Αριθμός 322/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Σ. ή Σ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1253/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 634/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος. Διακρίνεται δε η υπέρβαση εξουσίας σε θετική όταν το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία και σε αρνητική όταν το δικαστήριο παραλείπει να αποφασίσει κάτι στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ. το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 329, 339, 340 και 343 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η κυρία διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε με τη χωρίς εναντίωση εμφάνισή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της κατ' αυτού υποθέσεως αυτοπροσώπως ή δια του εξουσιοδοτημένου να τον εκπροσωπήσει συνηγόρου του. Αν η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κυρία διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 174 παρ.2 ΚΠοινΔ η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος καθώς και η ακυρότητα της επιδόσεως ή της κοινοποιήσεως αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως στο ακροατήριο εφόσον αυτός εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει κατά την έναρξη της δίκης στον πρώτο βαθμό αυτήν την ακυρότητα, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, καλύπτεται η ακυρότητα και η επίδοση θεωρείται έγκυρη και από την επίδοση αυτού αρχίζει η κυρία διαδικασία. Μόνον εάν δεν εμφανισθεί ο κατηγορούμενος στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, ή σε περίπτωση εμφανίσεως του και προβολής από αυτόν εγκαίρως και ορισμένως της σχετικής ενστάσεως ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επιδόσεως του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορρίψεως από αυτό της ως άνω ακυρότητος μπορεί να προβληθεί από τον κατηγορούμενο ο σχετικός ισχυρισμός με λόγο εφέσεως, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσης εφέσεως που προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και τους λόγους εφέσεως (ΚΠοινΔ 502 παρ.2) έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του λόγου αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου, των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση 1253/2012 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για την τελεσθείσα την 30.3.2004 αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ, εξεδόθη κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος, που είχε γίνει τυπικά δεκτή με προηγουμένη υπ' αριθμό 91829/2010 απόφαση του ιδίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου κατά της υπ' αριθμό 37336/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, από τα ενσωματωμένα δε στην τελευταία αυτή απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι στη δίκη εκείνη στον πρώτο βαθμό ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δικάσθηκε ως παρών εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Παπαρρηγόπουλο δυνάμει της από 10.4.2006 προς αυτόν εξουσιοδοτήσεως του, χωρίς να προβληθεί καθόλου από τον ως άνω δικηγόρο που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο κατά τη συνεδρίαση της 11.4.2006 οπότε εκδόθηκε η απόφαση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρισμός για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επιδόσεως αυτού και δεν εναντιώθηκε από τέτοιο λόγο στην πρόοδο της δίκης. Κατ' ακολουθίαν αυτών καλύφθηκε οποιαδήποτε έλλειψη σχετικά με την γενόμενη στις 7.9.2005 επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο εκαλείτο ο ήδη αναιρεσείων για να δικασθεί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη και δεν εδικαιούτο να προβάλει ο ήδη αναιρεσείων με λόγο εφέσεως τέτοια ακυρότητα ως προς την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος για να εξετασθεί από το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση του για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη δικαστήριο. Έτσι, δεν συνέτρεχε περίπτωση να αποφανθεί το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για το ζήτημα ακυρότητας ή ελλείψεως επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος που δεν μεταβιβάσθηκε με την έφεση σε αυτό ούτε περαιτέρω να αποφανθεί αυτεπάγγελτως για την λόγω παραγραφής οριστική παύση της ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου για την ως άνω πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξη αφού από τον ως άνω χρόνο τέλεσης αυτής μέχρι τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στις 12.1.2012, με συνυπολογισμό και του επί τριετία χρόνου αναστολής της, ως εκ του ότι εχώρησε έναρξη της κύριας διαδικασίας πριν από την πάροδο πενταετίας από της τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως δεν παρήλθε οκταετία. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για την μη έρευνα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του λόγου εφέσεως περί παραγραφής της πράξεως λόγω παρόδου πενταετίας από αυτής και μη επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο είναι απορριπτέες και ο επ' αυτών στηριζόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας είναι αβάσιμος. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 349 ΚΠοινΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως στις 12.1.2012 της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μετά δηλαδή την αντικατάσταση του με το άρθρο 20 παρ.1 ν.3904/2010 το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνη φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανωτέρας βίας (παρ.1). Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα του διαδίκου για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορό του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος ή λόγους ανώτερης βίας. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη (παρ.2). Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας εμπεριστατωμένα ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή (παρ.3). Περαιτέρω η προβλεπόμενη από την παράγραφο 7 του ιδίου άρθρου αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγω ανώτερης βίας για την αναβολή και δεν περιλαμβάνεται στους περιορισμούς των προηγουμένων παραγράφων του άρθρου 349. Από τις διατάξεις αυτές και εκείνη του άρθρου 139 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αναβολής απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας οφείλει δε τούτο να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα εφόσον υποβληθεί, και να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένα την απόφαση του αν το απορρίψει. Όσον αφορά την αποχή των δικηγόρων ναι μεν αποτελεί κατά τα ανωτέρω λόγο ανωτέρας βίας για την αναβολή της ποινικής δίκης όμως η άσκηση αυτού του δικαιώματος από δικηγόρο προκειμένου να προστατεύσει επαγγελματικά και συναφή συμφέροντα του είναι ήσσονος σημασίας από άποψη προστασίας έννομο αγαθό σε σχέση με την απονομή της δικαιοσύνης και υποχωρεί έναντι αυτής όταν συντρέχει κίνδυνος ματαιώσεως της αξιώσεως της πολιτείας προς τιμωρία του ποινικού αδικήματος που αποδίδεται στον εντολέα του απέχοντος από τα καθήκοντα του δικηγόρου ενόψει του ικανού χρόνου που έχει παρέλθει από το χρόνο τελέσεως της αποδιδόμενης αξιοποίνου πράξεως. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει ο δικηγόρος που δηλώνει ότι απέχει από τα καθήκοντά του να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι ζήτησε άδεια από τον Δικηγορικό Σύλλογο, μέλος του οποίου είναι, για να παραστεί στην ποινική δίκη και ότι από τον Δικηγορικό Σύλλογο του δεν του χορηγήθηκε τέτοια άδεια, δοθέντος ότι σε κατεπείγουσες υποθέσεις, όπως είναι αυτές στις οποίες ανακύπτει κίνδυνος παραγραφής επιτρέπουν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι στα μέλη τους να παρίστανται προς υπεράσπιση των εντολέων τους. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση από τον δικηγόρο Ιωάννη Σούφη ως πληρεξούσιο που δυνάμει εξουσιοδοτήσεως του ήδη αναιρεσείοντος παρέστη για να τον εκπροσωπήσει προς υποστήριξη της από 17-4-2006 εφέσεως του ενώπιον του δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μετά την έναρξη της διαδικασίας και την νομιμοποίησή του ως πληρεξουσίου του μη εμφανισθέντος τότε εκκαλούντος δηλώθηκε ότι απέχει των καθηκόντων του λόγω συμμετοχής του στην αποχή που εξήγγειλαν οι δικηγόροι και μετά τη δήλωση αυτή το Δικαστήριο ζήτησε από τον ως άνω συνήγορο να λάβει ειδική άδεια από το Δικηγορικό Σύλλογο προκειμένου να δικαστεί η προκειμένη υπόθεση λόγω της επικείμενης παραγραφής και για το λόγο αυτό, υπό την έννοια διακοπής της εκδικάσεως της, κρατήθηκε η υπόθεση για μία ώρα. Στη συνέχεια όταν εκφωνήθηκε εκ νέου το όνομα του κατηγορουμένου για την συγκεκριμένη υπόθεση από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, μετά την παρέλευση της ορισθείσης ώρας, δεν εμφανίσθηκε αυτός ούτε ο ανωτέρω δικηγόρος που είχε επιτραπεί να τον εκπροσωπήσει αλλά άτομο με ονοματεπώνυμο Ο. Τ. που προέβη στη δήλωση "Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ιωάννης Σούφης τυγχάνει να είναι δικηγόρος μου σε υπόθεση μου και τον είδα να λιποθυμά και να τον παίρνουν υποβασταζόμενο κάποια άτομα με ιδιωτικό αυτοκίνητο". Σε σχετική δε ερώτηση του Προέδρου του Δικαστηρίου είπε ότι δεν γνωρίζει αν πήγε (εννοεί ο ως άνω δικηγόρος) στο νοσοκομείο ή όχι. Μετά από αυτά δε αναφέρεται περαιτέρω στα ως άνω πρακτικά ότι η Εισαγγελέας (... ζήτησε) και το Δικαστήριο διέταξε την πρόοδο της δίκης και μετά την αποδεικτική διαδικασία και την αγόρευση της Εισαγγελέα εξέδωσε αυτό την προσβαλλόμενη απόφαση. Έπεται από τα παραπάνω ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιολογημένα ζήτησε για την αφορώσα την συγκεκριμένη χρονίζουσα υπό εκδίκαση υπόθεση να προσκομισθεί από τον εκπροσωπούντα τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σχετικό έγγραφο από τον Δικηγορικό του Σύλλογο για την παροχή ή όχι άδειας σ'αυτόν να παραστεί στην δίκη για αυτήν την υπόθεση και ότι αφού κάτι τέτοιο δεν έγινε εντός του ορισθέντος διαστήματος διακοπής μετά την πάροδο του οποίου δεν υπεβλήθη αίτημα αναβολής λόγω αποχής του ως άνω συνηγόρου που εκπροσωπούσε τον τότε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα από τα καθήκοντα του ως δικηγόρου δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να αποφασίσει αυτεπαγγέλτως την αναβολή της δίκης λόγω αποχής του συνηγόρου του κατηγορουμένου επιτρεπτώς δε προχώρησε το δικαστήριο στην περαιτέρω συζήτηση και έρευνα της υποθέσεως. Το δικαστήριο εφήρμοσε κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 εδαφ.τέταρτο του άρθρου 502 ΚΠοινΔ το άρθρο 344 του ιδίου Κώδικα που ορίζει ότι η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει την πρόοδο της διαδικασίας σε συνδυασμό με τη διάταξη της παραγρ.4 του ως άνω άρθρου 501 κατά την οποία αν μετά την έναρξη της συζητήσεως της εφέσεως λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ή μετά τη διακοπή ο νομίμως κλητευθείς κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 δικάζεται σαν να ήταν παρών. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι, ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεση του και στην συνέχεια μετά την έναρξη της συζητήσεως απεχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης και το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει την ουσία της υποθέσεως (Ολ.ΑΠ 3/2006). Ούτε πάλι ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να αναβάλει τη δίκη για σοβαρούς λόγους υγείας που να αφορούν τον ως άνω συνήγορο του εκκαλούντος - κατηγορουμένου επί τη βάσει μόνον όσων δηλώθηκαν ύστερα από την διακοπή και την εκ νέου εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου από τον κατονομαζόμενο ότι εμφανίσθηκε για λογαριασμό του ως άνω συνηγόρου στο ακροατήριο του για λιποθυμία του και αποχώρησή του, αφού δεν υπεβλήθη αίτημα αναβολής συγκεκριμένο για τέτοιο λόγο υγείας επιβεβαιούμενος από πιστοποιητικό νοσοκομείου η ιατρική γνωμάτευση ούτε αίτημα αναβολής για λόγους ανώτερης βίας. Συνεπώς δεν υπήρχε υποχρέωση του δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου να απαντήσει σε μη υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης, ούτε υπήρξε απορριπτική κρίση του σε τέτοιο αίτημα για να είναι απαραίτητη παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας προς τούτο. Έτσι, ο σχετικός επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' και Δ' ΚΠοινΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως και αυτή της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη του υποστηριζομένου ότι υπεβλήθη αιτήματος αναβολής της δίκης για σημαντικά αιτία είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 και 510 ΚΠοινΔ οι λόγοι αναιρέσεως κατ' αποφάσεως πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με επίκληση των περισταστικών που θεμελιώνουν τη συγκεκριμένη αιτίαση και προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας στην οποία προβάλλεται ότι υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφαση, διαφορετικά είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο μη σαφώς και ορισμένως διατυπούμενος στην αίτηση αναιρέσεως λόγος (Ολ.ΑΠ 2/2002) και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο δεν ανέγνωσε, προκειμένου να λάβει υπόψη του και να αξιολογήσει για να κρίνει, τα πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα των επιταγών που αποτελούν τα υλικά σώματα της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιοποίνου πράξεως της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής και γίνεται παραπομπή σε αναφερόμενες αποφάσεις του Αρείου Πάγου για το ότι η επικύρωση φωτοτυπιών που δεν υπάρχουν στη δικογραφία συνιστούν το αδίκημα της διανοητικής πλαστογραφίας και για το ότι είναι αναιρετέα η απόφαση. Στην έννοια του εγγράφου κατά το άρθρο 13 περ.γ' εδαφ.α' Π.Κ. περιλαμβάνονται και τα φωτοτυπικά αντίγραφα εγγράφου, στα οποία απεικονίζεται το πρωτότυπο έγγραφο με την χρησιμοποίηση της κατάλληλης συσκευής και το γεγονός με έννομη συνέπεια που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο έγγραφο εμφανίζεται και στο φωτοαντίγραφο που αποτελεί και αυτό έγγραφο με την παραπάνω έννοια και αν δεν είναι βεβαιωμένη η ακρίβεια του από το αρμόδιο κατά το νόμο πρόσωπο για να εκδίδει αντίγραφα και επομένως μπορεί στο χώρο του ποινικού δικαίου να αποδειχθεί και με το φωτοαντίγραφο αυτό (ΑΠ.Ολ. 2/2000). Με όσα αναφέρει ο αναιρεσείων στον ως άνω λόγο αναιρέσεως δεν προβάλλεται πλημμέλεια του δικάσαντος δικαστηρίου από αυτές που συνεπάγονται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε σχέση με έγγραφα που δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, ούτε σε σχέση με την εκτίμηση εγγράφων από το δικαστήριο της ουσίας χωρίς να αναγνωσθούν. Τα σώματα των επίδικων επιταγών επιτρεπόταν και σε φωτοαντίγραφα να ληφθούν υπόψη και χωρίς ανάγνωση αφού πιστοποιούσαν όσα και τα πρωτότυπα αυτών που αποτελούσαν την βάση της αξιοποίνου πράξεως της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών για την τέλεση της οποίας κατ' εξακολούθηση καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Ούτε τέλος προβάλλεται έλλειψη όσον αφορά την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας άνευ ιδιαιτέρας μνείας ότι υπήρχαν στη δικογραφία τα πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα των άνω επιταγών. Επομένως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας ο τελευταίος ως άνω λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19.1.2012 αίτηση του Ν. Σ. ή Σ. του Α. για αναίρεση της 1253/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ