Αριθμός 2001/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Mιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρίζο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 419/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 879/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, "στην έκθεση (άσκησης ένδικου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ' αυτή λόγος αναίρεσης, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί διαφορετικά η αίτηση είναι άκυρη και, ως τέτοια, απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Απλή επίκληση του περιεχομένου της οικείας διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και, ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί. Εξάλλου, οι ανύπαρκτοι λόγοι αναιρέσεως και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, δεν μπορούν να συμπληρωθούν παραδεκτά με πρόσθετους λόγους ή με λόγους που βρίσκονται έξω από την έκθεση αναιρέσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγων αναιρέσεως α) της ελλείψεως της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αντιστοίχως, απαιτείται στην πρώτη περίπτωση, α) αν ελλείπει αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (ΟλΑΠ 19/2001). Στη δεύτερη δε περίπτωση, απαιτείται να προσδιορίζεται η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάσθηκε και η νομική πλημμέλεια της αποφάσεως σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές αυτής, επί δε εκ πλαγίου παραβιάσεως της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, να προσδιορίζονται οι ασάφειες, οι αντιφάσεις ή τα λογικά κενά που έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, αναφορικά με τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος και, τέλος, επί εσφαλμένης ερμηνείας, ποια είναι η αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη αίτηση, πλήττει την υπ' αριθ. 419/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ιωαννίνων, με την οποία καταδικάστηκε, σε δεύτερο βαθμό, για υπεξαίρεση (άρθρ. 375 παρ. 1 ΠΚ), σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία χρόνια, διότι "στερείται της από το άρθρο 93 Σ και 139 ΚΠΔ επιβαλλόμενης αιτιολογίας, και διότι εσφαλμένα εφήρμοσε και ερμήνευσε τις σχετικές διατάξεις". Ειδικότερα, ο τελευταίος αυτός λόγος αναιρέσεως, όπως διατυπώθηκε στην έκθεση αναιρέσεως, είναι τελείως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των μνημονευομένων διατάξεων και από ποιες παραδοχές της αποφάσεως αυτής προκύπτει, ούτε ακόμη προσδιορίζονται οι αντιφάσεις που εμφιλοχώρησαν, αναφορικά με τα στοιχεία και την ταυτότητα της εγκληματικής πράξεως, για την οποία κηρύχτηκε ένοχος ο αναιρεσείων, ούτε η αληθινή έννοια της ανωτέρω διατάξεως. Μόνη η αναφορά της έννοιας που αποδίδει η νομολογία στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο δεν αρκεί. Μετά από αυτά, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε του ΚΠΔ είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περί τον Οκτώβριο τον 1999, ο εγκαλών Ψ1 γνωρίσθηκε, στα ......, μέσω του Γ1, με τον κατηγορούμενο, ο οποίος εμφανίστηκε ως γνώστης και ειδικός της χρηματιστηριακής αγοράς και ότι εκτελεί εντολές για χρηματιστηριακές συναλλαγές. Μάλιστα έδωσε στον εγκαλούντα (όπως διένειμε - παρουσία, μου και σε τρίτους) επαγγελματικές κάρτες με τη φίρμα ........., που έφεραν το ονοματεπώνυμό του και την ιδιότητά του ως ΒRANCH ΜΑΝΑGΕR (δηλ. διευθυντής υποκαταστήματος), καθώς άλλες τέτοιες κάρτες με την επωνυμία της εδρεύουσας στη Ζυρίχη Ελβετίας εταιρείας με την επωνυμία ........., το ονοματεπώνυμό του και την ιδιότητά του ως ΟVERSEAS INTRODUCING BROKER. Στο γραφείο επίσης που διατηρούσε στα ......., όπου ο εγκαλών μετέβη με τον Γ1, ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε ως ο μοναδικός διευθυντής, έχοντας μάλιστα και γραμματέα για τη διεκπεραίωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών του γραφείου του. Κατά την πρώτη αυτή συνάντησή τους ο κατηγορούμενος παρότρυνε τον εγκαλούντα να επενδύσει στο χρηματιστήριο τα χρήματά του, μέσω του γραφείου του, υποσχόμενος μάλιστα σημαντικά κέρδη από την επένδυση. Μετά από λίγο καιρό και συγκεκριμένα στις 7-12-1999 ο εγκαλών, έχοντας πεισθεί από τις διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου, κατέθεσε στο με αριθμό .......... τραπεζικό λογαριασμό του (του κατηγορούμενου) της Εθνικής Τράπεζας, το ποσό των 4.000.000 δραχμών, προκειμένου ο κατηγορούμενος να προβεί για λογαριασμό του στην αγορά μετοχών νεοεισηγμένης εταιρείας και συγκεκριμένα της εταιρείας ......... Μετά από λίγο καιρό όμως και ενώ ανέμενε τη ρευστοποίηση της αγοράς, διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε προβεί σε τέτοια αγορά, ενώ του αρνήθηκε και την επιστροφή του ως άνω χρηματικού ποσού. Δεν απάντησε δε ούτε στην από 5-6-2000 εξώδικη πρόσκληση που του κοινοποίησε ο εγκαλών στις 6-6-2000, (βλ. την ....... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων .........), με την οποία του ζήτησε να του επιστρέψει το πιο πάνω ποσό την επόμενη της κοινοποίησης, ήτοι στις 7-6-2000. Αρνούμενος έτσι την επιστροφή των χρημάτων κατά την ημερομηνία αυτή, τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε βέβαια ότι τα χρήματα αυτά δεν τα ιδιοποιήθηκε, αλλά τα κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό κάποιου Β1, προκείμενου αυτός, ως θεσμικός επενδυτής του χρηματιστηρίου, να προβεί σε αγορά μετοχών για λογαριασμό του εγκαλούντος. Τέτοια όμως συμφωνία μεταξύ του τελευταίου και του κατηγορούμενου, δεν αποδείχθηκε. Ο εγκαλών εμπιστεύθηκε τα χρήματά του στον κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε και όχι στο Β1, (τον οποίο δεν γνώριζε), η κατάθεση δε των χρημάτων του στον ως άνω λογαριασμό έγινε με τον προαναφερθέντα σκοπό, τον οποίο δεν εκπλήρωσε ο κατηγορούμενος, καθώς ιδιοποιήθηκε παράνομα τα χρήματα του εγκαλούντος. Είναι δε αδιάφορο τι ακριβώς σχέσεις και συμφωνίες είχε κάνει ενδεχομένως ο κατηγορούμενος με το Β1. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι με την 3/2002 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, έγινε δεκτή σχετική αγωγή του εγκαλούντος και υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να του καταβάλει το ως άνω ποσό, ενώ η έφεση που άσκησε κατ' αυτής ο κατηγορούμενος απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία με την 424/2000 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων".Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημ/κείο Ιωαννίνων, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού κατά τρόπο σαφή και πλήρη αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά την παραπάνω αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή, των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Ειδικότερα, το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του, κατ' άρθρ. 177 του ΚΠΔ, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύει και τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και αυτή του μάρτυρα υπεράσπισης Ζ1, την οποία απέκρουσε εκ του πράγματος με τις ως άνω παραδοχές του. Έτσι, δεν μπορεί να καταλειφθεί αμφιβολία ότι τη συνεξετίμησε από μόνο το λόγο ότι δεν τη σχολιάζει ρητά. Συνεπώς το ως άνω Δικαστήριο αιτιολόγησε ειδικά και εμπεριστατωμένα την ενοχή του κατηγορουμένου, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατά δε το μέρος που με αυτήν πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όπως ότι διαβίβασε τα χρήματα στο Β1, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά το αρθρ.171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή, όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σ' αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση. Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή από το διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως και χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος, του λόγου σε αυτόν μετά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα του κατηγορητηρίου, αλλά και της υπερασπίσεως για την υποβολή σε αυτούς διευκρινιστικών ερωτήσεων και γι' αυτό ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1, στοιχ. Α' του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν άλλος Λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-5-2006 αίτηση αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 419/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ