ΑΡΙΘΜΟΣ 130/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 51/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1369/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 522/17-11-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 10/20-7-2006 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 51/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κερκύρας, με το υπ' αριθμ. 121/2005 βούλευμα του, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο Χ1, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Κερκύρας, για να δικαστεί για το κακούργημα της υπεξαίρεσης, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου (άρθρο: 375 παρ. 2-1 Π.Κ., όπως η παρ. 2 αντ. δι' άρθρου 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996). Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος, εκδόθηκε το άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η κριθείσα έφεση και επικυρώθηκε το εκκληθέν. Το βούλευμα του Συβουλίου Εφετών επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 12-7-2006 (βλ. σχετικό αποδεικτικό) Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα: 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ), αφού ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον κατηγορούμενο , ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας, στις 20-7-2006, και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης, ήτοι α) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ.1δ ΚΠΔ) και β) της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα (άρθρο 484 παρ. 1 β ΚΠΔ ). Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης: ΙΙ. Επειδή, προκειμένου για παραπεμπτικό βούλευμα, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει. ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν ο δικαστής χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών, υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Α.Π. (σε Συμβ.) 2271/2002, Π.Χ. ΝΓ, 803). Περαιτέρω, υπάρχει, στο παραπεμπτικό βούλευμα, η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται ν' αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό και να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. (σε Συμβ.) 1303/2002 Π.Χ. ΝΓ, 496, Α.Π. (σε Συμβ.) 1425/2002 Π.Χ. ΝΓ, 510). ΙΙΙ. Επειδή το έγκλημα της υπεξαίρεσης προβλέπεται από το άρθρο 375 του Π.Κ., σύμφωνα με το οποίο: Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. (Όπως προστέθηκε το τελευτ. εδ. με το άρθρο 14 παρ. 3α του ν. 2721/1999). Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. (Όπως αντικαταστάθηκε η παρ. 2 από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και προστέθηκε το τελευτ. εδ. με το άρθρο 14 παρ. 3β του ν. 2721/1999). ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, αφού προσδιορίζει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε την κρίση του, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο μηνυτής Χ2ο οποίος ασχολείτο με επιχειρηματικές τουριστικές δραστηριότητες στην Κέρκυρα, το 2000 γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο, και δημιούργησε φιλικές σχέσεις, οι οποίες είχαν εξελιχθεί σε σχέσεις απόλυτης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Ο κατηγορούμενος ήταν Δ/νων Σύμβουλος της εταιρίας "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΠΔΕ" που ήταν διαμεσολαβητική εταιρία για δημιουργία δυνατοτήτων συναλλαγών στο χρηματιστήριο. Τον Ιούνιο 2001, ο κατηγορούμενος επρότεινε στον μηνυτή με πειστικότητα να επενδύσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό μέσω της εταιρίας άνω στο χρηματιστήριο, προκειμένου να απολαύσει μία άκρως προσοδοφόρα, αποδοτική επένδυση. Ο μηνυτής συμφώνησε και κατέβαλε σ' αυτόν ανεπιφύλακτα ποσό 15.000.000 δρχ., για να επενδυθούν στο χρηματιστήριο, ενώ συγχρόνως μετέφερε το χαρτοφυλάκιο λ που είχε από την "..." χρημ/κή, στη "....ΧΡΗΜ/ΚΗ" η οποία συνεργαζόταν με την άνω εταιρία του κατηγορουμένου με 2588 μετοχές ΤΕΧΝ. ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ. 870 ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΘΡΑΚΗΣ, 56 LOGISTICS. Επειδή δεν υπήρχε στο όνομα του μηνυτού χρηματιστηριακός λογ/μός σε ....XP/KH, ο κατηγορούμενος ζήτησε από μηνυτή να καταβάλει σ΄ αυτόν το ποσό αυτό μετρητοίς, για να επισπευσθούν οι απαιτούμενες διαδικασίες, λόγω δημιουργίας κλίματος ανόδου στο χρ/ριο. Ο κατηγορούμενος είπε στον μηνυτή ότι η επένδυση εξελλίσετο πολύ καλά και του ζήτησε να καταθέσει πρόσθετα χρήματα στον ανοιγέντα λογ/μό στην άνω χρημ/κή εταιρεία. Ο μηνυτής πάντοτε στα πλαίσια της εμπιστοσύνης ενεργώντας, κατέθεσε την 12/7/01 ποσό 3.000.000 δρχ. και 20/7/01 3.500.000 δρχ. Επίσης ο μηνυτής την 4/7/01 υπέγραψε και τις σχετικές συμβάσεις χρηματιστηριακής συνεργασίας με τις 2 χρ/κές εταιρείες "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΛΔΕ", "...ΧΡΗΜ/ΚΗ" αντίστοιχα. Μάλιστα είχε φθάσει σε τόσο καλό και ανέφελο σημείο η λειτουργία εμπιστοσύνης και εκτίμησης, ώστε ο μηνυτής είχε δώσει εντολή ρητή στον κατηγορούμενο, να πραγματοποιεί με δικά του κριτήρια, αγορές ή πωλήσεις, χωρίς την παροχή αδείας του, και εκ των υστέρων να τον ενημερώνει κανονικά. Ο κατηγορούμενος είχε διαβεβαιώσει τον μηνυτή επιδεικνύοντας σ' αυτόν μηχανογραφική εκτύπωση, ότι στο χαρτοφυλάκιο του υπήρχαν μετοχές αξίας 80.000 € Όμως η άριστη εμπιστοσύνη που επικρατούσε, κλονίστηκε πλήρως, όταν ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του αποδώσει ποσό 45.000 €, ρευστοποιώντας κάποιες μετοχές, οπότε ο κατηγορούμενος το πρώτον του είπε ότι η χρηματιστηριακή τους συνεργασία δεν είχε κερδοφόρα ως ανεμένετο αποτελέσματα, και είχε χαθεί και ένα μεγάλο μέρος χρημάτων. Τότε ο μηνυτής απαίτησε από τον κατηγορούμενο να του αποδοθεί το ποσό αυτό, ο κατηγορούμενος δε του είπε απερίφραστα, ότι αυτό θα προκαλούσε μεγάλη ζημία οικονομική, που καθόρισε σε ποσοστό 40%. Τελικά σε τραπεζικό λογ/μό του μηνυτού κατατέθηκε ποσό 5.367,27 €. Ο δε μηνυτής κατόπιν ενημερώθηκε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε καταθέσει το ποσό 15.000.000 δρχ. στην εταιρία "....ΧΡΗΜ/ΚΗ", ως είχε νόμιμη συμβατική υποχρέωση να πράξει, ως εντολοδόχος διαμεσολαβητής πλέον. Ο μάρτυς Ζ1, καταθέτοντας γλαφυρά από ειδικό λόγο γνώσεως και ανάλογο κύρος αξιοπιστίας, λέγει ότι "θυμάμαι ότι αρχές ΙΟΥΛΙΟΥ 01 είχε ο Χ2 σε μία τσάντα μαζί του 15.000.000 δρχ. σε μετρητά, και πήγαμε μαζί στο γραφείο του Χ1, που ήταν στο .... , στον πρώτο όροφο, δεν θυμάμαι την δ/νση ακριβώς για να του τα δώσει. Ο Χ2 έδωσε τα 15.000.000 δρχ. σε μετρητά παρουσία μου στον Χ1. Απόδειξη δεν του έδωσε, και του είπε ότι δεν είναι ανοικτή η Τράπεζα και γι' αυτό δεν του δίνει. Μάλιστα του είπα με τρόπο να μην του τα δώσει γιατί είναι πολλά τα χρήματα. Ο Χ2-απάντησε ότι είναι φίλος του ο Χ1, και ότι του έχει εμπιστοσύνη." Έτσι καταρρίπτεται πλήρως ο ισχυρισμός αβάσιμος ουσία του κατηγορουμένου περί μη λήψης και κατοχής απ' αυτόν ποσού 15.000.000 δρχ. Επομένως συνάγεται και αποδεικνύεται απόλυτα ότι ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του ποσό 15.000.000 δρχ., που του είχε δώσει και εμπιστευτεί ο μηνυτής, ως εντολοδόχος ενεργών για λογαριασμό αποκλειστικά του μηνυτού, για να το επενδύσει αποδοτικά, προς επαύξηση και βελτίωση του ενεργητικού του, και παράνομα ιδιοποιήθηκε το ποσό αυτό. προβαίνοντας σε δόλια ενσωμάτωση του για αύξηση και ανέλιξη της περιουσιακής του καταστάσεως. Από το διατακτικό του 121/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Κερκύρας προκύπτει ότι η πράξη για την οποία παραπέμπεται ο ήδη αναιρεσείων συνίσταται στο ότι στην Κέρκυρα, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2001 και σε μη περαιτέρω επακριβώς κατά την ανάκριση διαπιστωθέντα χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του, είναι δε αυτά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του τα είχαν εμπιστευτεί λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και συγκεκριμένα αν και ο εγκαλών Χ2 τού είχε εμπιστευτεί περί το μήνα Ιούνιο του έτους 2001 το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 15.000.000 δραχμών, ήτοι 44.020,54 ευρώ, με την εντολή να το καταθέσει στη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία ".....Χρηματιστηριακή" και στον κωδικό που ανοίχτηκε στο όνομα του εγκαλούντος σ' αυτή, προκειμένου να το επενδύσει άμεσα μέσω της εταιρίας "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΛΔΕ" της οποίας ήταν πρόεδρος προβαίνοντας σε αγοραπωλησία επωφελών μετοχών για λογαριασμό του εγκαλούντος, δεν έπραξε τα ανωτέρω, ως όφειλε, αλλά παρακράτησε παράνομα το ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό ενσωματώνοντας το στην ατομική περιουσία του. V. Από τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού του πρωτόδικου βουλεύματος, με το σκεπτικό του αναιρεσειβαλλομένου, προκύπτει ότι υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικά ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε και συγκεκριμένα του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, με αποτέλεσμα το εφετειακό βούλευμα να στερείται νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα ενώ η κατηγορία για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο ακροατήριο συνίσταται στο ότι αυτός κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2001 και σε μη περαιτέρω επακριβώς διαπιστωθέντα χρόνο, ιδιοποιήθηκε παρανόμως το ποσόν των 15.000.000 δραχμών που του είχε εμπιστευθεί τον ίδιο μήνα Ιούνιο ο εγκαλών Χ2 (βλ. πρωτόδικο βούλευμα), το Συμβούλιο Εφετών αναφέρει ρητώς ως παραδοχή ότι το παραπάνω παρανόμως ιδιοποιηθέν ποσό, παραδόθηκε από τον εγκαλούντα, άρα και περιήλθε στην κατοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά μήνα Ιούλιο 2001. Η αναφορά αυτή δεν έγινε από παραδρομή, αφού στο βούλευμα υπάρχει ειδική μνεία του Τμήματος της κατάθεσης του μάρτυρα Ζ1 από την οποία προκύπτει ως χρόνος παράδοσης των χρημάτων ο μήνας Ιούλιος 2001. Κατά τον τρόπο όμως αυτό υπάρχει στο βούλευμα αντίφαση που δημιουργεί λογικό κενό και καθιστά μη εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, του αν ορθώς στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, αφού προκειμένου να τελεστεί το έγκλημα της υπεξαίρεσης, είναι αναγκαία προϋπόθεση το "ιδιοποιηθέν" κινητό να βρίσκεται στην κατοχή του δράστη κατά τον χρόνο της "ιδιοποίησης". Συνεπώς το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσιμης και πρέπει να αναιρεθεί, κατά τον βάσιμο δεύτερο λόγο αναίρεσης που περιλαμβάνεται στην κρινομένη αίτηση (άρθρ. 484 παρ. 1β΄ ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούςΠ ρ ο τ ε ί ν ω------------- Ι. Να γίνει δεκτή η με αριθμό 10/20-7-2006 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1, κάτοικο Κέρκυρας, κατά του 51/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. ΙΙ. Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και ΙΙΙ. Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 16-10-2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1, 2 ΠΚ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1796 και το άρθρο 14 παρ. 3α και 3β του Ν. 2721/1999, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτεροι μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δρχ. ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του, ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περιπτώσεως από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, μεταξύ των οποίων και εκείνης που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη, λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και ε) το πράγμα, κατά το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ο,τιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατ' άρθρο 484 παρ. 1 β ΚΠΔ, υπάρχει όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 51/2006 βούλευμά του με καθολική, επιτρεπτή δε αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, δεχθέν ειδικότερα ακόλουθα: Ο μηνυτής Χ2 ο οποίος ασχολείτο με επιχειρηματικές τουριστικές δραστηριότητες σε Κ/ΡΑ, το 2000 γνωρίστηκε με κ/νο, και δημιούργησε φιλικές σχέσεις, οι οποίες είχαν εξελιχθεί σε σχέσεις απόλυτης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Ο κ/νος ήτο Δ/νων Σύμβουλος της εταιρίας "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΠΔΕ" που ήτο διαμεσολαβητική εταιρία για δημιουργία δυνατοτήτων συναλλαγών στο χρηματιστήριο. Τον Ιούνιο 2001, ο κ/νος επρότεινε σε μηνυτή με πειστικότητα να επενδύσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό μέσω της εταιρίας άνω στο χρηματιστήριο, προκειμένου να απολαύσει μία άκρως προσοδοφόρα, αποδοτική επένδυση. Ο μηνυτής συμφώνησε και κατέβαλε σ' αυτόν ανεπιφύλακτα ποσό 15.000.000 δρχ., για να επενδυθούν στο χρηματιστήριο, ενώ συγχρόνως μετέφερε το χαρτοφυλάκιο του που είχε από την "..." χρημ/κή, στη "...ΧΡΗΜ/ΚΗ" η οποία συνεργαζόταν με την άνω εταιρία κ/νου με 2588 μετοχές ΤΕΧΝ. ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ, 870 ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΘΡΑΚΗΣ, 56 LOGISTICS. Επειδή δεν υπήρχε σε όνομα μηνυτού χρηματιστηριακός λογ/μός σε ...ΧΡ/ΚΗ, ο κ/νος ζήτησε από μηνυτή να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό αυτό μετρητοίς, για να επισπευσθούν οι απαιτούμενες διαδικασίες, λόγω δημιουργίας κλίματος ανόδου στο χρ/ριο. Ο κ/νος είπε στο μηνυτή ότι η επένδυση εξελλίσετο πολύ καλά και του ζήτησε να καταθέσει πρόσθετα χρήματα στον ανοιγέντα λογ/μό στην άνω χρημ/κή εταιρεία. Ο μηνυτής πάντοτε στα πλαίσια της εμπιστοσύνης ενεργώντας, κατέθσε την 12/7/01 ποσό 3.000.000 δρχ. και 20/7/01 3.500.000 δρχ. Επίσης ο μηνυτής την 4/7/01 υπέγραψε και τις σχετικές συμβάσεις χρηματιστηριακής συνεργασίας με τις 2 χρ/κές εταιρείες "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΛΔΕ", "...ΧΡΗΜ/ΚΗ" αντίστοιχα. Μάλιστα είχε φθάσει σε τόσο καλό και ανέφελο σημείο η λειτουργία εμπιστοσύνης και εκτίμησης, ώστε ο μηνυτής είχε δώσει εντολή ρητή σε κ/νο, να πραγματοποιεί με δικά του κριτήρια, αγορές ή πωλήσεις, χωρίς την παροχή αδείας του, και εκ των υστέρων να τον ενημερώνει κανονικά. Ο κ/νος είχε διαβεβαιώσει μηνυτή επιδεικνύοντας σ' αυτόν μηχανογραφική εκτύπωση, ότι στο χαρτοφυλάκιό του υπήρχαν μετοχές αξίας 80.000 ευρώ. Όμως η άριστη εμπιστοσύνη που επικρατούσε, κλονίστηκε πλήρως, όταν ζήτησε από κ/νο να του αποδώσει ποσό 45.000 ευρώ, ρευστοποιώντας κάποιες μετοχές, οπότε ο κ/νος το πρώτον του είπε ότι η χρηματιστηριακή τους συνεργασία δεν είχε κερδοφόρα ως ανεμένετο αποτελέσματα, και είχε χαθεί και ένα μεγάλο μέρος χρημάτων. Τότε ο μηνυτής απαίτησε από κ/νο να του αποδοθεί το ποσό αυτό, ο κ/νος δε του είπε απερίφραστα, ότι αυτό θα προκαλούσε μεγάλη ζημία οικονομική, που καθόρισε σε ποσοστό 40%. Τελικά σε τραπεζικό λογ/μό μηνυτού κατατέθηκε ποσό 5.367,27 ευρώ. Ο δε μηνυτής κατόπιν ενημερώθηκε ότι ο κ/νος ουδέποτε είχε καταθέσει το ποσό 15.000.000 δρχ. σε εταιρία "...ΧΡΗΜ/ΚΗ", ως είχε νόμιμη συμβατική υποχρέωση να πράξει, ως εντολοδόχος διαμεσολαβητής πλέον. Ο μάρτυς Ζ1, καταθέτοντας γλαφυρά από ειδικό λόγο γνώσεως και ανάλογο κύρος αξιοπιστίας, λέγει ότι "θυμάμαι ότι αρχές ΙΟΥΛΙΟΥ 01 είχε ο Χ2 σε μία τσάντα μαζί του 15.000.000 δρχ. σε μετρητά, και πήγαμε μαζί στο γραφείο του Χ1, που ήταν στο ..., στον πρώτο όροφο, δεν θυμάμαι την δ/νση για να του τα δώσει. Ο Χ2 έδωσε, και του είπε ότι δεν είναι ανοικτή η Τράπεζα και γι' αυτό δεν του δίνει. Μάλιστα του είπα με τρόπο να μην του τα δώσει γιατί είναι πολλά τα χρήματα. Ο Χ2 μου απάντησε ότι είναι φίλος του ο Χ1, και ότι του έχει εμπιστοσύνη". Ετσι καταρρίπτεται πλήρως ο ισχυρισμός αβάσιμος ουσία κ/νου περί μη λήψης και κατοχής απ' αυτόν ποσού 15.000.000 δρχ. Επομένως συνάγεται και αποδεικνύεται απόλυτα ότι ο κ/νος έλαβε σε κατοχή του ποσό 15.000.000 δρχ., που του είχε δώσει και εμπιστευτεί ο μηνυτής, ως εντολοδόχος ενεργών για λογαριασμό αποκλειστικό μηνυτού, για να το επενδύσει αποδοτικά, προς επαύξηση και βελτίωση του ενεργητικού του, και παράνομα ιδιοποιήθηκε το ποσό αυτό, προβαίνοντας σε δόλια ενσωμάτωσή του για αύξηση και ανέλιξη της περιουσιακής του καταστάσεως. Από το διατακτικό του 121/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Κερκύρας το οποίο επικυρώθηκε με τον προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι η πράξη για την οποία παραπέμπεται ο ήδη αναιρεσείων συνίσταται στο ότι στην Κέρκυρα, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2001 και σε μη περαιτέρω επακριβώς κατά την ανάκριση διαπιστωθέντα χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του, είναι δε αυτά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του τα είχαν εμπιστευτεί λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και συγκεκριμένα αν και ο εγκαλών Χ2 του είχε εμπιστευτεί περί το μήνα Ιούνιο του έτους 2001 το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 15.000.000 δραχμών, ήτοι 44.020,54 ευρώ, με την εντολή να το καταθέσει στη χρηματιστηριακή εταιρία με την επωνυμία "...Χρηματιστηριακή" και στον κωδικό που ανοίχτηκε στο όνομα του εγκαλούντος σ' αυτή, προκειμένου να το επενδύσει άμεσα μέσω της εταιρίας "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΕΛΔΕ" της οποίας ήταν πρόεδρος προβαίνοντας σε αγοραπωλησία επωφελών μετοχών για λογαριασμό του εγκαλούντος, δεν έπραξε τα ανωτέρω, ως όφειλε, αλλά παρακράτησε παράνομα το ανωτέρω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό ενσωματώνοντας το στην ατομική περιουσία του. Από τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού του πρωτόδικου βουλεύματος, με το σκεπτικό του αναιρεσιβαλλομένου, προκύπτει ότι υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικά ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε και συγκεκριμένα του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, με αποτέλεσμα το εφετειακό βούλευμα να στερείται νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένη ενώ η κατηγορία για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο ακροατήριο συνίσταται στο ότι αυτός κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2001 και σε μη περαιτέρω επακριβώς διαπιστωθέντα χρόνο, ιδιοποιήθηκε παρανόμως το ποσό των 15.000.000 δραχμών που του είχε εμπιστευθεί τον ίδιο μήνα Ιούνιο ο εγκαλών Χ2 (βλ. πρωτόδικο βούλευμα), το Συμβούλιο Εφετών αναφέρει ρητώς ως παραδοχή ότι το παραπάνω παρανόμως ιδιοποιηθέν ποσό, παραδόθηκε από τον εγκαλούντα, άρα και περιήλθε στην κατοχή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά μήνα Ιούλιο 2001. Η αναφορά αυτή δεν έγινε από παραδρομή, αφού στο βούλευμα υπάρχει ειδική μνεία περικοπής της κατάθεσης του μάρτυρα Ζ1, από την οποία προκύπτει ως χρόνος παράδοσης των χρημάτων ο μήνας Ιούλιος 2001. Κατά τον τρόπο όμως αυτό υπάρχει στο βούλευμα αντίφαση που δημιουργεί λογικό κενό και καθιστά μη εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, του αν ορθώς στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, αφού προκειμένου να τελεστεί το έγκλημα της υπεξαίρεσης, είναι αναγκαία προϋπόθεση το "ιδιοποιηθέν" κινητό να βρίσκεται στην κατοχή του δράστη κατά τον χρόνο της "ιδιοποίησης". Συνεπώς το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης και πρέπει να αναιρεθεί, κατά τον βάσιμο δεύτερο λόγο αναίρεσης που περιλαμβάνεται στην κρινομένη αίτηση (άρθρ. 484 παρ. 1β' ΚΠΔ), παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμ. 51/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ