Αριθμός 262/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της αρχικά εναγομένης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Παπαθέου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γκεσούλη και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3825/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1874/2016 μη οριστική και 821/2021 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2021 αίτησή της και τους από 5/12/2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπόκειται προς κρίση η από 21-7-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 821/2021 τελεσίδικης απόφασης του Tριμελούς Εφετείου Θεσ/κης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 9-4-2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 3825/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, η οποία είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την από 14-9-2012 αγωγή της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, και υποχρέωσε την πρώτη να της καταβάλει το ποσό των 16.167.452 ευρώ με το νόμιμο τόκο ως αποζημίωση απαλλοτρίωσης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως και το από 5-12-2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων (άρθρο 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστούν το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξ άλλου, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010). Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009). Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως. Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν.2882/2001), ως ίσχυαν κατά το χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατ'έφεση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθ'ού η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του λόγω της δέσμευσης που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του. Έτσι, αποβλέποντας στο συμφέρον του καθ'ού η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτρίωσης που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενόμενη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημίωσης, ο καθ' ού η απαλλοτρίωση υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης. Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθ'ού η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής (ΑΠ 1132/2003). Επίσης, με την 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ, που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου Επικρατείας (αριθ. 3689/2009), έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ'ού η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως προθεσμίας του ενάμιση έτους ερμηνεύοντας στενώς, λόγω της απόλυτης διατυπώσεως της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι σε περίπτωση μη καταβολής της αποζημιώσεως εντός της προβλεπομένης σε αυτήν προθεσμίας του ενάμισι έτους, "η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως", την, κατ` εξαίρεση της συνταγματικής διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 17, θεσπιζομένη με την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν.δ/τος 797/1971 ρύθμιση - η οποία, άλλωστε, δεν επαναλήφθηκε με τον κυρωθέντα με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΦΕΚ Α' 17), υπό την έννοια ότι η αυτοδικαίως επερχομένη άρση της απαλλοτριώσεως, λόγω μη συντελέσεώς της εντός ενάμισι έτους από την δημοσίευση της αποφάσεως περί προσωρινού καθορισμού της αποζημιώσεως ή, σε περίπτωση απ` ευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, από την δημοσίευση της σχετικής δικαστικής αποφάσεως, θεωρείται μη γενομένη μόνον στην περίπτωση που ο καθ` ου η απαλλοτρίωση υποβάλει έγγραφη δήλωση στο Υπουργείο Οικονομικών ότι επιθυμεί την διατήρηση της απαλλοτριώσεως εντός έτους από την πάροδο της ανωτέρω τασσομένης για την συντέλεσή της προθεσμίας του ενάμισι έτους. Και τούτο διότι μόνον από την υποβολή της δηλώσεως αυτής συνάγεται σαφώς και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες, τόσο για τον καθ'ου όσο και για τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, η βούληση του πρώτου, ο οποίος δικαιούται να ζητήσει και τη βεβαίωση περί της αυτοδικαίας άρσης της, για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, ώστε να αίρεται, για λόγους ασφαλείας του δικαίου, κάθε αμφιβολία ως προς την νομική κατάσταση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Στη συνέχεια ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης. Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης. Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας". Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 3α εδάφ. στ' και ζ' του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 (27.10.2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι τις 31.12.2012. Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ως άνω ρύθμισης καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης (που κατά τα ανωτέρω ήρθη αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης, δ) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον άνευ άλλου δεκτό, αλλά υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, αποφασίζει επ' αυτού κυριαρχικά. Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική κατάταξη της διάταξης αυτής, η οποία αποτελεί μερικότερη ρύθμιση του ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012- 2015" και έχει ενταχθεί στις διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012- 2015, που ψηφίστηκε με το ν. 3985/2011 και εξειδικεύθηκε με τις διατάξεις των ν. 3986/2011 και ν. 4002/2011. Η ένταξη της νέας ρυθμίσεως στο ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής συναρτάται αναγκαίως με τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας και την προώθηση των στόχων του μεσοπρόθεσμου πλαισίου για ώθηση στην ελληνική οικονομία και πάντως για μη περαιτέρω μεγέθυνση των ελλειμμάτων της. Γι' αυτό και η απόφαση της διοίκησης για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, κατ' εφαρμογή της νέας διατάξεως, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα αλλά ρητά αφέθηκε στη διακριτική της ευχέρεια με βάση το δημόσιο συμφέρον και τη σκοπιμότητα του έργου στα πλαίσια πάντοτε της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων του μεσοπρόθεσμου πλαισίου. Επομένως, σε αντίθεση με το προ του άρθρου 39 παρ. 3α ν.4024/2011 καθεστώς, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από το θιγόμενο ιδιοκτήτη δήλωσης για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτρίωσης, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, και ε) αν το αίτημα του καθού η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη) ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημίωσης) τόκων υπερημερίας. Η υποβολή της ως άνω δήλωσης απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξης για ανάκληση της απαλλοτρίωσης, η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (ΟΛ. ΑΠ. 7/2007). Η αυτοδίκαιη ως άνω ανάκληση της απαλλοτρίωσης, αποβλέπουσα αποκλειστικώς στο συμφέρον του καθ'ού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει σε βάρος του η κηρυχθείσα σε βάρος του απαλλοτρίωση, επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δέσμευσης της ιδιοκτησίας του μπορεί από αυτόν και μόνον να προταθεί, όχι δε και από τον υπέρ ού η απαλλοτρίωση. Κατά συνέπειαν η προθεσμία αυτή ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικώς ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρέλευσής της επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για το δικαιούχο, που όχι μόνον δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδίκασης της εν λόγω αποζημίωσης ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη της καθορισθείσης αποζημίωσης. Περαιτέρω, με την παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 2882/2001 ορίζονται τα εξής: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση ανακαλείται υποχρεωτικά με πράξη της αρχής η οποία την έχει κηρύξει, ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου που πιθανολογεί εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, εάν μέσα σε τέσσερα έτη από την κήρυξή της δεν ασκηθεί αίτηση για το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης ή δεν καθορισθεί αυτή εξωδίκως. Η αίτηση είναι απαράδεκτη εάν ασκηθεί μετά την πάροδο έτους από την παρέλευση της τετραετίας αυτής, σε κάθε δε περίπτωση μετά τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού της αποζημίωσης. Η πράξη ανάκλησης της απαλλοτρίωσης εκδίδεται μέσα σε τέσσερις μήνες από την υποβολή της σχετικής αίτησης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Εξ' άλλου, η παρ. 4 του ίδιου άρθρου 11 του Ν. 2882/2001 ορίζει τα εξής: "Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1990), πλην του άρθρου 66 αυτού. Στη δίκη καλείται ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και το Δημόσιο. Η εκδιδόμενη απόφαση είναι ανέκκλητη." Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν προς το συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση, για να μην παραμένει για πολύ χρόνο εκκρεμής η απαλλοτρίωση και να μην υφίσταται βλάβη από την μακρόχρονη δέσμευση της περιουσίας του. Άρα, η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση του δεκαοκταμήνου για την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης και η άκαρπη παρέλευση της τετραετίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης, δεν λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να προβάλλονται από τον καθ' ου η απαλλοτρίωση (Ολ.ΑΠ 7/2007), ενώ ο υπέρ ου και ο υπόχρεος για τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης δεν μπορούν να προβάλλουν την ανωτέρω αυτοδίκαιη ανάκλησή της. Από τον συσχετισμό και την αντιπαραβολή των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτουν και τα ακόλουθα: α) Αυτοδίκαιη ανάκληση, όπως ορίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, θεωρείται αυτή που επέρχεται αυτοδικαίως, δηλαδή άμεσα από το νόμο (ipso jure) με την πλήρωση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων. Η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά πρέπει να προβληθεί από τον καθ' ου η απαλλοτρίωση, διότι μόνο προς το συμφέρον αυτού έχει θεσπιστεί από το Σύνταγμα. Ο υπόχρεος καταβολής της αποζημίωσης δεν δύναται να ανατρέπει την υποχρέωσή του με την άρνησή του να καταβάλει την δικαστικώς ορισμένη αποζημίωση, επικαλούμενος ατελέσφορα αδυναμία εξεύρεσης απαραίτητων πιστώσεων, όταν μάλιστα το δημόσιο, ως υπόχρεο, έχει καταλάβει τα ακίνητα και έχει αρχίσει την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, πολύ δε περισσότερο όταν έχει εκτελέσει το έργο, β) Υπό την ισχύ της νέας ρύθμισης του άρθρου 39 παρ. 3α' του Ν. 4024/2011 εξυπηρετούνται τα συμφέροντα τόσο των καθ' ων η απαλλοτρίωση ιδιοκτητών, γιατί παύει να είναι μετέωρη και εκκρεμής η απαλλοτριωθείσα και δεσμευθείσα ιδιοκτησία τους, όσο και του υπέρ ου η απαλλοτρίωση δημοσίου ή άλλου φορέα δημοσίου, γιατί αποφεύγεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης και η καταβολή τόκων υπερημερίας, αλλά και το πρόσθετο οικονομικό κόστος εξαιτίας της επανακήρυξης της απαλλοτρίωσης και του καθορισμού αυξημένων κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, λόγω του μεταγενέστερου χρόνου υπολογισμού, νέων τιμών μονάδος, γ) Υπό την αποκρουόμενη εκδοχή ότι: Α) Αν παρέλθει άπρακτη η προαναφερθείσα προθεσμία του ενός έτους ή απορριφθεί η αίτηση του δικαιούχου της αποζημίωσης, οριστικοποιείται η άρση της απαλλοτρίωσης και δεν γεννώνται πλέον δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτήν και Β) Ότι την άρση της απαλλοτρίωσης δεν μπορεί να επικαλεστεί μόνο ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, εφόσον το απαλλοτριωθέν ακίνητο έχει καταληφθεί και κατέχεται από το φορέα εκτέλεσης του έργου, ο κύριος του ακινήτου νομιμοποιείται πλέον αναγκαίως να στραφεί κατά του ίδιου φορέα δικαστικά και να ζητήσει αποζημίωση τόσο για την αξία του ακινήτου όσο και για τις συνακόλουθες ζημιογόνες συνέπειες από την στέρηση απόλαυσης του (ακινήτου) κατά τον ενδιάμεσο χρόνο από την κατάληψή του, τελικά δεν επιτυγχάνεται οποιοσδήποτε επωφελής δημοσιονομικός στόχος υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, δ) Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 39 παρ. 3α' του Ν. 4024/2011 παρέχεται η δυνατότητα αναδρομικής ισχύος της ρύθμισης σε περιπτώσεις που έχουν αρθεί αυτοδίκαια και έχουν κηρυχθεί με τις διατάξεις του Ν. 2882/2001, μέχρι την έναρξη της ισχύος του (27-10-2011), προκειμένου να αντιμετωπιστούν αρκετές περιπτώσεις αυτοδίκαιης άρσης που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια λόγω αδυναμίας εξεύρεσης των απαραίτητων πιστώσεων και ενώ το δημόσιο έχει καταλάβει τα ακίνητα και έχει αρχίσει η εκτέλεση των έργων. Στην περίπτωση αυτή οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι την 31-12-2012, ε) Με το άρθρο 131 του Ν. 4070/2012 προστέθηκε η παράγραφος 10. του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ' ού η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης. Σύμφωνα, όμως, με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012, προσδιορίζεται ποιές από τις νέες διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (10-4-2012) (παρ. 1) και ποιες εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ. 2). Στις τελευταίες δε αυτές διατάξεις δεν αναφέρεται ρητά το τροποποιηθέν άρθρο 20 του Ν. 2882/2001. Με βάση την γενικευμένη παραδοχή ότι η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης εξυπηρετεί μόνον το συμφέρον του καθ' ου, γίνεται τελικά δεκτό ότι μόνον από αυτόν μπορεί να προταθεί η αυτοδίκαιη άρση της, όχι δε και από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή από τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 12/2018, ΑΠ 209/2020, 868/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής : "Με την 1045770/3402/Δ0010/15-6-2006 κοινή απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που δημοσιεύθηκε νόμιμα το ΦΕΚ Δ 589/12.7.2006 και καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο ..., όπως νόμιμα διορθώθηκε, κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνες της άλλοτε ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", καθολική διάδοχος της οποίας, από 22.11.2013, είναι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και δη για την ανέγερση διδακτηρίου του 1ου Λυκείου του Δήμου ... του νομού Θεσσαλονίκης του σ' αυτήν και στα κτηματολογικά διαγράμματα που την συνοδεύουν περιγραφόμενου ακίνητου, έκτασης 5.774,09 τμ. Ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.". Με την 37476/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίσθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και μετά από συνεκδικασθείσες αιτήσεις των ανωτέρω νομικών προσώπων, που δικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για το έδαφος του απαλλοτριούμενου ακινήτου στο ποσό των 2.800 ευρώ ανά τμ, χωρίς να οριστεί τιμή μονάδας αποζημίωσης για το επί του ακινήτου επικείμενο, επειδή κρίθηκε ότι έχει μηδενική αξία, ενώ η ιδιοκτήτρια εταιρεία αναγνωρίστηκε και δικαιούχος της αποζημίωσης και επιβλήθηκε σε βάρος της υπόχρεης προς αποζημίωση, υπέρ ης η απαλλοτρίωση, η δικαστική δαπάνη της πρώτης και η αμοιβή του πληρεξούσιου της δικηγόρου Ν. Π.. Ακολούθως, αφού οι ανωτέρω εταιρείες, υπέρ ης η απαλλοτρίωση και καθ' ης η απαλλοτρίωση, άσκησαν εμπρόθεσμες αιτήσεις για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εκδόθηκε, επίσης αντιμωλία αυτών, η 844/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μη προσβληθείσα, παρά την επίδοση της, με το επιτρεπόμενο μέσο της αναίρεσης. Με την εν λόγω απόφαση καθορίστηκε, αμετάκλητα πλέον, η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το έδαφος του απαλλοτριούμενου ακινήτου στο ίδιο ποσό των 2.800 ευρώ ανά τμ, χωρίς πάλι να οριστεί τιμή μονάδας αποζημίωσης για το επί του ακινήτου επικείμενοί για την ίδια αιτία, και επιβλήθηκε σε βάρος της υπόχρεης προς αποζημίωση, υπέρ ης η απαλλοτρίωση, ενιαία πλέον τόσο για τη δίκη του προσωρινού όσο και για τη δίκη του οριστικού προσδιορισμού, η δικαστική δαπάνη της δικαιούχου εταιρίας και η αμοιβή του αυτού πληρεξουσίου της δικηγόρου. Έτσι, το συνολικό ποσό των (5.774,09 τμ η επιφάνεια του ακινήτου Χ 2880 ευρώ η τιμή μονάδας) 16.167.452 ευρώ. Η 37476/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δημοσιεύθηκε τις 29.12.2010 και η τασσόμενη 18μηνη προθεσμία, εντός της οποίας όφειλε η υπόχρεη εταιρεία να καταβάλει στην δικαιούχο εταιρεία ή να παρακαταθέσει υπέρ αυτής την δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, έληγε στις 29.6.2012, χωρίς όμως η υπόχρεη να εκπληρώσει την εκ του νόμου υποχρέωσή της. Περαιτέρω, η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή δεν εξέδωσε εντός τετραμήνου από την ανωτέρω ημερομηνία πράξη που να βεβαιώνει την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, ενώ η ενάγουσα- δικαιούχος υπέβαλε στις 2-7-2012, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας του ενός έτους από την 29-12-2012, προς την εκδούσα την απαλλοτριωτική απόφαση αρχή, δηλαδή προς τους Υπουργούς Οικονομικών και Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, αίτηση - δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της δικαστικά καθορισθείσας αποζημίωσης και, ακολούθως, άσκησε, ως δικαιούχος της αποζημίωσης, όπως άλλωστε, είχε αναγνωριστεί δικαστικά, ως κύρια του απαλλοτριωμένου ακινήτου, την ένδικη καταψηφιστική αγωγή της για την επιδίκαση σε αυτούς της εν λόγω αποζημίωσης. Η καθολική διάδοχος της αρχικής εναγόμενης και ήδη εκκαλούσα, με τον κατ' ουσίαν ένα λόγο της έφεσής της, υποστηρίζει, επαναλαμβάνοντας αντίστοιχο ισχυρισμό που και πρωτοδίκως είχε προβάλει η δικαιοπάροχός της, ότι δεν υφίσταται υποχρέωσή της να καταβάλλει την δικαστικώς καθορισθείσα αποζημίωση από την ένδικη απαλλοτρίωση, γιατί αυτή κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παρ.3 του Ν 2882/2001, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 παρ. 3α του Ν 4024/2011, έχει αυτοδικαίως αρθεί, επειδή η ίδια δεν κατέβαλε την αποζημίωση εντός της τασσόμενης από την διάταξη αυτή αλλά και από την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 17 του Συντάγματος 18μηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση, στις 29-12-2010, της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί του προσωρινού προσδιορισμού... Όμως η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης λόγω άπρακτης παρέλευσης της επίμαχης προθεσμίας των 18 μηνών, αποβλέπουσα μόνο στο συμφέρον της εφεσίβλητης, ως δικαιούχου της αποζημίωσης και καθ'ης η απαλλοτρίωση, μπορεί να προταθεί μόνο από αυτήν και όχι (και) από την εκκαλούσα εταιρεία, αφού αυτή είναι υπόχρεη της αποζημίωσης, ως υπέρ ης η απαλλοτρίωση. Συνακόλουθα, η τελευταία δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό με αποτέλεσμα αυτός να αποβαίνει απαράδεκτος. Η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να βρει νομικό έρεισμα ούτε στην παράγραφο 10 του άρθρου 20 του Ν. 2882/200- ΚΑΑΑ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 131 του Ν. 4070/2012, που ισχύει από 10.4.2012, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως κατ' εφαρμογή της παρ. 1 το άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθού η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης. Και τούτο διότι ...με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012, η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, όπως η ένδικη που κηρύχθηκε ήδη από το 2006 με την προαναφερθείσα 1045770/3402/Δ0010/15-6-2006 κοινή απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων...Περαιτέρω, η εκκαλούσα ισχυρίζεται διά των προτάσεών της, προς επίρρωση της αιτίασής της, ότι ενόψει της αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης, έχει απορριφθεί το ανωτέρω αίτημα της αντιδίκου της με την από 1-8-2014 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, έχει ληφθεί η από 25-9-2014 απόφαση επίσης του Διοικητικού της Συμβουλίου περί υποβολής πρότασης στους ανωτέρω Υπουργούς για την έκδοση απόφασης περί αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης, αίτημα που επανέλαβε ο Διευθύνων Σύμβουλός της με το ... έγγραφό του, έχει καταγγελθεί, με την από 26-11-2015 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, η από 1-3-2004 προγραμματική σύμβαση που είχε υπογραφεί μεταξύ της δικαιοπαρόχου της "...." και του Δήμου ..., λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της, ενώ, τέλος, έχει εκδοθεί η με αριθμό ΔΔΠ0019285/1147ΒΕΞ2017/1.12.2017 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού Υποδομών και Μεταφορών (ΦΕΚ ΑΑΠ 283/6.12.2017) περί βεβαίωσης της αυτοδίκαιης άρσης της ένδικης απαλλοτρίωσης. Αφού, όμως, η εναγομένη- υπέρ ης απαλλοτρίωση δεν μπορεί παραδεκτώς να προτείνει την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, είναι νομικά αδιάφορο αν το σχετικό από 2.7.2012 αίτημα της αντιδίκου της για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης έγινε αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση ή αν αυτή εξέδωσε βεβαιωτική πράξη για την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης (ΑΠ 1630/2018), οπότε ουδεμία έννομη επίδραση έχουν την παρούσα δίκη οι ανωτέρω ενέργειες που άπασες έλαβαν χώρα μετά τη διεξαγωγή της δίκης του οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης, που κινήθηκε μάλιστα και με την υποβολή δικής της αίτησης (όχι μόνο της αίτησης της δικαιούχου), μετά τη δημοσίευση στις 27-4-2012 της σχετικής 844/2012 απόφαση, αλλά και πολύ μεταγενέστερα της παρέλευσης της 18μηνης προθεσμίας". Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την προαναφερθείσα έφεση της εκκαλούσας ως ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι μόνον η καθ' ης η απαλλοτρίωση νομιμοποιείται να προτείνει την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας των 18 μηνών, αποβλέπουσα μόνο στο συμφέρον της εφεσίβλητης, η οποία υπέβαλε ωστόσο κατά τα προαναφερθέντα νόμιμη και εμπρόθεσμη δήλωση για τη διατήρηση των συνεπειών της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, και όχι και η υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν έχει ή όχι καταληφθεί το απαλλοτριωθέν ακίνητο από την τελευταία, όπως και ανεξάρτητα από το εάν μεταγενέστερα έχει αρθεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση με ενέργειες της υπόχρεης προς αποζημίωσης, καθώς και ότι η προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 20 του ν. 2882/2000, όπως προστέθηκε με το άρθρο 131 του ν. 4070/2012, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως κατ' εφαρμογή της παρ. 1 το άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθού η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης, δεν εφαρμόζεται στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, όπως η ένδικη που κηρύχθηκε ήδη από το 2006 με την προαναφερθείσα 1045770/3402/Δ0010/15-6-2006 κοινή απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις, από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους, από τους αρ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι ουσία αβάσιμα και απορριπτέα. Συνεπώς, αφού απορριφθούν α) ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίον η αναιρεσείουσα προσάπτει σφάλμα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς την επιδίκαση τόκων επί του κεφαλαίου της προαναφερθείσας απαίτησης, κατά παράβαση της παρ. 3α του άρθρου 39 ν. 4024/2011, που ορίζει ότι όταν γίνει δεκτό το αίτημα του θιγόμενου ιδιοκτήτη για τη διατήρηση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης από την αρμόδια αρχή καταβάλλεται η δικαστικώς καθορισθείσα αποζημίωση ατόκως, ως απαράδεκτος αφενός λόγω αντίφασης, διότι δεν προβάλλεται ο λόγος αυτός επικουρικά, εφόσον η αναιρεσείουσα διατείνεται, κατά τα προαναφερθέντα, ότι έχει ανακληθεί η επίδικη απαλλοτρίωση και αφετέρου διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, της υπ' αριθμ. 3825/2014 πρωτόδικης απόφασης και της από 9-4-2014 έφεσης, το ζήτημα των τόκων δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ (ΑΠ 579/2018). Για τον τελευταίο δε λόγο πρέπει να απορριφθεί και η άλλη αιτίαση του τέταρτου λόγου αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς ύψος 6% του επιδικασθέντος τόκου, στον οποίο διηγηματικώς και μόνον αναφέρθηκε το Εφετείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, με τον πρόσθετο λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε κατά παράβαση του ν. ΓΠΟΗ/1912 ότι δεν έπρεπε να καταβληθεί το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου, παρά το ότι η επίδικη αγωγή είναι καταψηφιστική. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι βασίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, και επί πλέον αφορά σε διάταξη της προαναφερθείσας πρωτόβαθμης απόφασης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, η οποία δεν προσβάλλεται με την ένδικη αναίρεση. Ταύτα ανεξάρτητα της μη βασιμότητάς του διότι αφενός κατά τα άρθρα 17 παρ. 4 εδαφ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος η αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν υπόκειται σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος, και ο συνταγματικός νομοθέτης, στα πλαίσια της προστασίας της ιδιοκτησίας, απέβλεψε στην αποτροπή της φαλκίδευσης της καταβλητέας πλήρους αποζημίωσης, αφετέρου διότι οι διατάξεις περί δικαστικού ενσήμου είναι δικονομικού δικαίου και δεν ελέγχονται με τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 367/2018, 1763/2012). Συνεπώς πρέπει η ένδικη αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής να απορριφθούν στο σύνολο τους. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τα άρθρα 179 εδ. α, 183 ΚΠολΔ, λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-7-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 821/2021 τελεσίδικης απόφασης του τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης και τον από 5-12-2022 πρόσθετο λόγο αυτής. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ