Αριθμός 1565/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σακελλάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ξένο, για αναίρεση της υπ' αριθ 7267/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Αυγούστου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1034/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 372 παρ. 1 του ΠΚ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής αντικειμενικά μεν απαιτείται η αφαίρεση ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου, υποκειμενικά δε σκοπός παράνομης ιδιοποίησης που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το αφαιρούμενο πράγμα είναι ξένο και βρίσκεται στην κατοχή άλλου και τη βούληση ή αποδοχή της αφαίρεσης του πράγματος από την ξένη κατοχή χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, για να το υπαγάγει ο δράστης στη κατοχή του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ, αν περισσότερες από μια πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μια και μόνο ποινή για την επιμέτρησή της, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης. Εξ άλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7267/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, το δικαστήριο δέχθηκε ότι: Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν, κατά νόμο, στο ακροατήριο καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που έχουν αναγνωσθεί μετά της εκκαλουμένης αποφάσεως και των πρακτικών της [64423/9.11.2011 Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών], σε συνδυασμό προς την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψε και το Δικαστήριο κατά πλειοψηφία πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τη διωκόμενη, αξιόποινη πράξη της κλοπής κατ' εξακολούθηση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά πλειοψηφία, αυτής της πράξεως. Ειδικότερα, στην Αθήνα, την 21.8.2005, με περισσότερες πράξεις, που συντελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αφήρεσε, με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως, δηλ. με σκοπό να τα ενσωματώσει, παρανόμως στην περιουσία του: α. -Ένα κουτί με παλαιά χαρτονομίσματα, το χρηματικό ποσό των (500) ευρώ καθώς και τρεις πιστωτικές κάρτες των Τραπεζών ΕΤΕ, ΑΛΦΑ και BARCLEYS BANK και β. - κάνοντας χρήση της αφαιρεθείσης ως άνω πιστωτικής κάρτας της ΕΤΕ, ανέλαβε την 21.8.2005, από μηχάνημα ΑΤΜ σε κατάστημα στον Άγιο Δημήτριο Αττικής, το συνολικό ποσό των 2.400 ευρώ [600 ευρώ, διαδοχικώς επί τέσσερις φορές την 21.8.2005]. Τα παραπάνω υπό στοιχεία (α) κινητά πράγματα, ο κατηγορούμενος αφήρεσε από την κατοχή του Γ. Κ., στην οικία του οποίου εισήλθε στην 21.8.2005 από το παράθυρο του μπάνιου. Η οικία του Γ. Κ. κείται στην Αθήνα, επί της οδού …αριθμός .., όπου [στο μπάνιο, ντουζιέρα] βρέθηκαν τα δακτυλικά αποτυπώματα [δεξιός δείκτης] του κατηγορουμένου. Την ύπαρξη των δακτυλικών αποτυπωμάτων, ο κατηγορούμενος δικαιολογεί, με την απολογία του, ισχυριζόμενος ότι: "Δούλευα, στην …. και δίναμε εμπορεύματα σε εταιρείες όπως ο Κ. Τα αποτυπώματά του βρέθηκαν εκεί (στην ντουζιέρα] για τρεις λόγους ή την διαμόρφωσα εγώ ή την τοποθέτησα εγώ ή ότι πήγα εκεί και έδειξα στον υδραυλικό πώς να την τοποθετήσει". Πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αντικρούεται από την σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος Α. Κ. Ειδικότερα, η μάρτυρας αυτή καταθέτει, ως άνω ότι: "Είμαι παντρεμένη με τον Γ. Κ., το 2005 ήμασταν αρραβωνιασμένοι... μας ενημέρωσε η ασφάλεια ότι βρέθηκαν τα αποτυπώματα του κατηγορουμένου στη ντουζιέρα, η καθαρίστρια είχε καθαρίσει το σπίτι, μόλις έφυγαν τα συνεργεία, τα είδη υγιεινής τα είχαμε πάρει από την εταιρεία του Κ. και ήρθαν συσκευασμένα και τα τοποθέτησε ο εργολάβος (ΔΟΜΙΚΑ Ε.Π.Ε.), το σπίτι δεν είχαμε αρχίσει να χρησιμοποιούμε, ήταν επιπλωμένο και πολλά πράγματα ήταν σε κουτιά". Ακολούθως κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο (κατά πλειοψηφία) του ότι: στην …στις 21-8-2005, με περισσότερες πράξεις κατ' εξακολούθηση, με πρόθεση αφαίρεσε ξένα ολικά κινητά πράγματα από την κατοχή άλλου με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο: 1) Με πρόθεση, αφαίρεσε από την οικία του και την κατοχή του εγκαλούντα Γ. Κ. του Μ., τα εξής πράγματα ιδιοκτησίας του εγκαλούντα: ένα κουτί με παλαιά χαρτονομίσματα, το χρηματικό ποσόν των 500 ευρώ, τρεις (3) πιστωτικές κάρτες των τραπεζών ΕΤΕ, ΑΛΦΑ και BARCLEYS BANK. Στην πράξη αυτή προέβη, με σκοπό να ιδιοποιηθεί παρανόμως αυτά τα ξένα ολικά κινητά πράγματα. 2) Μετά την τέλεση της ως άνω πράξεως, την ίδια ημερομηνία 21-8-2005 στον …, κάνοντας παρανόμως χρήση της πιστωτικής κάρτας της ΕΤΕ του εγκαλούντα, από μηχάνημα συναλλαγής μετρητών ΑΤΜ της Εθνικής Τράπεζας, τέσσερις φορές από την κατοχή της τράπεζας αυτής αφαίρεσε κάθε φορά το ποσόν των 600 ευρώ και σε χρέωση του λογαριασμού παρακαταθήκης χρημάτων του εγκαλούντα, ήτοι σύνολον 2.400 ευρώ. Στην πράξη δε, αυτή, προέβη, με σκοπό να ιδιοποιηθεί παρανόμως αυτά τα χρήματα και τα οποία ιδιοποιήθηκε, ενώ δεν του ανήκαν. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της κλοπής κατ' εξακολούθηση, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 98, 372 παρ. 1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς, ενδοιαστικές ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως". Εξάλλου οι λοιπές επί μέρους αιτιάσεις [οι οποίες κατατείνουν στην τεκμηρίωση ότι ο αναιρεσείων εσφαλμένα κρίθηκε ένοχος της πράξεως της κλοπής κατ' εξακολούθηση], που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-8-2013 αίτηση του Ι. Χ. του Δ., για αναίρεση της με αριθ. 7267/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ