Αριθμός 906/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Β., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Κόλια και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 167/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5117/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/11/2010 αίτησή του και τους από 17/10/2011 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 15/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α) την παραδοχή των δευτέρου, τρίτου (μόνο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), τετάρτου, πέμπτου και έκτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, β) την παραδοχή των τρίτου (κατά το πρώτο μέρος του), τετάρτου και πέμπτου λόγων του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και γ) την απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως, κυρίων και προσθέτων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ'αριθμ. .../30-5-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών … , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου της 14-2-2012 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, με κλήση να παραστεί κατ' αυτήν. Ο τελευταίος, κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο (εκ της αρχικής δικασίμου της 14-2-2012), για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή του (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβηκε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Εν προκειμένω, ο ενάγων - αναιρεσείων, δικηγόρος Αθηνών, με την από 13-10-2006 ένδικη αγωγή του όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), εξέθεσε ότι η εναγόµενη (στη θέση της οποίας συνεχίζει τη δίκη ως καθολικός της διάδοχος ο αναιρεσίβλητος) τον Φεβρουάριο του έτους 1992 του έδωσε την εντολή, µετά την ένταξη στο σχέδιο πόλης ακινήτου της 12 στρεµµάτων στο ... να προβεί σε όλες τις απαραίτητες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την τακτοποίηση της ιδιοκτησίας της και δηµιουργία αρτίων οικοπέδων και ότι συµφώνησαν για όλες τις ενέργειές του να του καταβάλει τα έξοδα και για αµοιβή να του µεταβιβάσει ένα οικόπεδο 400 τ.µ. ή να του καταβάλει την αξία του. Ότι πέραν της εντολής αυτής του ανέθεσε να ασκήσει τις αναφερόµενες στην αγωγή τέσσερις αγωγές κατά των αδελφών της ή των κληρονόµων τους, για να αναγνωρισθεί ότι η εντολέας του είχε καταστεί κυρία των μεριδίων των αδελφών της επί του ανωτέρω ακινήτου. Ότι σε εκτέλεση των εντολών αυτών προέβη στις αναφερόµενες αναλυτικά στην αγωγή ενέργειες και ότι τον Οκτώβριο του 2001 η εναγόµενη ανακάλεσε την δοθείσα σ' αυτόν εντολή. Ζήτησε δε με την αγωγή, όπως το αίτηµά της παραδεκτά περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόµενη του οφείλει: α) 2.573,37 ευρώ για έξοδα, β) 205.717,83 ευρώ για αµοιβές και γ) 107.605,23 ευρώ για τόκους άνω του έτους, του χρονικού διαστήματος 1/11/2001 έως 13/10/2006 (σύνταξη αγωγής) και συνολικά 315.896,43 ευρώ µε το νόµιµο τόκο από την εποµένη της επιδόσεως της αγωγής. Ειδικότερα, με την αγωγή ο αναιρεσείων, ζήτησε , εκτός των άλλων, να του επιδικαστούν τόκοι από χρονικό σημείο προγενέστερο της επίδοσης της αγωγής, ισχυριζόμενος ότι είχε οχλήσει την εναγομένη προ της 1-11-2011 για καταβολή της οφειλής της και ότι κατά τη συμφωνία τους όφειλε η εναγομένη να πληρώσει την αμοιβή και τα έξοδά του το αργότερο ως το τέλος της τακτοποίησης της ιδιοκτησίας της και σε κάθε περίπτωση μέχρι την ανάκληση της προς αυτόν εντολής της που έγινε εντός του Οκτωβρίου 2001, οπότε κατέστη απαιτητή η αμοιβή του μαζί με τα έξοδα. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι "το αίτημα της αγωγής περί καταβολής 107.605,23 ευρώ για τόκους κατ' ανατοκισμό του χρονικού διαστήματος από 1-11-2011 έως 13-10-2006 είναι μη νόμιμο και απορριπτέο, εφόσον ο ενάγων δεν επικαλείται ότι υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ούτε έχει ασκηθεί ξεχωριστή αγωγή, εφόσον δεν αρκεί ούτε εξώδικη όχληση, διότι απαιτείται η προηγούμενη έγερση αγωγής, αλλά ασκείται με την ένδικη αγωγή για την κυρία απαίτηση και επομένως οι τόκοι αυτοί δεν είναι δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340, 341 και 345 ΑΚ οι οποίες ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, αφού ο αναιρεσείων με την αγωγή του επικαλέστηκε ληξιπρόθεσμη παροχή της εναγομένης και υπερημερία αυτής σε χρόνο προγενέστερο της αγωγής, στοιχεία που του παρείχαν το δικαίωμα να ζητήσει τόκους υπερημερίας για τις επικαλούμενες χρηματικές του απαιτήσεις. Επομένως, το Εφετείο, με το να μη εφαρμόσει τις πιο πάνω διατάξεις, αλλά τη μη εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 296 ΑΚ, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 671 παρ. ΚΠολΔ "Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Οι μάρτυρες εξετάζονται κατά τη δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να ορίσει κατά τη δικάσιμο, αν το κρίνει αναγκαίο, άλλη ημέρα και ώρα για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιόν του, με προφορική ανακοίνωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά, χωρίς να απαιτείται κλήση των διαδίκων και των μαρτύρων να εμφανιστούν κατά την εξέταση. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ), οι μαρτυρίες τρίτων δίδονται είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες. Δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη χωρίς να τηρηθούν οι άνω δικονομικές διατάξεις, δεν λαμβάνονται υπόψη (ΑΠ 635/08). Εξάλλου ο από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, όπως είναι και οι βεβαιώσεις τρίτων μαρτύρων που έγιναν για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως και τον τρίτο πρόσθετο λόγο (πρώτο μέρος) ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει, έλαβε υπόψη, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίσθηκε συμφωνία για μεταβίβαση οικοπέδου ή καταβολή της αξίας αυτού ως αμοιβής του αναιρεσείοντος για τις παραχθείσες υπηρεσίες του ως δικηγόρου, και την από 6-10-2005 δήλωση του αγρονόμου, τοπογράφου μηχανικού Π. Χ. (βεβαίωση τρίτου), η οποία έγινε για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία ο εν λόγω μηχανικός αναφέρει τις εργασίες στις οποίες ο ίδιος προέβη υπό την επαγγελματική του ιδιότητα σχετικά με την ιδιοκτησία της Κ. Π. (τοπογραφικά σχέδια κλπ) και ακόμη αναφέρει : "Ακολούθως την υπόθεση προώθηκε ο δικηγόρος της πρώτης (Κ. Π.) για τον καθορισμό τιμής μονάδος στο αρμόδιο Πρωτοδικείο". Το σφάλμα του Εφετείου να λάβει υπόψη το ως άνω απηγορευμένο αποδεικτικό μέσο προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (αρθρ. 562 παρ. 2β) και αφού δεν γίνεται λόγος σ' αυτή ότι το παραπάνω αποδεικτικό μέσο δεν έγινε για να χρησιμοποιηθεί στην προκειμένη υπόθεση και χρησιμοποιήθηκε πράγματι στη δίκη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως (τέταρτος), καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο του μέρος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως και τον πέμπτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλεται, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως του ως άνω άρθρου διότι το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστα τα αγωγικά αιτήματα του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αμοιβής α) ποσού 440,20 ευρώ για σύνταξη, κατάθεση, συζήτηση με προτάσεις και επιμέλεια για σύνταξη ένορκης βεβαίωσης της από 20/10/1993 αγωγής της Κ. Π. κατά του Π. Π. στο Ειρηνοδικείο Κορωπίου, για καταληφθέν από αυτόν τμήμα οικοπέδου της στα 23 και 30 ΟΤ του Δήμου Μαρκοπούλου, β) ποσού 469,55 ευρώ για την άσκηση έφεσης στην υπόθεση Π. κατά της πρωτόδικης απόφασης και για τη συζήτηση αυτής (έφεσης) μετά προτάσεων, γ) ποσού 293,47 ευρώ για άσκηση της από 28/6/2001 διορθωτικής αγωγής της Κ. Π. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς διόρθωση της 5519/1998 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συζήτησή της αγωγής αυτής (και όχι ότι επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν). Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει πράγματι ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε τα ως άνω αιτήματα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας, όπως από την απόφασή του προκύπτει, άφησε αδίκαστα. Επομένως, οι λόγοι αυτοί (πέμπτος του αναιρετηρίου και πέμπτος πρόσθετος) είναι βάσιμοι. Ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς (ΟλΑΠ 661/1984, ΑΠ 84/2010). Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η πληττόμενη απόφαση χωρίς αιτιολογία επιδίκασε ως έξοδα για κάθε μία από τις γενόμενες μετά την 27-5-1996 επιδόσεις, που αναφέρονται στην απόφαση αυτή, το ποσό των 2.500 δραχμών, αν και κατά την ισχύουσα από 27-5-1996 υπουργική απόφαση περί των αμοιβών των δικαστικών επιμελητών (ΥΑ 55385/27-5-1996 , ΦΕΚ Β'408/27.5.96), η ελάχιστη αμοιβή του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ήταν 3.500 δρχ. και στο ποσό αυτό, κατά την ίδια Υ.Α., προστίθετο επί πλέον αμοιβή 50 δρχ. για κάθε χιλιόμετρο, τόσο για τη μετάβαση του δικαστικού επιμελητή στον τόπο επίδοσης όσο και για την επιστροφή του από τον τόπο επίδοσης στην έδρα του (Αθήνα). Επίσης, ότι χωρίς αιτιολογία επιδίκασε για κάθε επίδοση που έγινε μετά την 30-12-1999 ως έξοδα το ποσό των 2.500 δρχ , αν και κατά την ισχύουσα από 30-12-1999 ΥΑ περί των αμοιβών των δικαστικών επιμελητών (ΥΑ 157838/30-12-1999, ΦΕΚ Β'2242/30-12-1999), η ελάχιστη αμοιβή του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ήταν 4.000 δρχ. και στο ποσό αυτό, κατά την ίδια Υ.Α., προστίθετο επί πλέον αμοιβή 60 δρχ. για κάθε χιλιόμετρο, τόσο για τη μετάβαση του δικ. επιμελητή στον τόπο επίδοσης όσο και για την επιστροφή στην έδρα του (Αθήνα). Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, γιατί πράγματι η πληττόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτήν, δεν εφάρμοσε τις άνω ΥΑ που προβλέπουν αμοιβή δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών για κάθε επίδοση 3.500 δρχ. η πρώτη και 4.000 δρχ. η δεύτερη και επί πλέον αμοιβή 50 δρχ. και 60 δρχ., αντιστοίχως, για κάθε χιλιόμετρο της απόστασης από την έδρα του (Αθήνα) στον τόπο επίδοσης τόσο για την μετάβαση όσο και για την επιστροφή του, και δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αν υπήρξε ειδική συμφωνία για αμοιβή του δικ. επιμελητή με ποσό κάτω της αμοιβής που ορίζει ο νόμος και αν συνυπολόγισε και την πρόσθετη αμοιβή του δικ. επιμελητή για τα χιλιόμετρα. Επομένως ο λόγος αυτός (έκτος) κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου) είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 11 α και 9 Κ.Πολ.Δ απορρέοντες λόγοι, δεύτερος και έκτος (από τον αρ. 1), τέταρτος και τρίτος πρόσθετος κατά το πρώτο του μέρος (από τον αρ. 11 α), πέμπτος και πέμπτος πρόσθετος (από τον αρ. 9) του αναιρετηρίου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων. Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν προαποδεικνύεται εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων όμως μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται κατ' άρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος. Στη προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του που κατέθεσε εμπροθέσμως (19-12-2011) υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση και συγκεκριμένα ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος, που συνεχίζει τη δίκη ως καθολικός διάδοχος της αρχικής διαδίκου μητέρας του Κ. Π., να του καταβάλει το ποσό των 650 ευρώ (ατόκως), το οποίο της κατέβαλε εκουσίως για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη εξαιτίας της απειλούμενης εις βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης της αναιρεθείσας αποφάσεως. Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι νόμιμη και αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμη από την προσκομιζόμενη από 1-12-2010 εξοφλητική απόδειξη, που υπογράφεται από την πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου Α. Χ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλλει στον αναιρεσείοντα το ανωτέρω ποσό των 650 ευρώ. Τέλος ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (αρθ. 183, 176 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5117/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ