Αριθμός 930/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Χροναίου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της Μαρίας Παπίδα, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις και ένσταση περί παραγραφής. Των αναιρεσίβλητων: 1)Ε. Ζ. του Χ., 2) Χ. Π. του Γ.,3) Ε. Λ. του Σ.,4) Α. Τ. του Ά., 5) Ν. Π. του Σ. και 6) Δ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κοϊμτζόγλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν η 119/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 11/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-3-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με τον νόμο, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 159 του ιδίου Κώδικα, η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης, συνεπάγεται ακυρότητα την οποία απαγγέλει το Δικαστήριο, αν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του Κ.Δ/τος της 26ης Ιουνίου-10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των Νόμων περί δικών του Δημοσίου", που δεν καταργήθηκε ως ειδική και ισχύει και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ, ορίζεται στη μεν παρ. 1 ότι: "Μόνον αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών... γενόμενοι κοινοποιήσεις οιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι νομίμους συνεπείας", στη δε παρ. 2 αυτού ότι: "η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού, είτε και εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικον. Εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργόν Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης". Από τις παραπάνω διατάξεις με σαφήνεια συνάγεται ότι σε δίκες του Δημοσίου, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή ακυρότητας στον Υπουργό των Οικονομικών, αλλά και στο αρμόδιο όργανο που εκπροσωπεί το Δημόσιο στην εκάστοτε δίκη [όπως είναι ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου (Δ.Ο.Υ.) στις δίκες του ΚΕΔΕ], και τούτο προδήλως για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης (Α.Ε.Δ. 27/2004, Ολ. ΑΠ 34/1988, ΑΠ 1102/2019, 1309/2015, 498/2011, 1105/2005). Με την από 10.3.2016 και με αριθμό κατάθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών 1/2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 11/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 15.11.2008 και με αριθμό κατάθ. 51/2008 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 119/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη η από 12.3.2007 και με αριθμό εκθ. καταθ. 53/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων μη διαδίκων πλέον, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την ως άνω αγωγή υποχρεώνοντας το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλλει στους: 7η, 8ο, 9η, 10η, 11ο και 12ο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών από την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης (11.3.2014) και η οποία (αναίρεση) ασκήθηκε με την κατάθεση του δικογράφου αυτής, στις 11.3.2016 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Εξ άλλου η επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης 11/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών στην δικηγόρο Γρεβενών Κωνσταντινιά Μπαζάκα, ως πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο του Ελληνικού Δημοσίου (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1658Γ/24.9.2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Γρεβενών Μ. Χ.), εφ' όσον δεν επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών, αλλά ούτε και στο αρμόδιο όργανο που εκπροσωπούσε το Δημόσιο στην δίκη εκείνη, δεν έχει ολοκληρωθεί και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα να μην επέρχονται τα εκ του νόμου αποτελέσματά της. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στο άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερουμένης με την πιο πάνω διάταξη αρχής της ισότητας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 § 1β του Συντάγματος που εφαρμόζεται επί μισθωτών που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλομΑΠ 3/1997) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλομΑΠ 13/2003), οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ' αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης. Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Εξάλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α') εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 § 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην § 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Με τις §§ 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α') και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή. β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5 ... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την § 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών. Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ. Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην § 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (ΟλομΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 §§ 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων. Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις. Ακολούθως, με το άρθρο 28 § 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1.1.2004 (άρθρο 56 του ν. αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του". Με το άρθρο 24 § 3 του ίδιου ν. 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την § 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') ως ειδική παροχή διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31.12.2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...". Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1.1.2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31.12.2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα υπουργεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (ΟλομΑΠ 16 και 17/2015, ΑΠ 628/2020, 490/2019, 92/2018). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1.1.2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1.1.2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (Ολ. ΑΠ 16/2015). Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ότι οι αναιρεσίβλητοι και άλλοι, μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο - αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου και εργάστηκαν ως αναπληρωτές καθηγητές σε θέσεις εκπαιδευτικών μονάδων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Νομού Γρεβενών από: 21.9.2006 έως 31.12.2006 η 7η ενάγουσα - 1η αναιρεσίβλητη, 14.11.2005 έως και 30.6.2006 και από 20.10.2006 έως και 31.12.2006 ο 8ος ενάγων - 2ος αναιρεσίβλητος, από 22.9.2006 έως και 30.6.2007 η 9η ενάγουσα - 3η αναιρεσίβλητη, από 21.9.2006 έως και 30.6.2007 η 10η ενάγουσα - 4η αναιρεσίβλητη, από 7.10.2004 έως και 30.6.2005, από 26.9.2005 έως και 30.6.2006 και από 20.10.2006 έως και 30.6.2007 ο 11ος ενάγων - 5ος αναιρεσίβλητος και από 7.10.2004 έως και 30.6.2005, από 26.9.2005 έως και 30.6.2006 και από 20.10.2006 έως και 30.6.2007 ο 12ος ενάγων - 6ος αναιρεσίβλητος και δεδομένου ότι δεν τους κατέβαλε το εναγόμενο - αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο την παροχή του άρθρου 4 του ν. 3016/2002, ζήτησαν τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά. Ότι με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθώς οι ενάγοντες δεν δικαιούνται την ένδικη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 §§ 2 και 3 του ν. 3016/2002, ενόψει του ότι α) συνδέονταν με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, β) κατά τα έτη εργασίας τους σ' αυτό ελάμβαναν το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, που χορηγήθηκε στους εκπαιδευτικούς λειτουργούς με το άρθρο 8 § 4 ν. 2470/1997 αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος (ανερχόμενο το έτος 2006 στο ποσό των 321,64 € μηνιαίως) και το οποίο αποτελεί πρόσθετη μισθολογική παροχή, που από 1.1.2004, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 24 § 2 του ν. 3205/2003, παρεμποδίζει τη γέννηση της αξίωσης για τη χορήγηση του επιδόματος των 176 €, και γ) με τις διατάξεις του άρθρου 28 § 4 του v. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1.1.2004 οι διατάξεις του άρθρου 14 ν. 3016/2002, βάσει των οποίων καταβαλλόταν η ειδική παροχή των 176 €. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ως προς όλα τα σκέλη του, διότι η μη χορήγηση στους ενάγοντες της ένδικης μισθολογικής παροχής του άρθρου 14 §§ 2 και 3 του ν. 3016/2002, που μετά την κατάργηση του νόμου αυτού διατηρήθηκε από 1.1.2004 ως προσωπική διαφορά, σύμφωνα με το άρθρο 24 § 2 του ν. 3205/2003, της οποίας η χορήγηση έχει προσλάβει τον χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαύξησης των αποδοχών των υπαλλήλων, που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου και δεν συναρτάται με καμία άλλη προϋπόθεση ως προς το είδος και το εύρος της παρεχομένης εργασίας, συνιστά, κατά τα πιο πάνω εκτιθέμενα, παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Περαιτέρω, η γέννηση της αξίωσης αυτής δεν παρεμποδίζεται από το ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι ελάμβαναν ειδικό επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, γιατί η παροχή αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας τους και τυγχάνει απολύτως ετεροειδής με την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και, συνεπώς, οι παροχές αυτές είναι ανεπίδεκτες αλληλοεπικάλυψης και συμψηφισμού .... Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που αναγνώρισε, για την αμέσως πιο πάνω αιτία, την οφειλή των αναφερόμενων ειδικότερα στην απόφαση αυτή χρηματικών ποσών για τα διαστήματα, κατά τα οποία οι ενάγοντες ήταν αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, ήτοι συνδέονταν με το εκκαλούν Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 §§ 2 και 3 του ν. 3016/2002, 4 § 1, 22 § 1 εδ. β' και 80 § 1 του Συντάγματος, που, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναπληρωτών εκπαιδευτικών (καθότι τόσο στη σχετική εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 ν. 3016/2002 όσο και στις εκδοθείσες βάσει αυτής ΚΥΑ δεν αναφέρεται ότι η ανωτέρω μισθολογική προσαύξηση αφορά μόνο τους υπαλλήλους επί σχέσει δημοσίου δικαίου ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ούτε ρητώς εξαιρεί από αυτήν τους υπαλλήλους που υπηρετούν στο Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου) και ο αντίθετος δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ομοίως απορριπτέο τυγχάνει και το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου έφεσης περί κατάργησης από 1.1.2004 των διατάξεων του άρθρου 14 ν. 3016/2002, βάσει των οποίων καταβαλλόταν η ειδική παροχή των 176 €, καθότι, όπως προεκτέθηκε στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, μετά το ν. 3205/2003 επακολούθησε ο ν. 3336/2005, με το άρθρο 2 § 3 του οποίου ορίστηκε ότι δικαιούχοι της προσωπικής διαφοράς του άρθρου 24 § 2 του ν. 3205/2003 είναι από 1.1.2005 και όλοι οι υπάλληλοι του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν μέχρι 31.12.2003 τα ποσά του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, του άρθρου 49 του ν. 2956/2001 (όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 14 ν. 3016/2002) και του άρθρου 12 § 4 v. 3050/2002. Συνεπώς, και δεδομένου ότι, βάσει των ανωτέρω, την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 δικαιούνταν, μέχρι την 31.12.2003, και οι (αναπληρωτές) καθηγητές, όσοι από τους ενάγοντες διορίστηκαν ως αναπληρωτές καθηγητές μετά την 1.1.2004, δικαιούνται ομοίως να τη λαμβάνουν και μετά την 1.1.2005 ως προσωπική διαφορά, σύμφωνα με το άνω άρθρο 24 § 2 του ν. 3205/2003.... Ότι περαιτέρω με τον πρώτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν επαναφέρει την προταθείσα και ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση παραγραφής όλων των απαιτήσεων των εναγομένων, που αφορούν στο διάστημα πριν την 27.9.2005, δεδομένου ότι η κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε την 27.9.2007 και άρα έχει παρέλθει για τις απαιτήσεις αυτές το διετές διάστημα παραγραφής, που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 90 § 3 ν. 2362/1995. Ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος, διότι η διάταξη του άρθρου 90 § 3 ν. 2362/1995 καθιερώνει σύντομη διετή παραγραφή όλων των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσης απολαβές ή αποζημιώσεις, και ορίζει ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής τη γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Συνεπώς, ενόψει του ότι στην κρινόμενη περίπτωση, από όλα τα στοιχεία, που προσκομίζονται από τους διαδίκους, προκύπτει ότι η αγωγή επιδόθηκε στο εκκαλούν την 27.9.2007, όλες οι αξιώσεις των εναγόντων, που αφορούν στο διάστημα πριν την 27.9.2005, έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη διετή παραγραφή, αφού από το χρόνο, που γεννήθηκαν, μέχρι την άσκηση της αγωγής (27.9.2007) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ως άνω (αυτεπάγγελτα, άλλωστε, εξεταζόμενης) ένστασης του εκκαλούντος. Ειδικότερα, έχουν υποπέσει σε παραγραφή οι αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας στο σύνολό τους (χρονικό διάστημα από 13.9.2002 μέχρι 30.6.2003), οι αξιώσεις της δεύτερης ενάγουσας στο σύνολό τους (χρονικό διάστημα από 12.9.2002 μέχρι 30.6.2003), οι αξιώσεις του τρίτου ενάγοντος στο σύνολό τους (χρονικά διαστήματα από 8.9.2003 μέχρι 30.6.2004 και από 27.9.2004 μέχρι 30.6.2005), οι αξιώσεις της τέταρτης ενάγουσας στο σύνολό τους (χρονικό διάστημα από 12.9.2002 μέχρι 30.6.2003), οι αξιώσεις του πέμπτου ενάγοντος στο σύνολό τους (χρονικά διαστήματα από 19.9.2002 μέχρι 30.6.2003 και από 11.9.2003 μέχρι 30.6.2004), οι αξιώσεις του έκτου ενάγοντος στο σύνολό τους (χρονικό διάστημα από 19.9.2002 μέχρι 30.6.2003), οι αξιώσεις του ενδέκατου ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 7.10.2004 μέχρι 30.6.2005 και οι αξιώσεις του δωδέκατου ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 7.10.2004 μέχρι 30.6.2005. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής του εναγομένου και έκανε δεκτή την αγωγή και για το χρονικό διάστημα πριν την 27.9.2005 έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου". Με βάση δε αυτές τις παραδοχές (και άλλες, οι οποίες αφορούν την παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων του χρονικού διαστήματος προ της 9.1.2005 και τον υπολογισμό των οφειλομένων σε κάθε ενάγοντα χρηματικών ποσών, και οι οποίες δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και είχε απορρίψει ένσταση παραγραφής που είχε προβάλλει το εναγόμενο για το διάστημα πριν την 27.9.2005, και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 119/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη κατά ένα μέρος της και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στην 7η, 8ο, 9η, 10η, 11ο και 12ο ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) τα αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, επιδικάζοντας την επίδικη παροχή στους αναιρεσίβλητους, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παρατέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, αφού κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, μη συντρέχουσα στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι λάμβαναν άλλη (ανώτερη) πρόσθετη μισθολογική παροχή. Επί πλέον, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της ένδικης παροχής στους ενάγοντες από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια για παραβίαση των προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και 4 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 42/2005, 41/2002, 25/2001, ΑΠ 836/2019). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, που σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η από 12.3.2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Πολυμελές Πρωτοδικείο δικάζον την έφεση του αναιρεσείοντος, μετά την κατά τα άνω αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υφίσταται, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Τμήμα αυτό, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου περί νομικής αβασιμότητας της αγωγής, να γίνει δεκτή κατ' ουσία η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως υπέρ των αναιρεσιβλήτων των αναφερομένων σε αυτή ποσών και κατά το κεφάλαιο αυτής περί δικαστικών εξόδων, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η εν λόγω αγωγή, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, καθώς και της προκείμενης αναιρετικής δίκης, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν.1738/1987, 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 11/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών που δίκασε ως Εφετείο, όσον αφορά τους αναιρεσιβλήτους. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την έφεση κατ' ουσία. Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 119/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών κατά τα κεφάλαια αυτής περί επιδικάσεως των αναφερομένων σε αυτή χρηματικών ποσών υπέρ των αναιρεσιβλήτων και περί δικαστικών εξόδων. Απορρίπτει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως μη νόμιμη. Και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ