχιστον πλήρων ημερών, που πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και την επίδοση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέχρι την αρχική ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης. Επομένως, αν η τελευταία πριν από τη δικάσιμο ημέρα για τη συμπλήρωση της εν λόγω προθεσμίας, με αφετηρία την επομένη της επίδοσης, συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι συνεπώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι (Ολ.ΑΠ 33/1996, ΑΠ 890/2010). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ότι με την από 14.2.2012 πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μεταφέρθηκε από τη δικάσιμο της 3.12.2012 στη δικάσιμο της 15.10.2012, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο της 18.2.2013. Παράλληλα η αναιρεσείουσα άσκησε τους από 4.9.2012 πρόσθετους λόγους, οι οποίοι προσδιορίστηκαν να συζητηθούν από κοινού με την αίτηση αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 15.10.2012. Όμως το δικόγραφο των πρόσθετων αυτών λόγων αναίρεσης κατατέθηκε στις 13.9.2012 στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη συνημμένη σ' αυτό πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από τον αρμόδιο γραμματέα. Επομένως ακόμη και αν αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη την ίδια ημέρα, η τριακοστή ημέρα από την επομένη της κατάθεσης και της επίδοσής του συμπίπτει με την 13.10.2012, που είναι ημέρα Σάββατο, οπότε η προθεσμία των 30 ημερών, που πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ της κατάθεσης των πρόσθετων λόγων και της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, παρατεινόμενη, κατά τα προεκτεθέντα, μέχρι την μεθεπόμενη εργάσιμη ημέρα, λήγει την 19.00 ώρα της 15.10.2012, που είναι όμως η ημέρα της ορισθείσας για τη συζήτηση της υπόθεσης αρχικής δικασίμου. Έτσι μέχρι την 09.30 ώρα της δικασίμου αυτής, που άρχισε η συζήτηση των προσδιορισμένων στη δικάσιμο αυτή υποθέσεων, δεν συμπληρώνεται η ως άνω προθεσμία των 30 ημερών, γι' αυτό και πρέπει οι από 4.9.2012 πρόσθετοι λόγοι της αναιρεσείουσας, που ασκήθηκαν εκπροθέσμως, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. 3. Το άρθρ. 38 του π.δ/τος 609/1985, που εφαρμόζεται και στα έργα των δημοτικών επιχειρήσεων, ορίζει στην παρ. 4 ότι δυο μήνες το αργότερο μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλει στη Διευθύνουσα Υπηρεσία του Φορέα κατασκευής του έργου την τελική επιμέτρηση, δηλαδή τελικό συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει τις ποσότητες όλων των τμηματικών επιμετρήσεων και των πρωτοκόλλων παραλαβής αφανών εργασιών, η δε Διευθύνουσα Υπηρεσία έχει υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της και να κοινοποιήσει στον ανάδοχο την ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση. Η δίμηνη αυτή προθεσμία, που συμβάλλει στην γρήγορη περάτωση της σχετικής με τα δημόσια έργα διαδικασίας, έχει επανειλημμένα νομολογηθεί ότι είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι αν παρέλθει χωρίς η Διευθύνουσα Υπηρεσία να προβεί κατά τη διάρκειά της στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης και στην κοινοποίηση αυτής στον ανάδοχο με τις τυχόν διορθώσεις, η τελική επιμέτρηση θεωρείται αυτοδικαίως εγκριθείσα και η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν δικαιούται πλέον να τη διορθώσει (ΑΠ 1644/2008, 1649/2008, ΣτΕ 2178/2009, 3406/2009). Αντίθετη όμως είναι η υπ' αριθ. 1199/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά την οποία αν παρέλθει άπρακτη η ως άνω προθεσμία, δεν θεωρείται αυτοδικαίως εγκριθείσα η τελική επιμέτρηση. Αντίστοιχα και η υπ' αριθ. 1208/2012 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δέχθηκε ότι αν δεν ορίζεται από ειδική διάταξη νόμου ρητά το αντίθετο, η άπρακτη πάροδος προθεσμίας, που έχει ταχθεί για τη ρύθμιση ορισμένης σχέσης με την έκδοση σχετικής πράξης, δεν συνιστά πλασματική αποδοχή, αλλά σιωπηρή απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος (βλ. όμως διαφορετικά ΑΕΔ 8/2004). Τέτοια ειδική διάταξη είναι αυτή του άρθρ. 11§2 του ν. 1418/1984 σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρ. 53§4 και 55§2 του π.δ/τος 609/1985, σύμφωνα με τις οποίες αν παρέλθουν άπρακτες οι καθοριζόμενες σ' αυτές προθεσμίες για την προσωρινή και την οριστική παραλαβή δημόσιου έργου, οι παραλαβές αυτές θεωρούνται αυτοδικαίως συντελεσθείσες τριάντα ημέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργειά τους. Νομολογιακά επίσης έχει κριθεί ότι το ίδιο άρθρ. 38 του π.δ/τος 609/1985, που ορίζει στις παρ. 1 και 2 ότι κατά τη διάρκεια του έργου ο ανάδοχος συντάσσει στο τέλος κάθε μήνα επιμετρήσεις κατά διακριτά μέρη του έργου για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν τον προηγούμενο μήνα, τις οποίες, συνοδευόμενες από τα αναγκαία επιμετρητικά στοιχεία, υποβάλει για έλεγχο στη Διευθύνουσα Υπηρεσία και ότι αυτή μετά την παραβολή προς τα επιμετρητικά στοιχεία, τον έλεγχο και την τυχόν διόρθωση των υπολογισμών, εγκρίνει τις επιμετρήσεις και τις κοινοποιεί στον ανάδοχο, ναι μεν δεν τάσσει προθεσμία για τον έλεγχο και την έγκριση των τμηματικών επιμετρήσεων από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, όμως η έγκριση ή η άρνηση της έγκρισης ή η διόρθωση των τμηματικών επιμετρήσεων δεν είναι τελικά απρόθεσμη, αλλά πρέπει να ενεργείται μέσα σε εύλογο χρόνο και ως τέτοιος θεωρείται, κατά τις σχετικές αποφάσεις, το διάστημα των τριών μηνών από την υποβολή των τμηματικών επιμετρήσεων προς έγκριση, μετά την άπρακτη πάροδο του οποίου αυτές θεωρούνται αυτοδικαίως εγκριθείσες και η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν μπορεί πλέον να τις διορθώσει ούτε και κατά το στάδιο της τελικής επιμέτρησης ή της προσωρινής παραλαβής του έργου (ΑΠ 1648/2009, ΣτΕ 1154/2006, 407/2010, αντιθ. ΑΠ 1199/2009). Ωστόσο, αναφορικά με την προσωρινή παραλαβή του έργου, ορίζεται με το άρθρ. 53§2 του αυτού π. δ/τος 609/1985 ότι η επιτροπή παραλαβής παραλαμβάνει το έργο ποσοτικά και ποιοτικά, ελέγχει κατά το δυνατόν την επιμέτρηση με γενικές ή σποραδικές καταμετρήσεις, καταγράφει στο συντασσόμενο πρωτόκολλο τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης, όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται, αιτιολογεί τις τυχόν τροποποιήσεις στις ποσότητες και αναγράφει τις παρατηρήσεις της για εργασίες που τυχόν έχουν εκτελεσθεί με υπέρβαση των εγκεκριμένων ποσοτήτων ή κατά τροποποίηση των εγκεκριμένων σχεδίων, ενώ και ως προς την ποιότητα των εργασιών, που επίσης ελέγχει, αναγράφει στο πρωτόκολλο τις παρατηρήσεις της, ιδίως για τις εργασίες που κρίνονται απορριπτέες ή ελαττωματικές και πρέπει έτσι να αποκατασταθούν ή παραδεκτές μεν, αλλά με μείωση της τιμής τους. Επομένως υπό το καθεστώς του π.δ/τος 609/1985 ναι μεν κατά την κρατούσα έως τώρα άποψη στη νομολογία η Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν δικαιούται μετά τη ρητή ή την αυτοδικαίως συναγόμενη σιωπηρή έγκριση της τελικής ή των τμηματικών επιμετρήσεων του έργου να τις τροποποιεί ή να τις διορθώνει με μεταγενέστερες πράξεις της, όμως το δικαίωμα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι ανήκει στην επιτροπή που παραλαμβάνει προσωρινά το έργο, αφού ως νόμιμο καθήκον της ορίζεται ο ποσοτικός και ποιοτικός έλεγχος του παραλαμβανόμενου έργου χωρίς κανέναν περιορισμό. Στο πλαίσιο αυτό οι εγκεκριμένες ρητά ή σιωπηρά επιμετρήσεις του έργου, έστω και αν τυπικά δεν ακυρώνονται, ανατρέπονται πάντως κατ' αποτέλεσμα, αν διαπιστωθούν κατά την παραλαβή του έργου διαφορές στην ποιότητα ή στις ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν και μάλιστα ο φορέας του έργου δικαιούται κατά τα άρθρ. 7§§3 - 6 και 11§3 του ν. 1418/1984 να αναζητήσει τα ποσά που καταβλήθηκαν στον ανάδοχο για εργασίες ελαττωματικές ή σε ποσότητες μικρότερες των όσων αναγράφονται στις επιμετρήσεις. Με διαφορετική εκδοχή, δηλαδή αν εξαιρεθούν από τον έλεγχο της επιτροπής παραλαβής του έργου οι εργασίες που τμηματικά ή τελικά επιμετρήθηκαν, καθίσταται χωρίς ουσιαστική σημασία η διαδικασία της προσωρινής και βέβαια της οριστικής παραλαβής του έργου, ήδη δε ρητά με το άρθρ. 52§2 του ν. 3669/2008, που κωδικοποίησε τη νομοθεσία για τα δημόσια έργα, ορίζεται ότι οι επιμετρήσεις του έργου, ναι μεν εάν δεν επιστραφούν στον ανάδοχο εγκεκριμένες ή διορθωμένες ή για συμπλήρωση μέσα στην προβλεπόμενη τρίμηνη προθεσμία ή εάν μετά την επανυποβολή τους από τον ανάδοχο δεν ελεγχθούν, διορθωθούν, εγκριθούν και κοινοποιηθούν σ' αυτόν μέσα στην προβλεπόμενη μηνιαία προθεσμία θεωρούνται αυτοδικαίως εγκεκριμένες, μόνον όμως υπό την έννοια ότι επιτρέπεται αυτές να συμπεριληφθούν από τον ανάδοχο σε επόμενο λογαριασμό, γι' αυτό και υπόκεινται στον έλεγχο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας σε επόμενο λογαριασμό, ενώ στη συνέχεια οι επιμετρήσεις, είτε ρητά εγκεκριμένες από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία είτε αυτοδικαίως (σιωπηρά, πλασματικά) εγκεκριμένες, μπορούν να ελεγχθούν εκ νέου από την επιτροπή προσωρινής παραλαβής του έργου, οπότε αν διαπιστωθεί η ύπαρξη αχρεωστήτως καταβληθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος, αυτό είναι επιστρεπτέο ύστερα από σύνταξη αρνητικού λογαριασμού. Μάλιστα εμφατικά τονίζεται στο άρθρ. 73§4 του ν. 3669/2008 ότι η επιτροπή παραλαβής καταγράφει στο πρωτόκολλο παραλαβής "τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης, όπως διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται, χωρίς να δεσμεύεται από το περιεχόμενο του τελικού επιμετρητικού πίνακα, στον οποίο μπορεί να επέμβει διορθωτικά ...". Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη προσφυγή της αναιρεσίβλητης ως προς την κύρια βάση της, κρίνοντας ότι η Διευθύνουσα Υπηρεσία της αναιρεσείουσας δεν είχε δικαίωμα να ανασυντάξει την από 31.10.2007 τελική επιμέτρηση του δημοτικού έργου που εκτέλεσε η αναιρεσίβλητη για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, αφού η τελική αυτή επιμέτρηση εγκρίθηκε αυτοδικαίως και οριστικοποιήθηκε λόγω της άπρακτης παρέλευσης δυο μηνών από την υποβολή της προς έγκριση στη Διευθύνουσα Υπηρεσία της αναιρεσείουσας, οπότε οι μεταγενέστερες διορθώσεις της επιμέτρησης αυτής από την εν λόγω Υπηρεσία, καθώς και η από 29.9.2008 νέα τελική επιμέτρηση, στην οποία η ίδια Υπηρεσία προέβη, είναι άκυρες ως προς τις περικοπές εργασιών συνολικού ποσού 4.028.026,46 ευρώ. Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, αν γίνει δεκτή η άποψη ότι υπό το καθεστώς του π. δ/τος 609/1985 η δίμηνη προθεσμία προς έλεγχο και αναλόγως διόρθωση της τελικής επιμέτρησης του εκτελεσθέντος έργου είναι αποκλειστική, με συνέπεια, αν παρέλθει άπρακτη, να θεωρείται η τελική επιμέτρηση αυτοδικαίως εγκριθείσα, δηλαδή προσδίδεται στην εν λόγω αδράνεια διαπλαστική ενέργεια, τότε, είτε γίνει περαιτέρω δεκτή είτε όχι η άποψη ότι η επιτροπή προσωρινής παραλαβής του έργου έχει υπό το καθεστώς του ίδιου π.δ/τος δικαίωμα σε κάθε περίπτωση διόρθωσης και ανασύνταξης της τελικής επιμέτρησης του έργου, τέτοιο δικαίωμα δεν έχει πάντως η Διευθύνουσα Υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου μετά την άπρακτη πάροδο της παραπάνω προθεσμίας, οπότε υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 1418/1984 και του π.δ/τος 609/1985 και είναι απορριπτέος ο αντίθετος μοναδικός λόγος του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Όμως, εφόσον και νομολογιακά πλέον αμφισβητείται υπό το καθεστώς του π.δ/τος 609/1985 ο αποκλειστικός χαρακτήρας της προθεσμίας προς έλεγχο και διόρθωση της τελικής επιμέτρησης του έργου από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου, ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, το οποίο φέρεται προς κρίση με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, γι' αυτό ως προς το λόγο αυτό πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί κατά τα άρθρ. 563§2 εδ.(β) ΚΠολΔ και 23§2 εδ. (γ) & (δ) του Οργανισμού των Δικαστηρίων (ν. 1756/1988) στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, αφού η απόφαση παραπομπής είναι ομόφωνη, προκειμένου να κριθεί, ειδικότερα, αν η Διευθύνουσα Υπηρεσία του φορέα κατασκευής δημόσιου έργου μπορεί μετά την άπρακτη πάροδο της οριζόμενης στο άρθρ. 38§4 του π. δ/τος 609/1985 δίμηνης προθεσμίας προς έλεγχο και τυχόν διόρθωση της τελικής επιμέτρησης του έργου να προβεί σε τέτοιο έλεγχο και διόρθωση της επιμέτρησης αυτής και γενικότερα σε ανασύνταξή της, σε καταφατική δε περίπτωση αν το σχετικό δικαίωμα διαρκεί μέχρι την προσωρινή παραλαβή του έργου από την αρμόδια επιτροπή παραλαβής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον μοναδικό από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγο του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ