Αριθμός 629/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: εταιρείας δικηγόρων με την επωνυμία "Γ. - Ε. Φ.. Κ. και Συνεργάτες Εταιρία Δικηγόρων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Γ. - Ε. Κ., αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ. Κ. Α.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, πλέον μετονομασθείσας σε "Κ. Α. Ε. Κ. Β. Ε.", 2) Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως οριστικής δικαστικής συμπαραστάτιδος του πατέρα της, Κ. Π. του Ε., κατοίκου ...ου Αττικής και 3) Δ. Π. του Γ., κατοίκου ...ου. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αδαμαντία Μαργέτη Κατσαούνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2767/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 7024/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-5-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 14-5-2021 αίτηση προσβάλλεται η υπ' αριθ. 7024/2020 αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε εν μέρει δεκτή την έφεση μετά των προσθέτων αυτής λόγων της νυν αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την υπ'αριθ. 2767/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Θεσσαλονίκης κατά το περί αξίωσης αποζημίωσης λόγω έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κεφάλαιό της, στη συνέχεια, κρατώντας κατά το μέρος αυτό την αγωγή απέρριψε αυτήν ως παθητικώς ανομιμοποίητη, απορρίπτοντας κατά τα λοιπά την έφεση και τους προσθέτους λόγους κατ' ουσίαν. Η αναίρεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον η προσβαλλομένη επιδόθηκε στις 19-3-2021 και η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 14-5-2021, ήτοι εμπρόθεσμα, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 83 ν.4790/2021 "1. α) Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά το άρθρο 49 του ν.4963/2022 , "1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4960/2020 (Α 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (...)". Προσέτι, για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου κατατέθηκε το υπ'αριθ. ... e-ΠΑΡΑΒΟΛΟ αξίας 450 ευρώ. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους. Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β` του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνον ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο ("σε περίπτωση αμφιβολίας"). Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας κατ` άρθρο 361 ΑΚ, με το οποίο θεσπίζεται γενικώς η ελευθερία της σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενο τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. Έτσι είναι ισχυρή η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος του από ορισμένη αιτία, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 873-875 ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους. Αυτή καταρτίζεται ατύπως και μπορεί να είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους, όταν τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν με αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθ. 352 § 2 ΚΠολΔ ) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθ. 260 ΑΚ) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272 § 2 ΑΚ , ή μπορεί να αποσκοπεί γενικότερα στην αποσαφήνιση και διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση. Κατά κανόνα δε με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα προς την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς (άρθρα 421, 436 ΑΚ) και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται επίσης σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης (ΟλΑΠ 5/2016). Κοινό γνώρισμα των δύο αυτών συμβάσεων είναι ότι προϋποθέτουν την ύπαρξη προγενέστερης ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζει το χρέος και αποβλέπουν στη γέννηση δεύτερης ενοχής , ανεξάρτητης από την αρχική. Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο. Στην πρώτη περίπτωση, αυτός που αναγνωρίζει την από ορισμένη αιτία οφειλή του δεν μπορεί πλέον, κατά τα προαναφερόμενα, να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια αιτία (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1086/1017, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1279/2012) και, για την πληρότητα της αγωγής, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωρισθέν χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζομένης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι` αυτήν (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1279/2012, ΑΠ 523/2001). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν στην περίπτωση αυτή ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία όμως πρέπει να είναι έγκυρη κατ` άρθρο άρθρ. 437 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/2016, ΑΠ 999/2022, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 598/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και, αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004). Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης (ΑΠ 2/2019, ΑΠ 776/2013). Η διαπίστωση εξάλλου, από το Δικαστήριο της oυσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 51/2020). Τέλος, κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 26/2004). Οι ερμηνευτικοί δε κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΑΠ 863/2022, ΑΠ 225/2020, ΑΠ 84/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία "Λ. Κ. Α." και ήδη μετονομασθείσα σε "Κ. Α. Ε. Κ. Β. Ε.", της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος είναι ο δεύτερος εναγόμενος και Οικονομικός Διευθυντής αυτής με διοικητικά καθήκοντα είναι ο τρίτος εναγόμενος, διατηρούσε από το έτος 1992 επαγγελματική συνεργασία με την ενάγουσα δικηγορική εταιρεία, στην οποία είχε αναθέσει το σύνολο σχεδόν των υποθέσεών της, βασικός εταίρος της οποίας είναι ο Γ. - Ε. Κ.. Η αντιδικία μεταξύ των διαδίκων ξεκίνησε, όταν αρχές του έτους 2009 η πρώτη εναγομένη εταιρεία γνωστοποίησε στην ενάγουσα τη διακοπή της πολύχρονης συνεργασίας τους, αιτούμενη να της παραδοθούν όλοι οι φάκελοι των υποθέσεων που την αφορούσαν και κυρίως εκείνες που ήταν εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων, προκειμένου να αναλάβει αυτές άλλος πληρεξούσιος δικηγόρος. Παράλληλα ζήτησε και βεβαίωση ότι δεν υφίστανται οικονομικές απαιτήσεις σε βάρος της, καθώς απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάθεση των υποθέσεών της σε άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο ήταν η οικονομική τακτοποίηση τυχόν εκκρεμουσών απαιτήσεων από ήδη παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες της ενάγουσας. Η ενάγουσα, με την από 8-7-2009 επιστολή της που απέστειλε στην πρώτη εναγομένη, ζήτησε να της καταβληθεί ως αμοιβή το ποσό των 187.000 €, που αφορούσε σε δώδεκα υποθέσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 κι εφεξής, ως αυτές αναφέρονται ειδικότερα στην άνω επιστολή. Η πρώτη εναγομένη, αν και αμφισβήτησε το ύψος της άνω οφειλής, βρέθηκε σε δυσχερή θέση, καθώς στα χέρια της ενάγουσας, μεταξύ άλλων, βρισκόταν και ο φάκελος υπόθεσής της, που αφορούσε τη διακοπή της λειτουργίας της από το έτος 2007, η εκδίκαση της οποίας είχε οριστεί για τις 30-9-2009 ενώπιον του ΣτΕ. Μάλιστα, προς παράδοση σε αυτήν τουλάχιστον των φακέλων των οποίων οι υποθέσεις θα εκδικάζονταν άμεσα [Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2009], μέχρι την οριστική τακτοποίηση τυχόν οφειλών κατόπιν υποβολής αναλυτικού λογαριασμού από την ενάγουσα, κατέφυγε η εναγομένη, με την από 19-8-2009 αίτησή της, στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, διαμαρτυρόμενη για την άρνηση της ενάγουσας να παραδώσει οποιονδήποτε φάκελο αν δεν της καταβληθεί το άνω ποσό. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, την 1-9-2009, ο τρίτος εναγόμενος, ως αντιπρόσωπος του δεύτερου εναγομένου, ενεχείρησε στον Γ. - Ε. Κ., ως βασικό εταίρο και διαχειριστή της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, την υπ'αριθ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, σε διαταγή του τελευταίου [Γ. - Ε. Κ.], εκδόσεως του δεύτερου εναγόμενου, ποσού 180.000 €, άνευ ημερομηνίας εκδόσεως. Η προσωπική αυτή λευκή τραπεζική επιταγή του δεύτερου εναγομένου, χορηγήθηκε με τη συμφωνία, κατόπιν εκκαθάρισης των μεταξύ τους λογαριασμών, να καταβληθούν σταδιακά τα οφειλόμενα μέχρι τις 31-1-2010, σε περίπτωση δε μη αποπληρωμής τους μέχρι τις 31-1-2010, να τεθεί από τον παραπάνω, για λογαριασμό της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας ενεργούντα, λήπτη της δικηγόρο, ως ημερομηνία εκδόσεώς της η 31η-1-2009 και να εμφανιστεί εν συνεχεία αυτή προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα. Με την παράδοση της άνω επιταγής, συντάχθηκε και η από 1-9-2009 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ", με το κάτωθι περιεχόμενο: "Ο υπογραφόμενος δικηγόρος Αθηνών Γ. - Ε. Κ., ενεργών για λογαριασμό της εταιρείας δικηγόρων Γ. - Ε. Κ. & Συνεργάτες, παρέλαβε σήμερον από τον κ. Κ./νο Π., διά χειρός κ. Δ. Π., την υπ'αριθ. ... επιταγή του Κ./νου Π. επί της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 180.000 €, άνευ ημερομηνίας εμφανίσεως δια της εξοφλήσεως της οποίας μέχρι 31-1-2010 αποδίδονται στο δικηγορικό γραφείο Γ. - Ε. Κ. & Συνεργάτες, δαπάνες γενόμενες για λογαριασμό της εταιρείας "Λ. Κ. Α." κατά τη μακρόχρονη επαγγελματική τους συνεργασία. Συνεφωνήθη επίσης ότι ο εις διαταγήν του οποίου εξεδώθη η ανωτέρω επιταγή δικαιούται να συμπληρώσει ως ημερομηνία εμφανίσεως την 31-1-2010". Την παραπάνω απόδειξη παραλαβής υπέγραψε ο τρίτος εναγόμενος, ως αντιπρόσωπος του δεύτερου εναγομένου και ο λήπτης της επιταγής, Γ. - Ε. Κ., για λογαριασμό της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας και υπό την εταιρική της επωνυμία - σφραγίδα. Ταυτόχρονα, η ενάγουσα χορήγησε, δια του ανωτέρω βασικού εταίρου και διαχειριστή της, την από 1-9-2009 βεβαίωση περί ολοσχερούς εξόφλησης και ανυπαρξίας οποιουδήποτε χρέους της πρώτης και δεύτερου των εναγομένων προς το δικηγορικό γραφείο του κ. Γ. - Ε. Κ. ή της εταιρείας δικηγόρων Γ. - Ε. Κ. & Συνεργάτες από την όλη συνεργασία τους. Εν τέλει, επειδή μέχρι τον ως άνω συμφωνηθέντα χρόνο [31-1-2010], δεν καταβλήθηκε το ποσό της επιταγής, πλην ενός ποσού 10.000 €, ο ανωτέρω δικηγόρος, Γ. - Ε. Κ., με την προαναφερθείσα ιδιότητά του και ως λήπτης της επιταγής, συμπλήρωσε, όπως είχε συμβατικά συμφωνηθεί, ως ημερομηνία έκδοσης της επιταγής την 31η-1-2010, στη συνέχεια δε την εμφάνισε, νομίμως και εμπροθέσμως στις 4-2-2010 στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή, πλην όμως η επιταγή δεν πληρώθηκε, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 5-2-2010 βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας στο σώμα της επιταγής. Ακολούθως, δυνάμει της από 8-2-2010 αίτησης του Γ. - Ε. Κ., εκδόθηκε η υπ'αριθ. 3226/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο δεύτερος εναγόμενος, εκδότης της επιταγής, να καταβάλει το ποσό των 170.000 €, πλέον τόκων και εξόδων. Η αναγκαστική δε εκτέλεση της άνω διαταγής πληρωμής σε βάρος του τότε καθ'ού η διαταγή πληρωμής και ήδη δεύτερου των εναγομένων, απέβη άκαρπη ελλείψει οιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας του, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα έγγραφα [κατασχέσεις εις χείρας όλων σχεδόν των τραπεζικών ιδρυμάτων ως τρίτων και αντίστοιχες δηλώσεις αυτών ως τρίτων κ.λ.π.]. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, με την συνυπογραφή της προαναφερόμενης από 1-9-2009 απόδειξης παραλαβής της επιταγής, καταρτίστηκε μεταξύ ενάγουσας και πρώτης εναγομένης εγγράφως νέα αυτοτελής αναιτιώδης σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους 180.000 €, υπό την έννοια του άρθρου 873 εδ.α'ΑΚ. Περαιτέρω δε ισχυρίζεται ότι, με το ίδιο αυτό έγγραφο, σε συνδυασμό με την έκδοση και παράδοση της προσωπικής του επιταγής, ο δεύτερος εναγόμενος αναδέχθηκε σωρευτικώς το τελευταίο αυτό αναγνωρισθέν [νέο] χρέος της πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα, οι προαναφερόμενες στην από 1-9-2009 απόδειξη παραλαβής της επιταγής δηλώσεις των διαδίκων εμφανίζουν κενά και ασάφειες περί της πραγματικής βούλησης των συμβαλλόμενων, αν δηλαδή οι διάδικοι με τα αναφερόμενα στο άνω έγγραφο [όπου γίνεται μεν μνεία η αιτία του χρέους, αλλά κατά τρόπο αόριστο, χωρίς κάποια εξειδίκευση ή αναλυτικό προσδιορισμό], θέλησαν να γεννηθεί νέα ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία του χρέους, δηλαδή θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που θα αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, ήτοι ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας [αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους], ή απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μιας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα. Με βάση τους περιεχόμενους στα άρθρα 173, 200 και 399 Α.Κ. ερμηνευτικούς κανόνες και συγκεκριμένα με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και σταθμίζοντας τα συμφέροντα των μερών και ιδίως της ενάγουσας, την ιδιαίτερη προστασία της οποίας επιδιώκει το εν λόγω έγγραφο, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση των δηλώσεων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και προπαντός την αληθινή βούληση των δηλούντων, αποδεικνύεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέλησαν την ίδρυση μιας νέας αυτοτελούς και ανεξάρτητης από την υποκείμενη αιτία ενοχικής σχέσης, απαλλαγμένης από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας [αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους], κατ'άρθρο 873 εδ.α'ΑΚ, ούτε τη σύναψη αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, κατ'άρθρο 361 ΑΚ, ήτοι νέας ενοχής εξαρτώμενης από τη βασική αιτία [αμοιβή από παροχή νομικών υπηρεσιών], εφόσον για το κύρος της δεν μνημονεύονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία , γι' αυτήν(...). Με την από 1-9-2009 απόδειξη παραλαβής της επιταγής, τα διάδικα μέρη θέλησαν μόνο την εξασφάλιση αποδεικτικού μέσου για την παλαιά [βασική] ενοχή, κατ'επιβεβαίωση αυτής, καθώς αντικείμενο αυτής δεν είναι κάποια έννομη σχέση, αλλά ομολογείται απλώς ορισμένο γεγονός, ήτοι ότι το χρέος της πρώτης εναγομένης εταιρείας για δαπάνες γενόμενες από την ενάγουσα στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους συνεργασίας, ανέρχεται στο αναγραφόμενο ποσό. Συνεπώς, η άνω νομική βάση και συνακόλουθα η αιτούμενη βάσει αυτής αξίωση της ενάγουσας έναντι της πρώτης εναγομένης εταιρείας είναι αβάσιμη κατ'ουσίαν κι εντεύθεν απορριπτέα. Συνακόλουθα, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι με την από 1-9-2009 απόδειξη παραλαβής της επιταγής, ιδρύθηκε μια νέα αυτοτελής και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία ενοχική σχέση, κατ'άρθρο 873 εδ.α'ΑΚ, ούτε σύναψη αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, κατ'άρθρο 361 ΑΚ, ήτοι νέας ενοχής εξαρτώμενης από τη βασική αιτία, κατά λογική αναγκαιότητα, ούτε ο δεύτερος εναγόμενος αναδέχθηκε σωρευτικά , κατ'άρθρο 477 ΑΚ, με την έκδοση και παράδοση της προσωπικής του επιταγής, κάποιο νέο αναγνωρισθέν χρέος της πρώτης εναγομένης, εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα, το επίμαχο έγγραφο συνιστά αποδεικτικό μέσο της παλαιάς ενοχής και όχι σύσταση νέας ενοχής που δυνητικά θα μπορούσε να αναδεχθεί, κατ'άρθρο 477 ΑΚ, ο δεύτερος εναγόμενος. Συνεπώς, η άνω νομική βάση και συνακόλουθα η αιτούμενη βάσει αυτής αξίωση της ενάγουσας έναντι του δεύτερου εναγόμενου είναι αβάσιμη κατ'ουσίαν κι εντεύθεν απορριπτέα (...)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, συμπληρώνοντας παραδεκτώς τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε την έφεση αυτής κατά της ανωτέρω απόφασης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέλησαν την ίδρυση μιας νέας αυτοτελούς και ανεξάρτητης από την υποκείμενη αιτία ενοχικής σχέσης, απαλλαγμένης από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας [αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους], κατ'άρθρο 873 εδ.α'ΑΚ, ούτε τη σύναψη αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, κατ'άρθρο 361 ΑΚ, ήτοι νέας ενοχής εξαρτώμενης από τη βασική αιτία [αμοιβή από παροχή νομικών υπηρεσιών], παραβίασε εκ πλαγίου τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361 και 873 ΑΚ, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας. Ειδικότερα, αφού διαπίστωσε κενό και ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, όπως αυτή διαλαμβάνεται στην από 1-9-2009 "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ", προέβη σε ερμηνεία αυτής, με βάση τις ερμηνευτικές αρχές των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να ανεύρει την αληθινή βούληση των μερών, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, και τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν μεταξύ αυτών, χωρίς ωστόσο να περιλάβει παραδοχή αναφορικά με το περιεχόμενο και την κατάληξη των εν λόγω διαπραγματεύσεων και μάλιστα, αν η υπογραφή της ανωτέρω απόδειξης ήταν απότοκος αυτών, ενόψει και του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι είχε προηγηθεί συμφωνία με τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων ότι ως οφειλή της πρώτης αναιρεσίβλητης έναντι αυτής "θα πρέπει να θεωρείται εντεύθεν το ποσό των 180.000 ευρώ", για τον οποίο, επίσης, ουδεμία παραδοχή διαλαμβάνει, β) δέχεται, ειδικότερα, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέλησαν ούτε τη σύναψη αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, κατ'άρθρο 361 ΑΚ "εφόσον για το κύρος της δεν μνημονεύονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία γι' αυτήν", χωρίς όμως να εξειδικεύει ποια ήταν τα περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στη δήλωση και αν αυτά αποτέλεσαν περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων ή της προηγηθείσας από 8-7-2009 επιστολής που η αναιρεσείουσα απέστειλε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, δεδομένου ότι αφενός μεν η αιτιώδης αναγνώριση καταρτίζεται και ατύπως, αφετέρου δε ρητά αναφέρεται στην επίμαχη απόδειξη ότι με την εξόφληση της επιταγής αποδίδονται στην αναιρεσείουσα "δαπάνες γενόμενες για λογαριασμό της εταιρίας "Λ. Κ. Α." κατά τη μακρόχρονη επαγγελματική τους συνεργασία", γ) ενώ αναφέρει ότι η βασική σχέση ήταν η μακρόχρονη επαγγελματική συνεργασία της πρώτης αναιρεσίβλητης με την αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία, στην οποία είχε αναθέσει το σύνολο σχεδόν των υποθέσεών της, ήτοι αυτή αποτελούσε το θεμέλιο της αξίωσης της αναιρεσείουσας και ότι η τελευταία, με την από 8-7-2009 επιστολή της "ζήτησε να της καταβληθεί ως αμοιβή το ποσό των 187.000 €, που αφορούσε σε δώδεκα υποθέσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 κι εφεξής", στη συνέχεια δέχεται ότι η επίμαχη απόδειξη συνιστά αποδεικτικό μέσο της παλαιάς ενοχής και όχι σύσταση νέας ενοχής, μολονότι δέχεται ότι στην ως άνω απόδειξη αναγραφόταν ότι με την εξόφληση της επιταγής αποδίδονται "δαπάνες γενόμενες" για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, δέχεται δηλαδή νέα αιτία οφειλής, για την οποία και εκδόθηκε η συγκεκριμένη επιταγή, και επίσης νέο χρόνο εξόφλησης αυτής (μέχρι 31-1-2010) σε σχέση με την ήδη ληξιπρόθεσμη από τη βασική σχέση οφειλή, αλλά και νέο τρόπο εξόφλησης, ήτοι μέσω εξόφλησης της προσωπικής επιταγής του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, δ) δέχεται ότι "με την από 1-9-2009 απόδειξη παραλαβής της επιταγής, τα διάδικα μέρη θέλησαν μόνο την εξασφάλιση αποδεικτικού μέσου για την παλαιά [βασική] ενοχή, κατ' επιβεβαίωση αυτής, καθώς αντικείμενο αυτής δεν είναι κάποια έννομη σχέση, αλλά ομολογείται απλώς ορισμένο γεγονός, ήτοι ότι το χρέος της πρώτης εναγομένης εταιρείας για δαπάνες γενόμενες από την ενάγουσα στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους συνεργασίας, ανέρχεται στο αναγραφόμενο ποσό", χωρίς να αιτιολογεί, γιατί η καταβολή του ποσού των 180.000 ευρώ για γενόμενες δαπάνες, σε συνδυασμό και με την επιταγή, έστω και αν αυτή εκδόθηκε από το δεύτερο αναιρεσίβλητο και όχι από την εταιρία, δεν συνιστά ανάληψη υποχρέωσης απέναντι στην αναιρεσείουσα αναφορικά προς την υπάρχουσα οφειλή, που οδηγεί προς την κατεύθυνση της ανάληψης νέας ενοχής σε σχέση με την παλαιά, λαμβάνοντας υπόψη και τη μεταγενέστερη της συγκεκριμένης δήλωσης βουλήσεως συμπεριφορά των μερών ως ενδεικτική του νοήματος που είχαν προσδώσει στη συγκεκριμένη δήλωση τα μέρη και ε) δέχεται ότι η τραπεζική επιταγή του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, χορηγήθηκε με τη συμφωνία, κατόπιν εκκαθάρισης των μεταξύ τους λογαριασμών, να καταβληθούν σταδιακά τα οφειλόμενα μέχρι τις 31-1-2010, χωρίς να διευκρινίζει, αν η αναφερόμενη αυτή εκκαθάριση είχε ήδη πραγματοποιηθεί ή θα επακολουθούσε και χωρίς να αιτιολογεί, στη δεύτερη περίπτωση, γιατί η αναιρεσείουσα, ταυτόχρονα με την υπογραφή της επίμαχης ως άνω απόδειξης, χορήγησε την από 1-9-2009 βεβαίωση περί ολοσχερούς εξόφλησης και ανυπαρξίας οποιουδήποτε χρέους της πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων προς την αναιρεσείουσα από την όλη συνεργασία τους, Έτσι, συνεπεία των ανωτέρω ανεπαρκών αιτιολογιών δεν μπορεί να ελεγχθεί αν το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για το συγκεκριμένο ζήτημα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι ή όχι σύμφωνο με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος εκ του αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά τα δύο πρώτα αυτού σκέλη. Αντιθέτως, πρέπει να απορριφθεί κατά το τρίτο σκέλος , καθόσον δι'αυτού η αναιρεσείουσα αμφισβητώντας την επι της ουσίας κρίση της προσβαλλομένης και την υπ'αυτής εκτίμηση των αποδεικτικών εγγράφων και επιχειρημάτων της , σχετικά με την μη αποδοχή απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, πλήττει ανεπιτρέπτως το αποδεικτικό πόρισμα και μέσω αυτού την εκτίμηση των αποδείξεων , αφού προσβάλλει την απόφαση για μη αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και επιχειρημάτων και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του εκ του αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που νίκησε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά της (άρθ. 176, 183, 19 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό την υπ'αριθ. 7024/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το άνω μέρος προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ