Αριθμός 205/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αναστασόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 64-68/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα τη .... , που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Ανδρέου. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του περί αναιρέσεως καθώς και στους από 2 Φεβρουάριου 2006 προσθέτους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1670/2005. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρου των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου . Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης . Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή, τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. Περαιτέρω, από μεν το άρθρο 22 ΠΚ. συνάγεται ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, απαιτείται: 1) άδικη επίθεση, δηλαδή, επίθεση που αντιφάσκει αντικειμενικά προς το δίκαιο, 2) η επίθεση να είναι παρούσα και ως τέτοια θεωρείται εκείνη, που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και να εξακολουθεί, καθώς και όταν αμέσως και ασφαλώς, επίκειται πραγμάτωσή της, ήτοι, όταν από κάποια πράξη, που συνδέεται άμεσα με την εκτέλεση, δηλώνεται φανερά η πρόθεση για επίθεση και 3) η προσβολή του επιτιθεμένου να είναι αναγκαία προς υπεράσπιση του ατόμου, κατά δε το άρθρο 23 του ίδιου Κώδικα, χωρίς την ύπαρξη των κατ' άρθρο 21 στοιχείων της νόμιμης άμυνας, δεν νοείται υπέρβαση των ορίων της τελευταίας από εκείνον, που ξεπέρασε από δόλο ή αμέλεια τα όρια της άμυνας, ενώ αυτός μένει ατιμώρητος, εξαιτίας έλλειψης καταλογισμού, αν η υπέρβαση των ορίων της άμυνας οφειλόταν στο φόβο ή την ταραχή του από άδικη επίθεση. Αν αντικειμενικά δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις άμυνας, αλλά ο προσβάλλων νομίζει πεπλανημένως ότι υπάρχουν υπέρ αυτού οι όροι, η ποινική ευθύνη κρίνεται κατά τις διατάξεις περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 ΠΚ). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων , η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων , η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει, να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον, δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠοινΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Β΄ του ίδιου Κώδικα. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκείμενη περίπτωση, τo Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 64-68/2005 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άμεσο δόλο), της παράνομης οπλοφορίας και παράνομης οπλοχρησίας. Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: "Στις 11.11.2001, ώρα 4.30 το απόγευμα, το θύμα ... , οδηγώντας το αγροτικό του αυτοκίνητο, αναχώρησε, από το σπίτι του, που είναι στο ...., για να μεταβεί σε περιοχή του χωριού ..., προκειμένου να συναντήσει το μάρτυρα .... , αλβανικής υπηκοότητας (γνωρίζει καλώς την ελληνική γλώσσα), που ήταν βοσκός (τσοπάνος) στο κοπάδι του. με γελάδια, από το έτος 1998. Η συνάντηση έγινε σε απόσταση 250 μ., περίπου, από το μαντρί του κατηγορουμένου, που έχει κοπάδι με γίδια. Τον τόπο της συναντήσεως τον όρισε ο μάρτυρας, κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία, με κινητό τηλέφωνο, όπως γινόταν, ανάλογα με τον τόπο μετακινήσεως του κοπαδιού. Το θύμα μετέβη εκεί για να παραδώσει το φαγητό στο μάρτυρα, που ήταν τοποθετημένο μέσα σε δοχεία φαγητού (τάπερ), να παραλάβει τα άδεια, να ενημερωθεί για το κοπάδι και να δώσει οδηγίες, όπως γινόταν κατά τις καθημερινές συναντήσεις τους. Τα δοχεία φαγητού (γεμάτα και άδεια) βρέθηκαν κατά την αυτοψία. Το θύμα μόλις είδε το μάρτυρα στάθμευσε το αυτοκίνητο, ο μάρτυρας ανέβηκε σε αυτό, κάθισε στη θέση του συνοδηγού, ενώ το θύμα συνέχισε να κάθεται στη θέση του οδηγού και άρχισαν να συζητούν, έχοντας μισάνοιχτες τις πόρτες του αυτοκινήτου, διότι το θύμα, όπως συνήθιζε, δεν παρέμεινε αρκετή ώρα στον τόπο της συναντήσεως. Καθώς συζητούσαν αμέριμνοι είδαν ξαφνικά μπροστά τους, στο χωματόδρομο, σε απόσταση 10 μ., περίπου, τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν κρυμμένος μέσα σε δέντρα και τους παραμόνευε. Ο κατηγορούμενος τους είχε δεί εκεί και την προηγούμενη ημέρα και τους έστησε ενέδρα για να σκοτώσει το θύμα. Μάλιστα για να εμποδίσει τη διαφυγή του θύματος είχε αποκλείσει (φράξει) το δρόμο, τοποθετώντας λοξά στο δρόμο το δικό του αυτοκίνητο, 20 μ. πιο κάτω. Ο κατηγορούμενος τους πλησίαζε αγριεμένος με απειλητικές διαθέσεις έχοντας σταθερά προτεταμένο το μονόκαννο κυνηγετικό όπλο του εναντίον του θύματος. Καθώς τους πλησίαζε φώναζε δυνατά στο θύμα "Εσύ θα τρώς και εμείς θα πεινάμε", εκείνο έκπληκτο τον ρώτησε "γιατί πράγμα;", αλλά αυτός, χωρίς να απαντήσει στην εύλογη ερώτηση του θύματος, κινήθηκε αριστερά του αυτοκινήτου, έχοντας πάντοτε απειλητικά προτεταμένο το όπλο του, έφτασε στο ύψος του ανοίγματος της μισάνοιχτης αριστερής πόρτας του οδηγού, επέλεξε την κατάλληλη θέση, ώστε να έχει καλή σκόπευση, σημάδεψε προσεκτικά τον καθήμενο παθόντα και τον πυροβόλησε μια φορά, από πολύ κοντινή απόσταση προς το σημείο της καρδιάς του, αλλά, εκείνος για να αποφύγει τον πυροβολισμό, τραβήχτηκε δεξιά προς τη θέση του συνοδηγού και, ενστικτωδώς, σήκωσε το αριστερό πόδι, που δέχθηκε τον πυροβολισμό στο μηρό, με τραύμα εισόδου διαστάσεων 2,5 Χ 2,5 εκ. περίπου, στην επιφάνεια του αριστερού μηρού και σε απόσταση 8 εκ. περίπου από το αριστερό γόνατο. Ο κατηγορούμενος, όταν πυροβόλησε το θύμα, ήταν σε απόσταση μόλις 2,5 μ. περίπου, όπως κατέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις, ο αυτόπτης μάρτυρας. Η απόσταση, όμως, του θύματος από την κάνη του κυνηγετικού όπλου, που έχει σημασία για τη διάγνωση του ανθρωποκτόνου σκοπού του, ήταν ακόμη πολύ μικρότερη, ενόψει του ότι πυροβόλησε έχοντας προτεταμένο το όπλο του. Κατά την ιατροδικαστική έκθεση ο πυροβολισμός προκάλεσε σε αυτόν διαμπερές τραύμα αριστερού μηρού, με τραύμα εισόδου διαστάσεων 2,5 Χ 2,5 εκ. περίπου, στην έξω επιφάνεια του αριστερού μηρού και σε απόσταση 8 εκ. περίπου από το αριστερό γόνατο, με εγκαυματικά χείλη και τραύμα εξόδου στην έσω επιφάνεια του αριστερού μηρού, με προβολή μαλακών μορίων και οστικών παρασχίδων, ως και συντριπτικό κάταγμα του αριστερού μηριαίου οστού (κάτω τριτημορίου) με συνοδή τραυματική διατομή αγγειακών και νευρικών στελεχών, συνεπεία του οποίου τραύματος επήλθε ο θάνατός του από ολιγαιμική καταπληξία. Η σκόπευση από πολύ κοντινή απόσταση έγινε με ψυχρή λογική εκτελεστή, αφενός για να μην αστοχήσει η βολή και αφετέρου για να βρούν το στόχο τους (θύμα) όλα τα σκάγια, διότι, όπως ο ίδιος γνώριζε, ως έμπειρος κυνηγός, τα σκάγια διασπείρονται ανάλογα με την απομάκρυνση από το στόχο. Σημειωτέον δε ότι, υπέρ της καταθέσεως του εν λόγω αυτόπτη μάρτυρα ότι το θύμα εβλήθη από πολύ κοντινή απόσταση, συνηγορούν δύο σπουδαία ευρήματα, ήτοι ότι η πύλη εισόδου του βλήματος στο σώμα του θύματος είχε έγκαυμα και ότι δεν έγινε διασπορά των σκαγιών γι΄ αυτό προκλήθηκε συντριπτικό κάταγμα του αριστερού μηριαίου οστού, τραύμα εξόδου και τραυματική διατομή αγγειακών και νευρικών στελεχών. Ο κατηγορούμενος έβγαλε και άλλο φυσίγγι για να οπλίσει το όπλο του και να πυροβολήσει, αλλά δεν το χρησιμοποίησε, διότι ο μάρτυρας αλβανός πανικόβλητος έτρεξε και εξαφανίστηκε μέσα στο δάσος, το δε θύμα το θεώρησε τελειωμένο, διότι το πυροβόλησε επιτυχώς από πολύ κοντινή απόσταση. Το αιμόφυρτο θύμα, λίγο πριν χάσει τις αισθήσεις του, από την ακατάσχετη αιμορραγία, πρόλαβε να τηλεφωνήσει με το κινητό του τηλέφωνο στη μάρτυρα σύζυγό του, την οποία ενημέρωσε και ζήτησε βοήθεια "Πάρε την αστυνομία και έλα να με βρεις. Με χτύπησε ο ..... στο λαιμό". Ακολούθως, η σύζυγος και η μητέρα του, με το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο .... , μετέβησαν στον τόπο του συμβάντος, που τους υπέδειξε ο μάρτυρας αλβανός, τον οποίο συνάντησαν καθ΄ οδόν, όντας τρομακρατημένος. Εκεί βρήκαν τον παθόντα νεκρό έξω από το αυτοκίνητό του, από τη δεξιά πλευρά του, μέχρι την οποία είχε συρθεί. Ο θάνατός του έχει ως άμεση και μόνη αιτία τον τραυματισμό του από τον πυροβολισμό. Ο κατηγορούμενος με πρόθεση σκότωσε το θύμα, ενώ βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά το χρόνο λήψης της απόφασης και εκτέλεσης της πράξης αυτής. Ήθελε να του αφαιρέσει τη ζωή και την αφαίρεση και όχι δήθεν το πυροβόλησε προς εκφοβισμό του προς χώμα και εξοστράκισε ο πυροβολισμός, αβάσιμοι δε οι αντίθετοι ισχυρισμοί του ότι πρόκειται για θανατηφόρα σωματική βλάβη μη σκοπούμενη. Σύμφωνα με αυτά, ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση (άρθρο 299 παρ. 1 Π.Κ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 2 Π.Κ. "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν από αυτήν (ΑΠ 343/2000 ΠΧρ. 50, 897, ΑΠ.1008/1999 ΠΧρ.50, 500, ΑΠ 219/2002 ΠΧρ.52, 904, ΑΠ 870/2002 ΠΧρ. 53, 241, ΑΠ 373/2003). Η παραδοχή στην απόφαση ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχραιμία ή οποιαδήποτε άλλη παρεμφερή έκφραση, αποκλείει την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής, χωρίς να απαιτείται άλλη ειδικότερα αιτιολογία (ΑΠ 109/1999 ΕλλΔνη 41.229). Επί του προκειμένου: Από τις ίδιες, ως άνω, αποδείξεις προέκυψαν τα εξής: Αυτοί, παλαιότερα, είχαν διαφορές για τις βοσκές (ο κατηγορούμενος δεν ήθελε να βόσκουν τα γελάδια του θύματος στο χωριό ..., γιατί το θύμα ήταν από άλλο χωριό), ο κατηγορούμενος είχε παραπονεθεί ότι το θύμα ρίχνει αλάτι εκεί που βόσκουν τα γελάδια του και αυτό κάνει ζημιά στα δικά του γίδια και το θύμα παραπονέθηκε στον κατηγορούμενο ότι τα τσοπανόσκυλά του έφαγαν τα γελάδια του, ενώ, κατά τον κατηγορούμενο, τα έφαγαν οι λύκοι, αλλά δεν υπήρξε κάποιο πρόσφατο επεισόδιο μεταξύ τους ή αιφνίδια ένταση των σχέσεών τους. Γι΄ αυτό, το θύμα ανύποπτο, μετέβη στην περιοχή αυτή, που συνορεύει με το μαντρί του κατηγορουμένου, αλλά και δεν έλαβε καμία προφύλαξη, ακριβώς διότι δεν ανέμενε επιθετική συμπεριφορά από τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας .... , συνοριακός φύλακας, που ήταν σε περιπολία και μετέβη στην περιοχή ... , μετά από κλήση, κατέθεσε ότι ο μάρτυρας αλβανός του είπε ότι το θύμα μάλωσε με τον κατηγορούμενο και εκείνος τον πυροβολησε, αλλά δεν είναι πειστικός, διότι, για πρώτη φορά, με την παρούσα ένορκη εξέτασή του, όψιμα, κατέθεσε ότι ο μάρτυρας Αλβανός του είπε ότι μάλωσαν εκείνη τη στιγμή, ενώ δεν κατέθεσε κάτι τέτοιο, ούτε με την προανακριτική του ένορκη εξέταση, ούτε με την κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η αλήθεια είναι ότι ο μάρτυρας Αλβανός είπε σε αυτόν ότι παλιά μάλωσαν και όχι εκείνη τη στιγμή, όπως διευκρίνισε κατά την παρούσα, κατ΄ αντιπαράσταση, εξέτασή τους. Σημειωτέον ότι, ο μάρτυρας Αλβανός δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και κατέθεσε τα ίδια στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και στην ανακριτική του κατάθεση (βλ. ιδιαίτερα αποσπάσματα των καταθέσεων των μαρτύρων αυτών, που, χωρίς εναντίωση, ανέγνωσε το δικαστήριο για την εξακρίβωση της αλήθειας και τη στάθμιση της αξιοπιστίας τους, για ένα τέτοιο κρίσιμο ζήτημα). Κατά τη συνάντησή τους, το θύμα δεν έβρισε τον κατηγορούμενο δράστη, ούτε τον προκάλεσε, ούτε τον απείλησε, ούτε είχε όπλο μαζί του. Ούτε είναι αλήθεια ότι τον απείλησε με τη φράση "πούστη ..., θα σε κάνω να φύγεις από δώ τόσο σε εσένα, όσο και όλους τους άλλους. Γαμώ το σπίτι σου, θα σε κάψω και σένα και τα παιδιά του, όπως έκαψες τις μπάλες" ή με άλλη φράση ή χειρονομία του. Άλλωστε, δεν είναι σύμφωνο με τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, το ανύποπτο άοπλο θύμα να απειλήσει τον πάνοπλο κατηγορούμενο, που, από ενέδρα, πετάχτηκε αιφνίδια μπροστά του, αγριεμένος και αποφασισμένος, από όλες τις κινήσεις του και τη συμπεριφορά του, να πυροβολήσει το θύμα, που σάστισε και τα είχε κυριολεκτικά χαμένα από το φόβο και τον πανικό του. Εκτός από αυτά, το θύμα δεν είχε κανένα λόγο να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο ότι τους έκαψε τις μπάλες με τα άχυρα, διότι, ήδη, το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, πριν το θύμα μεταβεί στο σημείο αυτό, ο δράστης ... , ομολόγησε σε αυτό ότι αυτός έκαψε τις μπάλες με τα άχυρα του θύματος. Τη μόνη φράση, που, το θύμα, μπόρεσε να αρθρώσει στη σαστιμάρα του, όταν τον είδε να τον σκοπεύει απειλητικά με το προτεταμένο κυνηγετικό όπλο, ήταν η εύλογη ερώτηση "για τί πράγμα;" τον κατηγόρησε ο κατηγορούμενος "Εσύ θα τρώς και εμείς θα πεινάμε". Κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας, αλλά και πριν από αυτή, δεν υπήρξε καμία απολύτως αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος του κατηγορουμένου, που να φτάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν από αυτήν. Αυτός ενήργησε - απρόκλητα - σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά το χρόνο λήψης της απόφασης και εκτέλεσης της πράξης της ανθρωποκτονίας. Εκτέλεσε εν ψυχρώ το θύμα, δεν του έδωσε καμία βοήθεια ενώ εκείνο ψυχορραγούσε κάτω από το χώμα και κρύφτηκε για να αποφύγει την αυτόφωρη σύλληψή του. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, κατ΄ ουσία, ο αυτοτελής ισχυρισμός του δήθεν ότι τέλεσε την ανθρωποκτονία σε κάτασταση βρασμού ψυχικής ορμής. Από τη διάταξη του άρθρου 22 Π.Κ., που προβλέπει την άμυνα, ως λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, συνάγεται ότι, για την παραδοχή της καταστάσεως ανάγκης, απαιτούνται: α) επίθεση, δηλαδή ορισμένη ενέργεια με την οποία εκτίθεται σε κίνδυνο έννομο αγαθό κάποιου προσώπου, β) η επίθεση να είναι άδικη, υπό την έννοια ότι η επίθεση αυτή αντιφάσκει αντικειμενικά στο δίκαιο και γ) η επίθεση να είναι παρούσα, δηλαδή να έχει εκδηλωθεί ο κίνδυνος του έννομου αγαθού από την επιθετική ενέργεια και να μην έληξε ακόμη ή να επίκειται η έναρξη του κινδύνου αυτού ή να συντρέχει βάσιμη δικαιολογημένου φόβου άμεσης έναρξης της επιθετικής ενέργειας (ΣυμβΕφΘεσ 1576/2004 Αρμ. 59 284). Στην περίπτωση που κρίνεται: Από τις ίδιες, ως άνω, αποδείξεις, προέκυψαν τα εξής: Το θύμα δεν είδε όπλο μαζί του στο αυτοκίνητο, για να απειλήσει τον κατηγορούμενο. Ποτέ του δεν είχε όπλο, ούτε κάν κυνηγετικό. Αντίθετα, με τον κατηγορούμενο, που, πολλές φορές οπλοφορούσε. Επίσης, δεν είχε όπλο ούτε ο Αλβανός τσοπάνος του. Στο αυτοκίνητο και στο γύρω χώρο, δεν βρέθηκε κανένα όπλο, ούτε υπήρχε όπλο στο αυτοκίνητο, που να το πήρε μαζί του ο Αλβανός. Αυτός έφυγε τρέχοντας τρομαγμένος και κρύφτηκε στο δάσος. Ούτε το θύμα είπε στον Αλβανό "πιάσε το ανύπαρκτο καλάσνικοφ". Τα περί όπλου αποτελούν υπερασπιστικό εφεύρημα του κατηγορουμένου για να ελαφρύνει τη θέση του. Ο κατηγορούμενος επιτέθηκε πρώτος, ενήργησε χωρίς να είναι καθόλου σε κατάσταση ανάγκης, χωρίς να δικαιολογείται καμία απολύτως πλάνη τους για τις πραγματικές προϋποθέσεις της άμυνας, δεν υπάρχει δηλαδή ούτε κάν νομιζόμενη άμυνα (άρθρο 30 παρ. 1 Π.Κ.), διότι δεν δέχθηκε καμία απολύτως άδικη επίθεση από το θύμα (ή το μάρτυρα Αλβανό) που να θέτει σε κίνδυνο κάποιο έννομο αγαθό του και μάλιστα παρούσα, ούτε υπήρχε δικαιολογημένος φόβος τέτοιας επίθεσης, αφού το θύμα τα είχε χαμένα, ανίκανο να αντιδράσει, πολύ δε περισσότερο να επιτεθεί, βλέποντας τον κατηγορούμενο να τον σημαδεύει συνεχώς με το όπλο του από κοντινή απόσταση. Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφτεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αμύνης. Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος των τριών πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις, πλην άλλων, και των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27, 94, 299 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ.1β, 10 παρ.1, 10β, 13α, 14 και 16του ν.2168/1993 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 ν.2943/2001, παρ.1α, και του επιβλήθηκε η ποινή της ισοβίου καθείρξεως για την πράξη της ανθρωποκτονίας και συνολική ποινή φυλακίσεως ενός έτους και έξι μηνών για τις λοιπές. Με τις παραδοχές του αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Περαιτέρω, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, ότι η πράξη που διαπράχθηκε από αυτόν είχε τα στοιχεία του εγκλήματος της θανατηφόρου σωματικής βλάβης και όχι της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, τον περί βρασμού ψυχικής ορμής, καθώς και τον περί άμυνας και νομιζόμενης άμυνας. Οι περαιτέρω προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις σχετικά με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της ανθρωποκτονίας και της απορρίψεως των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών του , προβάλλονται απαραδέκτως, καθόσον πλήττουν την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων. ΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ΄ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής , κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ.α), "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος" ( περ. γ) "το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του" (περ. δ) και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.ε) . Στην πρώτη από τις περιπτώσεις αυτές η μετάνοια του υπαιτίου, πρέπει, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή, να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, δίχως να αρκεί η απλή έκφραση θλίψης ή συγγνώμης. Επίσης, στην δεύτερη περίπτωση, πρέπει, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων , ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές ,κατέθεσε εγγράφως τους πιο κάτω ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: "Στον κατηγορούμενο θα πρέπει να γίνουν δεκτά τα παρακάτω ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α, 2γ , 2δ, 2ε Π.Κ. Α) το ότι έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Αυτό αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και συνίσταται στα εξής: Συμπεριφερόταν υποδειγματικά στους οικείους, τους συγχωριανούς και γενικότερα τους συγκοινωνούς του. Ήταν καλοκάγαθος, φιλότιμος και ευγενής. Από ηλικίας 16 ετών άρχισε να εργάζεται έντονα και σκληρά ως κτηνοτρόφος και είχε ενταχθεί στα προγράμματα αγροτών - κτηνοτρόφων. Δημιούργησε οικογένεια αποτελούμενη από τη σύζυγό του και τα τρία ανήλικα παιδιά του και συμμετείχε σε όλες τις δραστηριότητες του χωριού του χωρίς να δημιουργήσει το παραμικρό πρόβλημα. Οι μικροκαταδίκες που έχει στο ποινικό του μητρώο αφορούν 30 ημέρες φυλακή το έτος 1985 με τριετή αναστολή για απειλή και άλλες 4 καταδίκες για παράνομη βοσκή με τελευταία την 8.3.1990, δεν είναι ικανές να άρουν το γεγονός του προτέρου εντίμου βίου του κατηγορουμένου καθόσον αυτές έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 578 παρ. δ΄ και στ΄ του Κ.Ποιν.Δ. να έχουν διαγραφεί από το ποινικό μητρώο, πλην όμως, αυτό δεν έγινε, διότι δεν έχει γίνει ακόμη εκκαθάριση των μητρώων λόγω του όγκου αυτών. Σήμερα η εκκαθάριση αυτή έχει γίνει και ο κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο, το οποίο υφίσταται στη δικογραφία με επιμέλεια της Εισαγγελίας Εφετών. Πέραν όμως αυτού με την υπ΄ αριθμ. 1091/2002 απόφασή του ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι ποινές που ανεστάλησαν στο παρελθόν και δεν άρθηκε ή ανακλήθηκε η αναστολή θεωρούνται ανύπαρκτες και συνεπεία αυτού το Δικαστήριο δεν κωλύεται να χορηγήσει το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (προσκομίζεται με επίκληση η προαναφερθείσα απόφαση), Β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και ειδικότερα ο θανών τον απείλησε δια των φράσεων "πούστη ... θα σε κάνω να φύγεις από δώ τόσο εσένα, όσο και τους άλλους", "γαμώ το σπίτι του θα σε κάψω και σένα και τα παιδιά σου, όπως έκαψες τις μπάλες", φράσεις, τις οποίες εννοούσε καθόσον ο θανών στο παρελθόν είχε πραγματοποιήσει τις απειλές του σε άλλους κτηνοτρόφους. Τις δε απειλές αυτές θα τις πραγματοποιούσε όταν απευθυνόμενος στον Αλβανό συνοδό του είπε την φράση "πιάσε το καλάσνικοφ να τον φάω τον πούστη", Γ) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και ειδικότερα επέδειξε καλή διαγωγή στην φυλακή και ήταν άψογος τόσο με το προσωπικό της φυλακής όσο και τους συγκρατούμενους εργαζόμενους σ΄ αυτή χωρίς να προσδοκά από την εργασία του αυτή κάποιο ευεργέτημα διότι στην φάση της προσωρινής κράτησης δεν γίνεται ευεργετικός υπολογισμός των ημερών εργασίας, προσέτι δε η καλή του συμπεριφορά στην φυλακή δεν είναι απότοκος του εγκλεισμού αλλά οφείλεται στον χαρακτήρα διότι εν εναντία περιπτώσει μέσα σε δυόμισυ χρόνια που είναι φυλακισμένος θα είχε επιδείξει στοιχεία του κακού χαρακτήρα του και αυτό θα είχε γίνει αντιληπτό στο κλειστό χώρο της φυλακής, Δ) επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια την οποία εξεδήλωσε από την πρώτη στιγμή εκφράσας τη θλίψη του και ζήτησε συγνώμη από τους οικείους του θανόντος, τη μεταμέλειά του την εξεδήλωσε τόσο προς του ομοχώριους όσο και προς την σύζυγό του". Τους πιο πάνω ισχυρισμούς το Δικαστήριο της ουσίας τούς απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του με την εξής αιτιολογία: "Παρόμοια, κατά την, επίσης ομόφωνη κρίση του δικαστηρίου, όπως προέκυψε, από τις αυτές, ως άνω, αποδείξεις, ο κατηγορούμενος: 1) δεν έζησε καθόλου έντιμη ζωή έως το χρόνο, που τέλεσε τα εγκλήματα αυτά, διότι είναι επιθετικό άτομο, δημιουργεί επεισόδια, οπλοφορεί και κατά το παρελθόν χτύπησε τον πατέρα του, το θείο και τη θεία του, 2) δεν ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος, ούτε παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, διότι, όπως ειπώθηκε, το θύμα, δέχθηκε τη δική του αναίτια επίθεση, χωρίς να τον προκαλέσει, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο επεισόδιο μεταξύ τους και χωρίς το θύμα να εκδηλώσει εναντίον του κάποια συμπεριφορά, που να μπορεί να χαρακτηριστεί άδικη ή ανάρμοστη και πρόσφορη να προκαλέσει σε αυτόν οργή ή βίαιη θλίψη, 3) δεν έδειξε ειλικρινή μετάνοια (δε μετανόησε καθόλου), ούτε επιδίωξε να άρει τις συνέπειες των πράξεών του (δεν έδωσε καμία οικονομική βοήθεια στην οικογένεια του θύματος) και ε) δεν συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του, διότι εγκατέλειψε αβοήθητο το θύμα, που ψυχορραγούσε και δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου γι΄ αυτό ούτε μετέπειτα, ενώ δεν συνιστά καλή συμπεριφορά η καλή πειθαρχική διαγωγή του κατά την κράτησή του, που επιβάλει ο Κανονισμός της φυλακής, διότι η καλή συμπεριφορά προϋποθέτει ελεύθερη διαβίωση, όχι η συμπεριφορά του κρατούμενου στις φυλακές (ΑΠ 973/2000 ΝοΒ 49 93, ΑΠ 1890/2003 ΠοινΔικ 7 231). Συνεπώς, δεν πρέπει να αναγνωριστούν σε αυτόν ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄, γ΄, δ΄ και ε΄ Π.Κ. και απορριπτέοι οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί του, κατά το διατακτικό". Με το πιο πάνω περιεχόμενο οι με τα στοιχεία Γ και Δ ισχυρισμοί (ότι ο αναιρεσείων επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του) , είναι αόριστοι , αφού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι αυτός μετανόησε ειλικρινώς και ότι επιζήτησε - και κατά ποίον τρόπο - να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, ούτε εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά τις πράξεις του αυτές. Η απλή αναφορά ότι ζήτησε συγνώμη από τους οικείους του θανόντος και εξεδήλωσε τη μεταμέλειά του προς τους ομοχωρίους του, δεν αρκούν για να καταστήσουν ορισμένο τον περί ειλικρινούς μεταμέλεια ισχυρισμό του. Επίσης, δεν αρκεί η αναφορά της καλής του συμπεριφοράς του στη φυλακή, επικαλούμενος, ως μόνο συγκεκριμένο περιστατικό που να αποδεικνύει την συμπεριφορά του αυτή, το ότι εργάστηκε χωρίς να προσδοκά ευεργέτημα από την εργασία του. Το Δικαστήριο της ουσίας, εντούτοις, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας των ισχυρισμών αυτών, απάντησε, ως εκ περισσού, στους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με την προαναφερόμενη αιτιολογία του .Σε σχέση με τους λοιπούς δύο αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων (84 παρ.2α και γ), το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας με τις πιο πάνω παραδοχές του, αλλά και με όσα αναπτύσσει στο σκεπτικό του, που έχει ήδη εκτεθεί, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , με βάση την οποία απέρριψε ισχυρισμούς αυτούς, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προέκυπτε ότι ο αναιρεσείων δεν έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και δεν ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος. Ειδικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του τελευταίου ισχυρισμού, η προσβαλλόμενη απόφαση ειδικώς αποκρούει τους περί ανάρμοστης συμπεριφοράς του θύματος, δεχόμενη ότι "το θύμα κατά τη συνάντηση δεν έβρισε το δράστη, ούτε τον προκάλεσε, ούτε τον απείλησε, ούτε είχε όπλο μαζί του". Κατά τα λοιπά ο αναιρεσείων με την επίκληση του λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ,ως προς την απόρριψη των εν λόγω ισχυρισμών του, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 470 εδ.α ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται . Από τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει, ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το δικαστήριο που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον καταδίκασε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου, για το οποίο είχε καταδικασθεί με την πρωτόδικη απόφαση, έστω και αν δευτεροβαθμίως επιβάλλεται η ίδια ή ακόμη και μικρότερη ποινή από εκείνη που καταταγνώσθηκε πρωτοδίκως. Εξάλλου, το έγκλημα είναι βαρύτερο, εφόσον η απειλούμενη για τούτο αφηρημένως ποινή, ως προς το ελάχιστο ή και ως προς το ανώτατο όριο ποινής είναι μεγαλύτερη της απειλούμενης για το άλλο έγκλημα ποινής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 του ίδιου Κώδικα με πρόθεση πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και, επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά και τα αποδέχεται. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 299, που αναπτύχθηκαν πιο πάνω, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, προϋποθέτει, υποκειμενικά δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή, της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος, στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Συνεπώς, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το αδίκημα της ανθρωποκτονίας δύναται να τελεσθεί από τον υπαίτιο, τόσο με άμεσο όσο και ενδεχόμενο δόλο. Η διάκριση, όμως, αυτή του δόλου ούτε διακεκριμένα εγκλήματα εκ δόλου ιδρύει, ούτε καθιστά βαρύτερη μορφή την από άμεσο δόλο διάπραξη αυτού, αφού η ένταση του δόλου που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής, κατ' άρθρο 79 ΠΚ, αναφέρεται και στα δύο αυτά είδη του δόλου και γίνεται μέσα στο ίδιο πλαίσιο ποινής που προβλέπεται από το νόμο. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η΄ ΚΠοινΔ, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση χειροτέρευσε τη θέση αυτού ως εκκαλούντος- κατηγορουμένου, διότι τον καταδίκασε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με άμεσο δόλο, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον είχε καταδικάσει για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. IV. Μεταβολή της κατηγορίας, που δίνει λόγο αναιρέσεως καταδικαστικής απόφασης, κατ' άρθρο 510 παρ.1Α ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1β του ίδιου Κώδικα, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπάρχει όταν η πράξη , για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, είναι τελείως διαφορετική από εκείνη για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε σε δίκη, κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές συνθήκες και όχι όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την πράξη ή όταν με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, προσδίδει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 371 παρ.3 ΚΠοινΔ, εφόσον αυτός στηρίζεται στα ίδια γεγονότα της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε ή όταν διορθώνεται και βελτιώνεται κάποιο ιστορικό στοιχείο, που δεν μεταβάλει ουσιωδώς την κατηγορία. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ως αληθές το περιστατικό που κατατέθηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο από τον μάρτυρα .... , ότι ο παθών ".....για να αποφύγει τον πυροβολισμό τραβήχτηκε δεξιά προς τη θέση του συνοδηγού και ενστικτωδώς σήκωσε το αριστερό πόδι που δέχθηκε τον πυροβολισμό στο μηρό...", δεν χειροτέρευσε τη θέση του κατηγορουμένου με το να περιλάβει στο σκεπτικό του το περιστατικό αυτό, αλλά απλώς προσδιόρισε ακριβέστερα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη της ανθρωποκτονίας από τον αναιρεσείοντα. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠοινΔ, περί απόλυτης ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας λόγος αναιρέσεως, όπως εκτιμώνται οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες υποστηρίζει τα αντίθετα , είναι αβάσιμος και, πρέπει, να απορριφθεί. V. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ.1και 2, 42, παρ.2β και 96 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ.5 και η δεύτερη συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 του ν. 1653/1986, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως , είτε μέσω του αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Ο διορισμός (του δικηγόρου αντιπροσώπου) γίνεται και με απλή έγγραφη δήλωση. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορό του την εξουσία να εκπροσωπήσει το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων , εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά. Από τις ποιο πάνω διατάξεις συνάγεται για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι' αντιπροσώπου (δικηγόρου ή μη) απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο άσκησής του, η σχετική προς τούτο ειδική εντολή. Αρκεί δε και η γενική πληρεξουσιότητα προς το δικηγόρο, αλλά για να περιλαμβάνει και το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκων μέσων, δεν φθάνει μόνο να αναφέρεται η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, αλλά πρέπει να μνημονεύεται ρητά και η εντολή προς άσκηση ενδίκων μέσων και ιδία του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 465 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι αν το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο που δεν είχε παραστεί ως συνήγορος στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε προσβαλλόμενη απόφαση και εκείνος που καταδικάστηκε ήταν παρών κατά την απαγγελία της, το πληρεξούσιο προς άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου ή επικυρωμένο αντίγραφό του, πρέπει, να προσαρτάται στη σχετική έκθεση με την ποινή του απαραδέκτου. Τα ίδια ισχύουν και για την άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 509 παρ.2 ΚΠοινΔ ασκούνται με έγγραφο, που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη ημέρα για τη συζήτηση της αναίρεσης, στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και συντάσσεται, ατελώς, σχετική έκθεση πάνω στα έγγραφα που κατατίθενται. Στην προκείμενη περίπτωση, την άσκηση των από 2/2/2006 προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατά της 64-68/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Μικτού Εφετείου Λάρισας δεν υπογράφει ο πληρεξούσιος δικηγόρος που είχε παραστεί ως συνήγορος του αναιρεσείοντος στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε προσβαλλόμενη απόφαση (ο οποίος και άσκησε και την κρινόμενη πιο πάνω αναίρεση), αλλά ο δικηγόρος Αθηνών .... , ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος. Προσαρτάται δε στην αίτηση αυτή των προσθέτων λόγων η από 30/1/2006 έγγραφη εξουσιοδότηση, με την οποία ο αναιρεσείων εξουσιοδοτεί τον εν λόγω δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου. Η εξουσιοδότηση αυτή του αναιρεσείοντος έχει το εξής περιεχόμενο: "Εξουσιοδοτώ με την παρούσα τον .... , δικηγόρο Αθηνών......... να με εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΣΤ΄ Τμήμα) επί αιτήσεως αναιρέσεως που έχω ασκήσει κατά της 64-68 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδικάζεται στις 21/2/2006, να λάβει αντίγραφα των εγγράφων της σχετικής δικογραφίας, καθώς και να προβεί σε κάθε ενέργεια απαραίτητη για την περαίωση της ανωτέρω εντολής". Με τον εν λόγω όμως πληρεξούσιο παρασχέθηκε απλώς η πληρεξουσιότητα στον πιο πάνω δικηγόρο να παραστεί και να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα επί της αιτήσεως αναιρέσεως που είχε ασκήσει, χωρίς να δίδει σ' αυτόν εντολή προς άσκηση και προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Επομένως, οι από 2/2/2006 πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος, που ασκήθηκαν από αντιπρόσωπο, χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο ειδική εντολή, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ, να απορριφθούν ως. VΙ. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη , και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα και η δικαστική δαπάνη στην παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10/9/2005 αίτηση αναιρέσεως (με αρ. πρωτ. 2445/12-9-2005) και τους από 2/2/2006 προσθέτους λόγους του ..... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Τρικάλων, κατά της 64-68/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ