Αριθμός 2098/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) α. Ε. χας Η. Δ., β. Ι. Δ. του Η. και γ. Μ. Δ. του Η., κατοίκων ..., κληρονόμων του αποβιώσαντος (αρχικού διαδίκου) Η. Δ., 2) Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 3) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ... 5) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., 6) Π. - Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 7) Δ. Μ. του Μ., κατοίκου ... 8) Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 9) Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 10) Δ. Π. του Α., κατοίκου ... και 11) Δ. Γ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μεταξά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία με τις από 12-9-2013 προτάσεις της δήλωσε ότι το επώνυμο του 2ου των αναιρεσειόντων είναι "Κ." αντί του εσφαλμένου "Κ." που αναγράφηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβάθμιου ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ", που εδρεύει στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Καδδά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2005 αγωγή των ήδη 2ου - 11ου των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Η. Δ. του Ι., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 990/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2707/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-4-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 6-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγου της αίτησης, για αναίρεση της 2707/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος, είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (73 ΚΠολΔ) προκειμένου για φυσικό πρόσωπο παύει να υπάρχει με το θάνατό του (35 ΑΚ). Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (573 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως) τότε, τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δ., μεταξύ άλλων, οι καθολικοί διάδοχοι (κληρονόμοι) του (αποβιώσαντος) ενάγοντος. Στην παρούσα περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, εκτός όλων των άλλων, ασκείται παραδεκτά (άρθρ. 286 επ. 573 παρ. 2, 62, 73 Κ.Πολ.Δ) και από τις υπό στοιχ. 1β και 1γ αναιρεσείουσες, ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικά πρώτου ενάγοντος Η. Δ., που ήδη απεβίωσε την 19-6-2007, ήτοι προτού περατωθεί αμετακλήτως η αρξαμένη με την από 14-12-2005 αγωγή, δίκη και πριν την άσκηση της ένδικης από 17-4-2012 αίτησης, όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από: α) την από 20-6-2007 (Τόμος …, αριθμ. …) Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου, β) το με αριθμ. πρωτ. 19433/19-10-2007 Πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Κρωπίας και γ) το υπ' αριθμ. 60648/2007 Πιστοποιητικό του Γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, τα οποία ουδόλως αμφισβητούνται, επαναλαμβάνονται δε σε δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου των αιτούντων, που περιέχεται στα Πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία επίσης παραδεκτά διορθώθηκε το όνομα του δευτέρου αναιρεσείοντος στο ορθό "Κ.". Συνακόλουθα, νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής, μετά των εμφανισθέντων ως άνω κληρονόμων του αποβιώσαντος πρώτου ενάγοντος, που υπερασπίζουν την ουσία της υπόθεσης. Κατά το μέρος όμως που η ένδικη αίτηση ασκείται εκ μέρους της υπό στοιχ. 1α αναιρεσείουσας Ε. χήρας Η. Δ., είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος αυτής. Τούτο δε διότι, με τις έγγραφες προτάσεις της, επικαλείται και προσκομίζει το υπ' αριθμ. 5102/5-10- 2007 Πιστοποιητικό του αρμοδίου Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο προκύπτει, όπως και η ίδια δηλώνει ότι αποποιήθηκε από 5-10-2007 (ήτοι προ της ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως), την κληρονομία του πρώτου ενάγοντος - συζύγου εν ζωή αυτής (Η. Δ.). Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 576/2012). Εξ άλλου, με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού... 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις". Περαιτέρω, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις" ορίσθηκε μεταξύ άλλων ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρ. 12 ν. 3205/2003, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται (βλ. και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Συνακόλουθα, από την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003 υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη την εν λόγω παροχή, εφόσον αποδειχθεί ότι αυτός λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την ένδικη από 14-12-2005 αγωγή τους ιστορούσαν ότι απασχολούνται στο εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, ως υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και ανήκουν στην ΤΕ κατηγορία οι 3η και 5ος, στη ΔΕ κατηγορία οι 2ος, 6ος, 7ος και 8η και στην κατηγορία ΥΕ οι 1ος, 4η, 9ος, 10η και 11ος, ενώ ο 7ος στην ΔΕ κατηγορία και ήδη συνταξιοδοτήθηκε. Ότι, ο τρόπος αμοιβής τους και το ύψος των αποδοχών τους εν γένει ρυθμίζονται από τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος ενιαίου μισθολογίου και ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2003 από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, ενώ από 1-1-2004 και εντεύθεν από εκείνες του ν. 3205/2003. Ότι, με πλείστες και αναφερόμενες ειδικότερα στην αγωγή, υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, χορηγήθηκε το προβλεπόμενο από το ίδιο άρθρο ποσό των 176 ευρώ, σε πολλές και διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, μόνιμων και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, του Δημοσίου και άλλων ΝΠΔΔ, αλλά δεν χορηγήθηκε σ' αυτούς, γιατί ποτέ δεν εκδόθηκε αντίστοιχη υπουργική απόφαση, αν και τόσο οι τελευταίοι, όσο και οι μόνιμοι υπάλληλοι προς τους οποίους χορηγήθηκε η εν λόγω παροχή, αμείβονταν σύμφωνα με τους ίδιους νόμους (2470/1997 και 3205/2003) και η έκδοση τέτοιας κανονιστικής πράξης ήταν υποχρεωτική, κατά το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002. Ότι η προαναφερόμενη παροχή, χορηγηθείσα χωρίς όρους και προϋποθέσεις από τις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις, αποτελεί τακτική παροχή που προσαυξάνει τις τακτικές αποδοχές των υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει την πρόσθετη μηνιαία αυτή μισθολογική παροχή, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 30-11-2005, όπως τα επί μέρους ποσά αναφέρονται για τον καθένα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, ενώ το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, για το λόγο ότι "Οι ενάγοντες δεν αναφέρουν ρητώς αν αυτοί λαμβάνουν και ποια επιδόματα και σε ποιο ποσό ανέρχονται μηνιαίως τα ποσά των επιδομάτων αυτών, ώστε να γίνει ο υπό του νόμου προβλεπόμενος συμψηφισμός για να κριθεί αν υπερβαίνουν ή υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ μηνιαίως...". Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003. Και τούτο διότι η ένδικη αγωγή περιέχει τα απαιτούμενα από τις άνω διατάξεις (και εκείνα του άρθρου 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) στοιχεία, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται τα ανωτέρω αναφερόμενα, αφού αυτά αφορούν θέματα αποδείξεως, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης και ο σχετικός μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντος ως Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των λοιπών (πλην της υπό στοιχ. 1α) αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 του Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως θα καθοριστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρ. 281 του Ν. 3463/2006 [ΔΚΚ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση, κατά το μέρος που ασκείται από την Ε. χήρα Η. Δ.. Αναιρεί την υπ' αριθ. 2707/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, δικάζοντος ως Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των λοιπών (πλην της υπό στοιχ. 1α Ε. Δ.) αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό πενήντα (1.150) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Οκτωβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ