Αριθμός 1339 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωσσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη- Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Κ. του Μ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ' αριθ 457, 458/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 6 Σεπτεμβρίου 2013 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 144/13 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 28-12-2012 αίτηση αναίρεσης και οι δι' ιδίου από 6-9-2013 δικογράφου προτεινόμενοι, ταυτόσημοι με την αναίρεση, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του Χ. Κ., κατά της 457, 458/2012 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και για οπλοχρησία σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και συνολική φυλάκιση 18 μηνών ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρα 473 παρ.3, 474παρ.1 και 2 η αναίρεση και 509 ΚΠΔ οι πρόσθετοι) και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του Π Κ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη κατά δε τη διάταξη του άρθρου 27 του ίδιου κώδικα, με πρόθεση πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά τα οποία και αποδέχεται. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν, την αφαίρεση ζωής άλλου, με θετική ενέργεια ή και ακόμη με την παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο και υποκειμενική δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανατώσεως του άλλου, ο δε ενδεχόμενος, στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Κατά το άρθρο 34 του ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 36 παρ. 1 του ΠΚ, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρο διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνείδησης περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο της πράξηςτου, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό, να ενεργήσει λογικά, τότε η πράξη στη μεν πρώτη περίπτωση δεν καταλογίζεται στο δράστη, στη δε δεύτερη επιβάλλεται μειωμένη ποινή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, για συνδρομή στο πρόσωπο του, κατ' άρθρο 36 Π Κ μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό. Περαιτέρω για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 457, 458/2012 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και για οπλοχρησία σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και συνολική φυλάκιση 18 μηνών,, αυτός με "αυτοτελή ισχυρισμό" που υπέβαλε στο δικαστήριο και ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο η συνήγορος του ισχυρίσθηκε ότι είναι ελαττωμένης ικανότητος προς καταλογισμό των πράξεων λόγω ψυχικής νόσου( ψυχωτικής διαταραχής) εξ αιτίας της μακροχρόνιας χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Το άνω Δικαστήριο στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τα πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου , τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης , που περιέχονται στα πρακτικά του παρόντος Δικαστηρίου, τις εκθέσεις ιατροδικαστικής και ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης που αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την από 4-2-2011 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής, την από 30-11-2010 εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης, την επισκόπηση των φωτογραφιών, τα έγγραφα, τα οποία αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκαν τα εξής: Την 17-9-2010 και περί ώρα 05.15 βρέθηκε στην περιοχή του …και επί του οδοστρώματος της οδού Κ. αρ…νεαρή γυναίκα νιγηριανής καταγωγής , η οποία ήταν γυμνή, αιμορραγούσε και έφερε σοβαρά τραύματα στο αριστερό άνω ημιθωράκιο, στην αριστερά μασχαλιαία χώρα και στο αριστερό βραχιόνιο. Περίοικοι , που προσέτρεξαν σε βοήθεια της , αφού την τύλιξαν με κουβέρτα, ειδοποίησαν την Αστυνομία και κάλεσαν ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, όμως κατά τη διακομιδή της στο Γ.Ν.Α "ΚΟΡΠΑΛΕΝΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ" ΕΕΣ αυτή υπέκυψε στα τραύματα της. Η γυναίκα αυτή ήταν η E. ή E. J. ή M. A. ή O., ο δε θάνατός της προήλθε από βαρείες κακώσεις στο αριστερό άνω ημιθωράκιο, στην αριστερά μασχαλιαία χώρα και στο αριστερό βραχιόνιο , που προκλήθηκαν δια νύσσοντος τέμνοντος οργάνου. Στο χώρο που βρέθηκε η νεαρή γυναίκα έφθασαν Αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Δυτικής Αττικής και του 1ου Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής της Δ/νσης Ασφάλειας Αττικής , οι οποίοι σε αυτοψία που διενήργησαν , διαπίστωσαν (όταν άρχισε να ξημερώνει και μπορούσαν να δουν) ότι υπήρχαν ίχνη αίματος στο ρείθρο του πεζοδρομίου. Κατόπιν αυτού , ακολούθησαν τα ίχνη αίματος και οδηγήθηκαν στην οδό ... όπου υπήρχε σταθμευμένη δίκυκλη μοτ/τα, μάρκας KAWASAKI, με αριθμό κυκλοφορίας ... , με τα κλειδιά επάνω στη μίζα. Στο πίσω αριστερό μέρος της μοτ/τας παρατηρήθηκαν εκτεταμένες κηλίδες αίματος και δίπλα σε αυτή αιματηρά εντυπώματα (πατημασιές). Οι Αστυνομικοί συνέχισαν την πορεία των κηλίδων αίματος και οδηγήθηκαν σε κοινόχρηστο χώρο πολυκατοικίας επί της οδού ... αρ… , στο πίσω μέρος της οποίας και δεξιά υπήρχε κλειστή σιδερένια πόρτα που οδηγούσε σε ισόγειο διαμέρισμα. Στο κάτω μέρος της πόρτας επί του δαπέδου υπήρχαν ίχνη αίματος , όπως και στο χερούλι της πόρτας . Η πόρτα ήταν κλειδωμένη και στην κλειδαριά , στο εσωτερικό μέρος της πόρτας , υπήρχαν τα κλειδιά . Από τον τερματικό της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Δυτ. Αττικής διαπιστώθηκε ότι η παραπάνω μοτ/τα ήταν ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου. Κατόπιν αυτών, οι αστυνομικοί παρουσία και της Πταισματοδίκη Ιλίου παραβίασαν την πόρτα και εισήλθαν στο διαμέρισμα. Στην κουζίνα παρατήρησαν εκτεταμένη λίμνη αίματος, ενώ ίχνη αίματος υπήρχαν διάσπαρτα στα ντουλάπια και στα έπιπλα αυτής. Στο χώρο του υπνοδωματίου βρέθηκε να κοιμάται ο κατηγορούμενος, φορώντας τζιν παντελόνι και μπλε μπλουζάκι χωρίς να φοράει τα υποδήματα. Στα πόδια του και στα ρούχα του παρατηρήθηκαν κηλίδες αίματος. Επίσης, επί του δαπέδου υπήρχαν είδη κλινοστρωμνής εμποτισμένα με αίμα. Αριστερά του κρεβατιού βρέθηκε μία ξιφολόγχη συνολικού μήκους 40 εκατ. , με λάμα μήκους 27 εκατ., επάνω στην οποία (λάμα) παρατηρήθηκαν ίχνη αίματος . Ο κατηγορούμενος διέμενε στο παραπάνω επί της οδού ... διαμέρισμα, το οποίο είχε μισθώσει πριν μερικούς μήνες, ήταν δε άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες και είχε επανειλημμένα κάνει στο παρελθόν προσπάθειες απεξάρτησης έχοντας παρακολουθήσει σχετικά προγράμματα στη Μονάδα Απεξάρτησης Τοξικομανών του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής 18 ΑΝΩ. Τελευταία είχε νοσηλευθεί από 12-4-2010 έως 26-4-2010 στην ψυχιατρική κλινική " …" με τη διάγνωση "διαταραχή προσωπικότητας -κατάχρηση ψυχοδραστικών ουσιών", η δε νοσηλεία του διεκόπη όταν παρουσίασε απειλητική συμπεριφορά έναντι τρίτων. Πρόσφατα είχε γυρίσει από διακοπές , όπου είχε πάει με τη μνηστή του και τον πατέρα του και είχε ξεκινήσει μαθήματα στο 1° Εσπερινό Λύκειο Αθηνών. Το βράδυ της 16-9-2010 ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί αρχικά σε κατάστημα - καφενείο της περιοχής "Θυμαράκια" στα Πατήσια με την επωνυμία "FREEDOM", όπου κατανάλωσε αλκοόλ (τρία ποτήρια ούζο) στη δε συνέχεια και περί ώρα 02.30' της 17-9-2010 μετέβη σε κατάστημα επί της οδού Φωκ. Νέγρη στην Κυψέλη με την επωνυμία "ALEGRO" , όπου παρέμεινε μία ώρα περίπου καταναλώνοντας αλκοόλ, (ένα ποτήρι βότκα). Περί ώρα 03.10' έφυγε από το κατάστημα και επιβιβάστηκε σε μοτ/τα. Κατά την επάνοδο του στην οικία του συνάντησε καθ' οδό την άγνωστη σ' αυτόν E. ή E. J. ή M. A. ή O. , την οποία οδήγησε στην οικία του με σκοπό να έλθουν σε εξώγαμη συνουσία έναντι αμοιβής. Αφού ακολούθησε σεξουαλική μεταξύ τους επαφή , ο κατηγορούμενος εθίγη επειδή το θύμα του μίλησε υποτιμητικά σχετικά με την σεξουαλική του απόδοση και λαμβάνοντας την ξιφολόγχη, που είχε σε ντουλάπα του διαμερίσματος του, βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, θέλοντας να αφαιρέσει την ζωή της, έπληξε αυτή με την ξιφολόγχη σε καίρια σημεία του σώματος της , προξενώντας της βαρεία τραύματα, στο αριστερό άνω ημιθωράκιο, στην αριστερά μασχαλιαία χώρα και στο αριστερό βραχιόνιο, από τα οποία - ως μόνη ενεργός αιτία - επήλθε μετ' ολίγον ο θάνατος της. Ενώ δε το θύμα αιμορραγούσε , προκειμένου να μην γίνει αντιληπτή η πράξη του, αφού το έσυρε έξω από το διαμέρισμα του, μέχρι την μηχανή του, το μετέφερε με αυτή στην οδό Κ. , όπου και το εγκατέλειψε. Στη συνέχεια, επέστρεψε στο διαμέρισμα του, κλείδωσε την πόρτα και έπεσε για ύπνο, ξύπνησε δε με την παρουσία των αστυνομικών, οι οποίοι εισήλθαν σ' αυτό με την παρουσία Πταισματοδίκου. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά το χρόνο τέλεσης της παραπάνω αξιόποινης πράξης (ανθρωποκτονίας με πρόθεση) και λόγω χρήσης από αυτόν ναρκωτικών ουσιών είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του (κατηγορουμένου) διάκρισης του άδικου της ως άνω πράξης ή συμμόρφωσης με την αντίληψη του για το άδικο αυτής (άρθρο 36 ΠΚ) πρέπει, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη , καταλήγει , αφού λαμβάνει κυρίως υπόψη του τα παρακάτω γεγονότα, από τα οποία αβίαστα συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να αντιληφθεί και το άδικο της πράξης του και να συμμορφωθεί με την αντίληψη του για το άδικο αυτής και πιο συγκεκριμένα: 1) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απομάκρυνε μέσα στη νύχτα και χωρίς να γίνει αντιληπτός το θύμα από την οικία του, επιχειρώντας προφανώς με τον τρόπο αυτό , δεδομένου ότι το θύμα δεν περιλαμβάνονταν στον κύκλο των γνωριμιών του, να μην συνδεθεί ο θάνατος του με αυτόν (κατηγορούμενο),. Το ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος μετέφερε το θύμα με την μοτ/τα του από την οδό ... όπου διέμενε, στην οδό Κ. προκύπτει αβίαστα από το γεγονός ότι δίπλα από την μοτ/τα βρέθηκαν κηλίδες αίματος αλλά και από το γεγονός ότι η πόρτα του διαμερίσματος του κατηγορουμένου , όταν εισήλθαν οι Αστυνομικοί, ήταν κλειδωμένη από μέσα , το οποίο δεν θα συνέβαινε αν το θύμα είχε φύγει μόνο του . Τα ίχνη ή οι κηλίδες αίματος που υπήρχαν στο δρόμο και οδηγούσαν στην οικία του κατηγορουμένου λόγω του σκότους δεν ήταν ορατά, οπότε εύλογα ο κατηγορούμενος μπορούσε να πιστεύει ότι με τη μεταφορά του θύματος μακρυά της οικίας του η Αστυνομία δεν θα μπορούσε να οδηγηθεί σ' αυτόν. Το ότι δε επάνω στη μοτ/τα βρέθηκαν τα κλειδιά αυτής υποδηλώνει εκνευρισμό ή ταραχή του κατηγορουμένου , ενδεχομένως δε και σπουδή αυτού να εισέλθει στην οικία του όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να μην γίνει αντιληπτός από τους περιοίκους, που δικαιολογούνται μετά την τέλεση μίας τέτοιας πράξης , όχι όμως απαραίτητα μείωση της ικανότητας του προς καταλογισμό. 2) Το γεγονός ότι, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αμέσως πριν την πράξη ή κατά την τέλεση της βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών ή αλκοόλ. Αντίθετα προέκυψε ότι αυτός είχε τη διάθεση να έλθει και ήλθε σε σεξουαλική επαφή με γυναίκα , το οποίο δεν συμβαίνει όταν κάποιος βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών, ενώ λίγο πριν συναντήσει το θύμα ήταν ήρεμος, όπως το τελευταίο προκύπτει κυρίως από την μάρτυρα Κ. - Κ. Σ., η οποία, στην προανακριτική της κατάθεση, απόσπασμα της οποίας αναγνώστηκε στο παρόν Δικαστήριο και στην οποία (προανακριτική κατάθεση) πείθεται περισσότερο το Δικαστήριο ως πιο κοντά στα γεγονότα , ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έκατσε μία ώρα στο μαγαζί της, ότι ήπιε μία βότκα , ότι δεν της φάνηκε σε άσχημη κατάσταση ούτε ότι ήταν μεθυσμένος και ότι ήταν νηφάλιος. 3) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει επιλεκτική μνήμη , αφού σύμφωνα με την απολογία του στο πρωτοβάθμιο αλλά και στο παρόν Δικαστήριο θυμάται σχεδόν όλα τα άλλα εκτός από εκείνα τα στοιχεία που είναι κρίσιμα για την υπόθεση και επιβαρυντικά γι' αυτόν. Συγκεκριμένα θυμάται ότι βρήκε το θύμα στο δρόμο , ότι πήγαν στην οικία του, ότι ήλθαν σε σαρκική επαφή και πλήρωσε αμοιβή γι' αυτό , ότι το θύμα τον υποτίμησε κάποια στιγμή και διαπληκτίστηκαν, ότι πήρε το μαχαίρι που ήταν στην ντουλάπα για εκφοβισμό, ότι δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει και ότι έπεσε για ύπνο , δεν θυμάται όμως πώς το θύμα βρέθηκε κτυπημένο με την ξιφολόγχη του και πως, ενώ διαπληκτίζονταν στην οικία του, το θύμα βρέθηκε στην οδό Κ.. Βέβαια, ο πραγματογνώμονας Μ. Ε., ψυχίατρος-νευρολόγος, στην από 15-11-2010 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του , αφού εξέτασε τον κατηγορούμενο (τουλάχιστον 20 ημέρες μετά την πράξη) , καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτός (κατηγορούμενος) κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ( από ώρα 03.10' έως 05.15' της 17-9-2010) έπασχε από ψυχωτική διαταραχή οφειλόμενη στην μακροχρόνια χρήση ναρκωτικών ουσιών και ότι είχε μειωθεί ουσιωδώς η ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του αυτή . Ο εν λόγω όμως ψυχίατρος -νευρολόγος παραλείπει να αιτιολογήσει το συμπέρασμα του αυτό , στηριζόμενος στο ότι ο κατηγορούμενος είναι εξαρτημένος χρόνιος χρήστης ναρκωτικών ουσιών και στο ότι είχε νοσηλευτεί στο παρελθόν σε ψυχιατρική κλινική. Ο πραγματογνώμονας Ο. Γ. , ψυχίατρος , στην από 7-1-2012 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από "διαταραχή προσωπικότητας αντικοινωνικού τύπου με συνοδό χρόνια , βαριά και πολλαπλή χρήση ψυχοδραστικών ουσιών". Θεωρεί δε ότι στο χρόνο του συμβάντος θα πρέπει λόγω της εξάρτησης του από τα ναρκωτικά να τελούσε σε κατάσταση πλήρους έλλειψης της αντίληψης και της κρίσης και ότι διέπραξε το έγκλημα ενώ βρισκόταν σε κατάσταση ντελίριου. Το τελευταίο όμως προϋποθέτει τη λήψη ναρκωτικής ουσίας , το οποίο όμως δεν μπορεί να βεβαιώσει , δεδομένου ότι τον κατηγορούμενο εξέτασε μετά την πάροδο μηνός περίπου από το έγκλημα. Το ότι δε ο κατηγορούμενος ήταν εξαρτημένος από τις ναρκωτικές ουσίες δεν σημαίνει και ότι αυτός συνεχώς βρισκόταν σε κατάσταση μειωμένου καταλογισμού. Το τελευταίο δε ενισχύεται και από το γεγονός ότι το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα είχε πάει διακοπές με τη μνηστή του και τον πατέρα του , ενώ μία ημέρα πριν το έγκλημα είχε πάει και στο νυχτερινό σχολείο, όπου επρόκειτο να φοιτήσει, σε μία προσπάθεια να βελτιώσει τη ζωή του. Επίσης , σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της μάρτυρος Μ. Μ., η οποία διαμένει " δίπλα από το σπίτι που έγινε το συμβάν", η συμπεριφορά του κατηγορουμένου τις 2-3 φορές που τον είδε "ήταν νορμάλ" και δεν έδινε την εντύπωση ανθρώπου που κάνει χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών. Ο προαναφερόμενος μάρτυρας Ο. Γ., και στην ένορκη κατάθεση του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αν και δεν θεωρεί τον κατηγορούμενο ψυχωτικό, πιστεύει ότι αυτός διέπραξε το έγκλημα σε κατάσταση ντελίριου, στην οποία είχε περιέλθει λόγω συνδυασμένης χρήσης ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ, το οποίο διήρκεσε 3 ώρες και κατά τη διάρκεια του οποίου δεν είχε καμία κρίση ούτε αντίληψη χώρου και χρόνου. Ο μάρτυρας όμως αυτός δεν εξηγεί πως ένα τέτοιο άτομο που δεν είχε αντίληψη του χώρου και του χρόνου συνευρέθηκε ερωτικά με το θύμα, διαπληκτίστηκε μαζί του, βρήκε την ξιφολόγχη και το τραυμάτισε θανάσιμα και στη συνέχεια οδήγησε μοτ/τα με την οποία το μετέφερε μακρυά από την οικία του, ενώ όπως ο ίδιος δέχεται στην κατάθεση του σε κατάσταση ντελίριου δεν μπορεί κάποιος να οδηγήσει . Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, όταν επέστρεψε στην οικία του, μετά την πράξη του και τη μεταφορά του θύματος μακρυά αυτής , δεν φρόντισε να εξαφανίσει τις κηλίδες αίματος που υπήρχαν αλλά κοιμήθηκε δεν αποκλείει τη χρήση από αυτόν ναρκωτικών ουσιών κατά την επιστροφή του και αφού είχε , όπως πίστευε, φροντίσει να αποκλείσει τη δυνατότητα σύνδεσης του θανάτου της E. ή E. J. ή M. A. ή O. με αυτόν. Ο ιατροδικαστής Δ. Μ. στην από 17-8-2005 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του και ο ψυχίατρος Γ. Δ. στις από 30-1-2006 και 7-12-2005 εκθέσεις του ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης περιορίζονται απλώς να αναφέρουν ότι ο κατηγορούμενος είναι εξαρτημένος από ναρκωτικά. Με βάση όσα προεκτέθηκαν , ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και να απορριφθεί κατά πλειοψηφία ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος ήταν μειωμένου καταλογισμού κατ' άρθρο 36 ΠΚ. Πρέπει δε να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός περί μειωμένου καταλογισμού ερευνάται ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η πράξη τελέστηκε από τον δράστη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (ΑΠ 1498/2007 ΝΟΜΟΣ)". Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη ή του, την κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με μαχαίρι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο κατά τη λήψη της αποφάσεως όσο και κατά την τέλεση της πράξης, απορρίπτοντας τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαττωμένης ικανότητος προς καταλογισμό. Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο, εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σε σχέση με τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό περί ελαττωμένης ικανότητος προς καταλογισμό του άρθρου 36ΠΚκαι την απόρριψη του από το Δικαστήριο είναι αβάσιμες διότι με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες το Δικαστήριο, ανενδοιάστως και λαμβάνοντας υπόψη και αξιολογώντας όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει στο προοίμιο του σκεπτικού και χωρίς η έξαρση αλλά και η συγκριτική και αξιολογική συσχέτιση αυτών (αποδεικτικών μέσων) όπου κατά την ανέλεγκτη κρίση του κρίνεται αναγκαία να σημαίνει ότι δεν αξιολόγησε και δεν έλαβε υπόψη του τα μη συγκριμένα και αξιολογημένα ειδικώς, απέρριψε ως αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαττωμένης ικανότητας του προς καταλογισμό, λόγω ψυχωτικής διαταραχής εκ της χρόνιας χρήσεως ναρκωτικών ουσιών συνεπεία του οποίου είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων του. Αιτιολογεί μάλιστα με ειδικότερα επιχειρήματα , τα οποία αντλεί από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, την αντίθετη δικαστική του κρίση προς την α) από 15-11-2010 έκθεση Ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του Πραγματογνώμονα Μ. Έ. η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έπασχε από ψυχωτική διαταραχή οφειλόμενη στην μακροχρόνια χρήση ναρκωτικών ουσιών και ότι είχε μειωθεί ουσιωδώς η ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων του και να ενεργήσει σύμφωνα με τη αντίληψη του αυτή β) από 7-1-2012 έκθεση Ψυχιατρικής Πραγματογνωμοσύνης του Πραγματογνώμονα Ψυχιάτρου Ο. Γ., Ψυχιάτρου, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από διαταραχή προσωπικότητας αντικοινωνικού τύπου με συνοδό χρόνια , βαριά και πολλαπλή χρήση ψυχοδραστικών ουσιών και θεωρεί ότι στο χρόνο του συμβάντος θα πρέπει να τελούσε σε κατάσταση πλήρους έλλειψης της αντίληψης και της κρίσης και ότι διέπραξε το έγκλημα ενώ βρισκόταν σε κατάσταση ντελίριου σε συνδυασμοί) γ) από 17-8-2005 έκθεση Ιατροδικαστικής Πραγματογνωμοσύνης του Δ. Μ. και δ) από 30-1-2006 και 7-12-2005 πραγματογνωμοσύνες του Ψυχιάτρου Γ. Δ., οι οποίες περιορίζονται απλώς να αναφέρουν ότι ο κατηγορούμενος είναι εξαρτημένος από ναρκωτικά. Περαιτέρω στην προκειμένη περίπτωση από την αναφορά, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων τα αναγνωσθέντα έγγραφα, οι ιατροδικαστικές, ιατρικές εκθέσεις και γνωματεύσεις και η απολογία του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Γ. Κ., και υπερασπίσεως Β. Π. και Ε. Δ. , καθώς και την από 20-9-2010 βεβαίωση του Ψυχιατρικού νοσοκομείου Αττικής ως και την από 24-9-2010 Ιατρική Βεβαίωση της ψυχιατρικής Κλινικής …περί της οποίας γίνεται ειδική μνεία στο σκεπτικό, τα οποία και συνεκτίμησε και αξιολόγησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας η χωριστή αξιολόγηση και η συγκριτική και αξιολογική συσχέτιση αυτών, κάτι που έπραξε κατά την αναιρετικώς ανέλεκτη κρίση του σε σχέση με την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας στο πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο Κ. -Κ. Σ., και την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας και υπερασπίσεως στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Μ. Μ. και Ο. Γ., αντίστοιχα. Ενώ οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί αντιθέσεως του πορίσματος των άνω βεβαιώσεων και των καταθέσεων με τις ουσιαστικές παραδοχές, περί παραβιάσεως των κανόνων της κοινής εμπειρίας και λογικής , περί ενδοιαστικής και ασαφούς παραδοχής , περί παραβιάσεως των κοινών κανόνων της Ψυχιατρικής Επιστήμης και περί αγνοήσεως του αυτοτελούς ισχυρισμού και της εντεύθεν βαρείας προσβολής του δικαιώματος του ακροάσεως, ως κατηγορουμένου, σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες . Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της ένδικης αιτήσεως, και των προσθέτων λόγων καθώς και ο εκ του άρθρου 510 παρ 1 στοιχ Β και 170 παρ2 ΚΠΔ πρόσθετος λόγος με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα προς τα ανωτέρω. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως ή πρόσθετου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Δεκεμβρίου 2012 αίτηση και τους από 6-9-2013 πρόσθετους λόγους του Χ. Κ., περί αναιρέσεως της 457,458/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις .5 Νοεμβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 8 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ