Αριθμός 1453/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πιπερίδη, για αναίρεση της 2487/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας.. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 27/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003 το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και εκ της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης (Ολ ΑΠ 6/94 και 4/95). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 2427/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος-κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 1632/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ΄εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών η οποία μετατράπηκε προς 15.000 δρχ. την ημέρα και χρηματική ποινή 300.000 δραχμών. Από τη με αριθμό 252/26-4-2005 έκθεση έφεσης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ....... (οδός ....... αριθμ.....), προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής του, είχε προβάλει με αυτήν ότι ουδέποτε έλαβε νόμιμη γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, καθόσον του επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής, παρότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής, και συγκεκριμένα διέμενε διαδοχικώς από το έτος 1994 μέχρι τέλους του έτους 1997 στην οδό ....., ....... Αττικής, από το έτος 1997 μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2002 στα ....... Αττικής, ........ και από τότε μέχρι και σήμερα στην οδό .......... Πειραιά. Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός, για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Δεν αναφέρει, όμως αυτός στην έφεσή του, αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία του είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: Από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης που εξετάστηκε στο Δικαστήριο αυτό, και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην με την υπ' αριθμ. 1632/1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Η απόφαση αυτή του επιδόθηκε στις 20-2-2001, όπως προκύπτει από το από........ αποδεικτικό επίδοσης απόφασης σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή του Αρχ/κα .......... του Α.Τ. Κέρκυρας, αφού τελευταία αναζητήθηκε στη συνοικία ............ της πόλης της Κέρκυρας. Ο κατηγορούμενος εφεσίβαλε την παραπάνω καταδικαστική απόφαση με την υπ' αριθμ. 252/26-4-2005 έκθεση έφεσης με την οποία δήλωσε ότι ο λόγος εκπρόθεσμης άσκησης της έφεσης είναι ότι "ουδέποτε έλαβε νομίμως γνώση αυτής, καθόσον του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής, παρότι αυτός ήταν γνωστής και συγκεκριμένα διέμενε διαδοχικά από το έτος 1994 μέχρι τέλους 1997 στην οδό ........., ....... Αττικής, από το έτος 1998 μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2002 στα ......... Αττικής, .........., και από τότε μέχρι και σήμερα στην οδό ........., Πειραιάς". Ωστόσο, δεν ισχυρίζεται, ούτε πολύ περισσότερο απέδειξε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι οι παραπάνω διευθύνσεις κατοικίας του (όπου από τα προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα αποδεικνύεται η διαμονή του κατά τις επικαλούμενες χρονικές περιόδους), και ιδίως η κρίσιμη, ενόψει του προαναφερθέντος χρόνου επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, στην οδό ........, στα ....... Αττικής, ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Κέρκυρας που παρήγγειλε την επίδοση της καταδικαστικής απόφασης. Εξάλλου, όπως κατέθεσε ο ενόρκως εξεταστείς μάρτυρας υπεράσπισής του, κατά τη μετοίκηση του από την Κέρκυρα, ο κατηγορούμενος δεν ενημέρωσε ούτε την Εισαγγελία Κέρκυρας ούτε την Αστυνομική Αρχή του τόπου κατοικίας του στην Κέρκυρα, για την αλλαγή κατοικίας του, παρά το γεγονός μάλιστα πως ήταν σε γνώση ότι εκκρεμούσαν σε βάρος του ποινικές διώξεις. Ο ίδιος μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι τελευταίος τόπος κατοικίας - οικογενειακής στέγης του κατηγορουμένου στην Κέρκυρα ήταν πράγματι η περιοχή που αναφέρεται στο προαναφερθέν αποδεικτικό επίδοσης, δηλαδή η συνοικία του ........ της πόλης της Κέρκυρας. Εξάλλου, στις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο επιταγές, ήτοι στις υπ' αριθμ. ....... και ....... επιταγές της Τράπεζας BARCLAYS, για την έκδοση των οποίων ως ακαλύπτων, καταδικάστηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, δεν δηλώνεται καμία συγκεκριμένη διεύθυνση κατοικίας του εκδότη. Επομένως, εγκύρως και νομοτύπως του επιδόθηκε, ως πρόσωπο με άγνωστη διαμονή, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αναζητήθηκε στην ως άνω συνοικία της πόλης της Κέρκυρας, όπου ήταν η τελευταία γνωστή στις Εισαγγελικές Αρχές της Κέρκυρας κατοικία του. Περαιτέρω, από την όλη αποδεικτική διαδικασία, δεν αποδείχθηκε κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος από ανωτέρα βία άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 26-4-2005, λαμβάνοντας υπόψη και ότι αυτός ήταν σε γνώση ότι εκκρεμούσαν σε βάρος του ποινικές διώξεις. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού από την έγκυρη επίδοση της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως πρόσωπο αγνώστου διαμονής στις 20-2-2001, μέχρι την άσκηση της έφεσης στις 26-4-2005 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της κατ' άρθρο 473 § 1 ΚΠΔ τριακονθήμερης προθεσμίας, κατ' άρθρα 476 § 1 και 583 ΚΠΔ, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης, απόφασης του Δικαστηρίου είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της έφεσης. Εφόσον δε ο εκκαλών, δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του. νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της κατοικίας του,: που αναφέρεται στη μήνυση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υπεχρεούτο το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία, σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στην παραπάνω διεύθυνση, εκ περισσού δε εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο. Δεν υπάρχει δε καμία αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων διέμεινε διαδοχικά στις παραπάνω διευθύνσεις και εκείνης, ότι αυτός δεν είχε γνωστή κατοικία, με την έννοια που προαναφέρθηκε. Επίσης δεν υπεχρεούτο το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία για τους λόγους ανώτερης βίας (που τυχόν εμπόδισαν την εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης), αφού δεν έγινε από τον εκκαλούντα επίκληση τέτοιων λόγων. Συνακόλουθα ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της απόφασης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Aπορρίπτει την 16 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 2486/16-9-2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ