Αριθμός 1569/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σακελλάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης Α. Σ. του Φ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Χαραλαμπόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.708, 709, 710, 711, 712 και 713/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2013 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1107/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπομένη σ' αυτό ποινή, τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται ορισμένος περαιτέρω σκοπός (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) οπότε πρέπει να αιτιολογείται και αυτός. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσον τη γνώση, όσον και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, 708, 709,710,711,712,713/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη κηρύχθηκε ένοχη ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή και ψευδορκίας μάρτυρα και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών (8) μηνών για κάθε μία από τις τέσσερες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και οκτώ (8) μηνών για την ψευδορκία μάρτυρα, και συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών που μετετράπη σε χρηματική, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ναυτιλιακές εταιρείες με έδρα τον …και με τις επωνυμίες " …" και " …", συμφερόντων της εφοπλιστικής οικογένειας …, υπέβαλαν μηνύσεις και κατά του μάρτυρα υπεράσπισης και συνδιαχειριστή των δύο εταιρειών Γ. Σ., συζύγου της κατηγορουμένης, για υπεξαίρεση μεγάλων χρηματικών ποσών, των εταιρειών και με βάση τις μηνύσεις αυτές ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ποινική δίωξη και κατά του Γ. Σ. για α) υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος και β) για νομιμοποίηση εσόδων από την εγκληματική δραστηριότητα της υπεξαίρεσης και διατάχθηκε κυρία ανάκριση από τον 12° τακτικό Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών, που τότε ήταν ο τότε Πρωτοδίκης Δ. Τ.. Ακολούθως με την 473/2002 διάταξη του Ανακριτή αυτού δεσμεύθηκε η περιουσία του Γ. Σ., όπως αναλυτικά αναφέρεται στην διάταξη, με το 6075/09 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως αυτό διορθώθηκε με το 614/2003 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου, διατάχθηκε η άρση του Τραπεζικού απορρήτου όλων των κατηγορουμένων από το 1988 έως το 1998 μεταξύ των οποίων πλέον περιλαμβάνοντα η κατηγορούμενη και τα τέκνα αυτής και του Γ. Σ., Μ., Ε., Σ. και Χ., αφού υπήρχαν υπόνοιες ότι η κατηγορούμενη και τα τέκνα της είχαν μεγάλη ακίνητη και κινητή περιουσία που δεν δικαιολογείτο και κατά την κατηγορία προήλθε από τα χρήματα που υπεξαίρεσε ο Γ. Σ. Ακολούθως ο ίδιος ανωτέρω Ανακριτής στις 1-4-2003 εξέδωσε κατά της κατηγορουμένης και των τέκνων της (από τα οποία η Χ. είχε γεννηθεί το έτος 1987) τις 277, 278, 279, 280 και 281/2003 διατάξεις του δέσμευσε τα κινητά περιουσιακά στοιχεία που είχαν αποκτήσει από 1-1-1992 και εφεξής και απαγόρευσε την εκποίηση των ακινήτων που περιήλθαν στην κυριότητα τους από 1-1-1996 και εφεξής. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις, μετά από αίτηση της κατηγορουμένης και των τέκνων της τροποποιήθηκαν με το 2311/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ώστε πλέον στην δέσμευση περιλαμβάνονται μόνο τα φερόμενα, ως νομιμοποιηθέντα έσοδα, που αποκτήθηκαν μετά την 24-8-1995, που άρχισε να ισχύει ο σχετικός νόμος 2331/95. Για την έκδοση του βουλεύματος αυτού την πρόταση προς το Συμβούλιο υπέβαλε ο τότε αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών Δ. Γ., ο οποίος και πρότεινε την διόρθωση των διατάξεων ως ανωτέρω. Μετά την έκδοση του βουλεύματος αυτού η κατηγορούμενη υπέβαλε προς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών την από 15-9-2005 επίδικη μήνυση της, η οποία έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 212780/19-9-2005. Αυτή εστρέφετο κατά του Ανακριτή Δ. Τ., κατά του Αντεισαγγελέα Δ. Γ., κατά του δικηγόρου Αθηνών Μ. Δ. που ήταν ο δικηγόρος της στην υπόθεση από 25-11-2001 έως 19-1-2005 και κατά των δικηγόρων των μηνυτριών Γ. Α. και Κ. Κ., δικηγόρων Αθηνών. Την μήνυση αυτή επιβεβαίωσε ενόρκως στις 9-3-2006 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών που ενεργούσε προανάκριση. Στην μήνυση η κατηγορούμενη επωφελούμενη κυρίως από το γεγονός ότι οι ανωτέρω διατάξεις εσφαλμένα δέσμευαν περιουσιακά στοιχεία της ίδιας και των τέκνων της πριν την θέση σε ισχύ του Ν. 2331/95, παράλειψη όμως που είχε ήδη διορθωθεί κατά τον χρόνο υποβολής της μήνυσης και διαμαρτυρόμενη κυρίως για θέματα ουσίας της υπόθεσης, τα οποία όμως εκτιμώνται μετά το πέρας της ανάκρισης κατά την διαδικασία ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου, αλλά διαμαρτυρόμενη και γιατί δεσμεύθηκε και η περιουσία της γεννηθείσας το έτος 1987 ανήλικης θυγατέρας της Χ., εξαπολύει μία ακατανόητη επίθεση κατά των μηνυομένων κυρίως των δικαστικών λειτουργών και των δικηγόρων των μηνυτριών εταιρειών, στην οποία, πέραν των προσβλητικών φράσεων, που δεν ερευνώνται στην ένδικη υπόθεση, περιέχει τον ένα και μοναδικό ισχυρισμό ότι οι μηνυόμενοι ενεργούν σαν ομάδα με σκοπό να την βλάψουν και να ωφελήσουν έτσι τα επιχειρηματικά σχέδια των μηνυτριών εταιρειών. Η σοβαρότατη αυτή κατηγορία εμφαίνεται από τον ισχυρισμό ότι ο Ανακριτής Τ. κατασκευάζει ενόχους σε αγαστή συνεργασία με τους μηνυτές και τους συνηγόρους του, υπακούοντας στις αιτήσεις τους, εκδίδοντας τις διατάξεις με την παρότρυνση των μηνυτών, παραποιώντας δικαστικά έγγραφα (τις διατάξεις) για να εξυπηρετηθούν οι επιχειρηματίες και συμπράττοντας σε δύσοσμες καταστάσεις από τον ισχυρισμό ότι ο Αντεισαγγελέας Γ. συγκάλυψε την παραποίηση των διατάξεων από τον Τ. εξυπηρετεί τους επιχειρηματίες (μηνυτές) και τους συνηγόρους τους δημιουργώντας στην πρόταση του εντυπώσεις ανύπαρκτης υπεξαίρεσης και παρασύροντας το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών στην έκδοση του 2311/05 βουλεύματος και τέλος από τον ισχυρισμό ότι οι δικηγόροι Κ. και Α. εκμαύλισαν "χαλαρές" συνειδήσεις δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι έφθασαν σε παραποίηση εγγράφων (των διατάξεων) για να ικανοποιήσουν τους μηνυτές και τους συνηγόρους τους. Ο βασικός αυτός ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί παράνομης σύμπραξης των ανωτέρω μηνυομένων με σκοπό να βλάψουν αυτή και τα τέκνα της και να εξυπηρετήσουν τους μηνυτές είναι απολύτως ψευδής η δε κατηγορούμενη κανένα στοιχείο δεν συνεισέφερε για να τον αποδείξει. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω μήνυση της κατηγορουμένης που είχε και άλλες πτυχές πλην της ανωτέρω απορρίφθηκε ως προς τον Δ. Τ. και τον Δ. Γ. με την 125/2007 διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκίδας και ως προς τους Μ. Δ., Κ. Κ. και Γ. Α. κατά ένα μέρος με την ΕΓ 14-08/188/8Δ/08 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και κατά το λοιπό μέρος με το 867/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Περαιτέρω η κατηγορούμενη γνώριζε το ψευδές της καταγγελίας της, την οποία έκανε για να τρομοκρατήσει όχι μόνο τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς και δικηγόρους των μηνυτών, που είχαν μέχρι τότε εμπλακεί στην ποινική υπόθεση, αλλά και όσους θα εμπλέκοντο στο μέλλον και να επιτύχει έτσι την μη επαρκή ανάκριση και μη ορθή αποτίμηση της υπόθεσης επ' ωφελεία της ίδιας, του συζύγου και των τέκνων της, ο δόλος της δε αυτός καθίσταται εναργής από το ότι επωφελείται από το ανωτέρω νομικό λάθος των ανακριτικών διατάξεων ως προς τον χρόνο δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων (το οποίο ασφαλώς οφείλεται σε παραδρομή λόγω φόρτου εργασίας) και στρέφεται όχι μόνο κατά του διαπράξαντος το λάθος αλλά και κατά του Αντεισαγγελέα Δ. Γ. που το εντόπισε και πρότεινε την διόρθωση του, όπως και έγινε πριν μάλιστα την υποβολή της έγκλησης. Εξάλλου από ένα τέτοιο λάθος κανείς λογικός άνθρωπος, όπως είναι η κατηγορούμενη, με οποιοδήποτε νοητικό άλμα δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα, το οποίο να λάβει και την μορφή καταμήνυσης για τέλεση αξιοποίνων πράξεων ότι υπάρχει η ανωτέρω συμπαιγνία μεταξύ των μηνυομένων. Αντίθετα η κατηγορούμενη στην ομάδα των μετόχων της συμπαιγνίας υπάρχουν αμφιβολίες για το εάν ή όχι περιλαμβάνει και τον μέχρι τις 19-1-2005 δικηγόρο της Μ. Δ. στον οποίο κυρίως καταλογίζει αμέλεια. Επομένως, αφού το Δικαστήριο με τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση δεν κρίνεται αναγκαία η αναβολή της υπόθεσης προκειμένου να κληθούν και οι λοιποί καταμηνυθέντες πλην του Κ. Κ. και γι αυτό το σχετικό αίτημα της κατηγορουμένης πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί αθώα της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας ως προς τον Μ. Δ. και ένοχη των ανωτέρω πράξεων ως προς τους Δ. Τ., Δ. Γ. και Κ. Κ. και Γ. Α., ως προς τους τελευταίους για την υπό στοιχεία α' πράξη καταμήνυσης. Ως προς την υπό στοιχείο β' καταμήνυση, που αφορά τους Κ. Κ. και Γ. Α., η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί αθώα γιατί υπάρχουν αμφιβολίες για το εάν η μήνυση της είναι ψευδής ή όχι, δεδομένου ότι ο συγκατηγορούμενος αυτής, του συζύγου και των τέκνων της στην κύρια υπόθεση Γ. Τ. κατά την απολογία του στον Ανακριτή μετέβαλε την αρχική του στάση και ενοχοποίησε ουσιαστικά τον σύζυγο της κατηγορουμένης Γ. Σ., αφού είχε προηγηθεί δήλωση των μηνυτριών εταιρειών δια των ανωτέρω δικηγόρων ότι μετά από νεώτερη έρευνα διαπιστώθηκε ότι δεν ευθύνεται για την υπεξαίρεση των χρημάτων ο Γ. Τ., για την μεταβολή δε αυτή της στάσης του ο Γ. Τ. κηρύχθηκε ένοχος συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και καταδικάστηκε". Κατ' ακολουθίαν του άνω σκεπτικού κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη, κατά λέξη και στίξη, του ότι: "Στην .., την 19-9-2005 και την 9-3-2006 διέπραξε με περισσότερες πράξεις τα κάτωθι περιγραφόμενα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: Α) Με μία πράξη τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, ήτοι εν γνώσει καταμήνυσε άλλους ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι αυτές και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο εγχείρησε ενώπιον του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών την από 15-9-2005 έγκληση της, δια της οποίας εν γνώσει της αναλήθειας κατήγγειλε τους δικαστικούς λειτουργούς Δ. Τ., πρώην 12° Τακτικό Ανακριτή Αθηνών και νυν Εφέτη και Δ. Γ., πρώην Αντεισαγγελέα και νυν Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, καθώς και τους δικηγόρους Αθηνών Μ. Δ., Κ. Κ. και Γ. Α. για τις αξιόποινες πράξεις της απιστίας δικηγόρου (τον πρώτο) και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (τον δεύτερο και τρίτο εξ αυτών), αναφέροντας ότι άπαντες εντάσσονται σε "ένα σύστημα δικαστών, δικηγόρων και επιχειρηματιών που κατασκευάζει ενόχους και καταστρέφει με σάπιες μεθοδεύσεις υγιή κύτταρα της κοινωνίας" και συγκεκριμένα: 1. Όσον αφορά τον Δ. Τ., πρώην 12° Τακτικό Ανακριτή Αθηνών και νυν Εφέτη, ότι ενώ στις 29-8-2001 και 18-9-2002 η εταιρεία " … (ΕΛΛΑΣ) ΕΠΕ" κατέθεσε δύο μηνύσεις με πανομοιότυπο περιεχόμενο ο εν λόγω δικαστικός λειτουργός ως ανακριτής, κατά το χρονικό διάστημα από 8-11-2002 έως 28-9-2003, "α) Δεν μελέτησε την δικογραφία ως όφειλε.....β) Δέχθηκε τις καταθέσεις των ψευδομαρτύρων της εταιρείας......Δεν ζήτησε από τους μηνυτές αποδεικτικά στοιχεία των ψευδών καταθέσεων με αποτέλεσμα ο επόμενος ανακριτής κ. Α. Γ. να παρασυρθεί σε κατηγορητήριο περιλαμβάνοντας στοιχεία από ψευδείς καταθέσεις (όπως offshore εταιρείας)....γ) Δέχθηκε στις 21-11-2002 υπόμνημα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των μηνυτών Κ. Κ. και χωρίς ταυτοποίηση στοιχείων το απέστειλε αυτούσιο, αφαιρώντας την επικεφαλίδα της εταιρείας και την υπογραφή του δικηγόρου, με φωτοτυπία του σώματος του υπομνήματος, σε όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και Υποθηκοφυλακεία της χώρας υιοθετώντας τα ψευδή στοιχεία των μηνυτών και κατασκευάζοντας ενόχους ακόμη και νεκρούς προ 12ετίας.....Ο λειτουργός της Δικαιοσύνης 12ος Τακτικός Ανακριτής Δ. Τ. σε αγαστή συνεργασία με τους μηνυτές και τους συνηγόρους τους κατασκευάζει ενόχους......Ο ηθικά ανάλγητος ανακριτής Δ. Τ. χωρίς ταυτοποίηση στοιχείων και παρανομώντας ασκεί ποινική δίωξη και εκδίδει την 277/2003 ήδη καταγγελθείσα διάταξη εναντίον ανηλίκου......Η κόρη μου Χ. εγεννήθη τον 9° μήνα του 1987, άρα ήταν και είναι ανήλικη έως σήμερα. Ως ανήλικη λοιπόν δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα, ο ανακριτής όμως ασκώντας ποινική δίωξη παρέσυρε και τον επόμενο Τακτικό Ανακριτή κ. Α. Γ. σε κλήση σε απολογία της ανήλικης Χ. με τραυματικές συνέπειες για την ίδια.....δ) Διότι χωρίς να μελετήσει και χωρίς δικαστική ευαισθησία έδειξε μια "ύποπτη ανοχή" σε οτιδήποτε ζητούσαν οι μηνυτές και οι συνήγοροι των.....ε) Υπακούοντας στις αιτήσεις των μηνυτών 4-11-2002, 25-22-2002, 28-9-2003 και χωρίς να ελέγξει ή να ζητήσει ως όφειλε να προσκομιστούν τα αποδεικτικά στοιχεία των γραφομένων, εξέδωσε αβασάνιστα τις διατάξεις 473/2002 για τον σύζυγο μου και 277,278, 279, 280 και 281/2003 για εμένα και τα 4 παιδιά μου, καταστρέφοντας μία ελληνική οικογένεια, αφήνοντας σε 6 άτομα μόνο τον αέρα της αναπνοής και τίποτα άλλο....στ) Διότι διαβάζοντας τις 2 αιτήσεις 25-11-2002 και 28-2-2003 παρ' όλη την παρότρυνση των μηνυτών να δεσμευτούν τα πάντα όλων των κατηγορουμένων, έκρινε ότι πρέπει να εκδώσει διατάξεις μόνο για εμένα και τα 4 παιδιά μου, ίσως επειδή δυσανασχέτησαν οι μηνυτές από τις καθ' όλα νόμιμες και διαφανείς πωλήσεις δύο μικρών οικιών τον Ιούλιο και τον Δεκέμβριο 2002. Η έκδοση, κατόπιν παρότρυνσης των μηνυτών και των συνηγόρων των, των παρανόμων και παραποιημένων ως προς τον Ν. 2331/1995 διατάξεων 277-281/2003 από τον Ανακριτή Δ. Τ. επέφερε δραματική αλλαγή στη ζωή μας. Οι διατάξεις είναι τόσο σκληρές, ώστε πέραν του συζύγου μου, και τα τρία νεαρά παιδιά μου δεν μπορούν να έχουν μισθοδοτικούς λογαριασμούς, διότι δεσμεύονται αυτομάτως όποιες καταθέσεις, με αποτέλεσμα η αναζήτηση εργασίας να γίνεται τρομερά δύσκολη, διότι η πληρωμή μετρητών αντί καταθέσεως σε τραπεζικό λογαριασμό της μισθοδοσίας επάγεται και αιτιολόγηση.... Η υπόθεση αυτή των παρανόμων διατάξεων του Ανακριτού Δ. Τ. είναι κατά την άποψη μου πολύ σοβαρή, διότι εδώ πλέον αποδεικνύεται ότι για να εξυπηρετηθούν οι επιχειρηματίες σε σχέδια οικονομικής, επαγγελματικής και οικογενειακής απαξίωσης επιστρατεύεται ακόμη και η παραποίηση δικαστικών εγγράφων. Αυτά τα σχέδια των επιχειρηματιών - τρωκτικών της σάρκας του ελληνικού λαού δεν θα περνούσαν εάν δεν υπήρχαν δημόσιοι λειτουργοί συμπράττοντας σε τέτοιες δύσοσμες καταστάσεις". 2. Όσον αφορά τον Δ. Γ., πρώην Αντεισαγγελέα και νυν Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ότι "α) Μετά την αίτηση ανάκλησης στις 22-12-2004 των ανωτέρω αναφερόμενων παρανόμως παραποιημένων διατάξεων που αφορούσαν εμένα και τα 4 παιδιά μου υπ' αριθ. 277, 278, 279, 280 και 281/2003 ενήργησε όχι ως δικαστικός λειτουργός αποδίδων δικαιοσύνη, αλλά ως θεματοφύλακας επιχειρηματικών συμφερόντων..... β) Διότι προσπαθώντας να καλύψει την παρανομία των διατάξεων, διορθώνει απλά την ημερομηνία εφαρμογής του Ν. 2331/1995 αντί 1-1-1992 σε 24-8-1995 και όλα βαίνουν καλώς!..... Η συγκάλυψη παραποίησης δικαστικού εγγράφου δεν προσφέρει υπηρεσία αλληλεγγύης ..... αλλά παράνομη πράξη προσπάθειας διαστρέβλωσης της αλήθειας, γ) Διότι ως δικαστικός λειτουργός έπρεπε να γνωρίζει ότι κάθε ανήλικο δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα και άρα να κάνει μνεία γι' αυτό το γεγονός και όχι στις προτάσεις του να συνεχίζει την δέσμευση λογαριασμών που δεν υπάρχουν της ανήλικης Χ., όπως επίσης την δέσμευση από 24-8-1995 πλέον των ακινήτων της που δεν υπάρχουν. Έπρεπε ο κ. Γ. να γνωρίζει καλύτερα όλων ότι είναι κανόνας να μην δεσμεύονται πράγματα ή αγαθά που δεν υπάρχουν, παρά μόνο για εντυπωσιασμό ή δημιουργία ενόχων..... Η εξυπηρέτηση των επιχειρηματιών και των συνηγόρου των έχει και τα όρια της! δ) Διότι στην προσπάθεια του, με προφανή σκοπό να δημιουργήσει εντυπώσεις προς το Συμβούλιο εις βάρος μου και των 4 παιδιών μου αναφέρεται και σε ακίνητα που δεν υπάρχουν, τα οποία έχουν πωληθεί προ 3ετίας με νόμιμο τρόπο πολύ πριν τις "διατάξεις" του κ. Τ.". ε) Διότι για δημιουργία εντυπώσεων ασκεί κριτική για 70.000.000 δρχ. τα οποία δεν υπάρχουν ,.., Αποκρύπτει.....εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των μηνυτών και δημιουργώντας εντυπώσεις ανύπαρκτης υπεξαίρεσης, ότι αυτά τα χρήματα ήταν προϊόντα πωλήσεων παλαιών ακινήτων ανηκόντων σε εμένα προ πενταετίας και προ οποιασδήποτε μηνύσεων των Γ. εναντίον του συζύγου και της οικογένειας μου..., στ) Διότι με τις προτάσεις του, εντελώς παράλογες, παρέσυρε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών (το οποίο δεν μελέτησε την δικογραφία και δεν σκέφτηκε σύμφωνα με το νόμο παρ' όλη τη μόνιμη λεζάντα που υπάρχει στα έγγραφα των αποφάσεων) σε βούλευμα No 2311/2005 το οποίο δέχεται τις παράλογες προτάσεις του κ. Δ. Γ. αυτούσιες συνεχίζοντας την από 4ετίας απίστευτη δικαστική περιπέτεια της οικογένειας μου, 3.) Όσον αφορά τους δικηγόρους Αθηνών Κ. Κ. και Γ. Α., ότι: Με ψευδή, παραπλανητικά και κατασκευασμένα έγγραφα οδήγησαν στην καταστροφή 4 οικογενειών με 15 μέλη. Ενώ ως παράγοντες της ποινικής διαδικασίας έπρεπε να πασχίσουν για την αλήθεια, αυτοί καταξευτίλησαν θεσμούς και δικαιοσύνη, δίδοντας προς εξυπηρέτηση των πελατών τους ψεύτικες ταυτότητες, ανήλικα παιδιά, με δόλο ανύπαρκτους λογαριασμούς, ηθελημένα δομημένες λάθος μηνύσεις, κάνοντας παράνομες πράξεις όπως παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων, εκμαυλίζοντας "χαλαρές" συνειδήσεις δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων, οι οποίοι ακόμη και σε παραποίηση δικαστικών εγγράφων έφτασαν για να ικανοποιήσουν τους μηνυτές και τους συνηγόρους τους. Τα ως άνω καταγγελλόμενα πραγματικά περιστατικά είναι αναληθή, η δε κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών και τα κατέθεσε με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση ποινικής δίωξης κατά των ως άνω μηνυομένων δικαστικών λειτουργών και δικηγόρων για τις στην αρχή του παρόντος αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις. Β) Ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο, την 9-3-2006, ενώ υπέβαλλε την ανωτέρω υπό στοιχείο Α) του παρόντος ψευδή έγκληση σε βάρος των παραπάνω δικαστικών λειτουργών και δικηγόρων επιβεβαίωσε ένορκα το περιεχόμενο της. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτουμένη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροήν, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 του ΠΚ. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, β) αιτιολογείται πλήρως ο σκοπός της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης να προκαλέσει την ποινική δίωξη των καταμηνυθέντων και δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αθωωτικού και του καταδικαστικού σκέλους της κατηγορίας της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροήν διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αθωωτικού, μη αναιρεσιβαλλομένου, μέρους της αναιρεσιβαλλομένης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη αθώα του ότι "στην …την 19-9-2005 .... εν γνώσει καταμήνυσε άλλους ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι' αυτές και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο εγχείρησε ενώπιον του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών την από 15-9-2005 έγκληση της, δια της οποίας εν γνώσει της αναλήθειας κατήγγειλε τους δικηγόρους Αθηνών Μ. Δ., Κ. Κ. και Γ. Α. για τις αξιόποινες πράξεις της απιστίας δικηγόρου (τον πρώτο) και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (τον δεύτερο και τρίτο εξ αυτών)...". Συνεπώς το καταδικαστικό και το αθωωτικό μέρη αφορούν διαφορετικές καταμηνυόμενες πράξεις, και ως εκ τούτου η αιτίαση ότι η αντίφαση έγκειται στο ότι η απαλλακτική κρίση στηρίχθηκε στην έλλειψη δόλου της, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ως εκ τούτου, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 209 ΚΠοινΔ, αν κάποιος καλείται νόμιμα για μαρτυρία δεν μπορεί να την αρνηθεί, εκτός από τις εξαιρέσεις που ρητά αναγράφονται στον Κώδικα. Η διάταξη του άρθρου 212 παρ. 1 περ. β' του ΚΠοινΔ ορίζει, για το επαγγελματικό απόρρητο των μαρτύρων, πλην άλλων, ότι η διαδικασία ακυρώνεται, αν εξετασθούν στην προδικασία ή στην κύρια διαδικασία οι συνήγοροι σχετικά με όσα τους εμπιστεύθηκαν οι πελάτες τους, οι συνήγοροι δε κρίνουν, σύμφωνα με τη συνείδησή τους, αν και σε ποιο μέτρο πρέπει να καταθέσουν όσα άλλα έμαθαν με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματός τους. Περαιτέρω, οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 49 του ν.δ. 3026/1954 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όριζαν ότι "ο Δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί απαραβίαστον την απαιτουμένην υπέρ τους εντολέως αυτού εχεμύθειαν περί όσων ούτος ενεπιστεύθη αυτώ. Περί όσων άλλων περιέχονται εις γνώσιν του εξ αφορμής της ασκήσεως του Δικηγορικού λειτουργήματος, αφίεται εις αυτόν να κρίνη εν συνειδήσει, αν και εν τίνι μέτρω πρέπει καλούμενος να καταθέσει ως μάρτυς. Εις πάσαν περίπτωσιν δεν δύναται να εξετάζεται ως μάρτυς επί υποθέσεως εις ην ανεμίχθη ως δικηγόρος άνευ προηγουμένης αδείας του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου εις ον ανήκει, ή εν κατεπειγούση περιπτώσει του Προέδρου αυτού". Από τις διατάξεις αυτές που τέθηκαν προς προστασία των διαδίκων και ενίσχυση των σχέσεων εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει, μεταξύ αυτών και των δικηγόρων, προκύπτει ότι ακυρότητα δημιουργεί η κατάθεση από δικηγόρο γεγονότων που εμπιστεύθηκε σε αυτόν ο πελάτης του, αφήνεται δε στο δικηγόρο να κρίνει, κατά συνείδηση, αν πρέπει να καταθέσει για γεγονότα που έμαθε με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματός του. Περαιτέρω, η έλλειψη αδείας του δικηγορικού συλλόγου ή του προέδρου του δεν δημιουργεί ακυρότητα της καταθέσεώς του, αλλά συνεπάγεται μόνο πειθαρχικές κυρώσεις, κατά του παραβάτη δικηγόρου. Τέλος για γεγονότα που αφορούν τρίτους μη πελάτες του δικηγόρου αυτός όπως όλα τα άλλα πρόσωπα έχει τη γενική υποχρέωση προς μαρτυρία κατά τη διάταξη του άρθρου 209 του ΚΠοινΔ. Συνεπώς, νομίμως εξετάστηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση ως μάρτυρας στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δικηγόρος Κ. Κ., που, κατά την αναιρεσείουσα, παρέστη ως συνήγορος πολιτικής αγωγής σε δίκη δύο εταιρειών εναντίον της και ουδεμία ακυρότητα εντεύθεν επήλθε και δη ανεξάρτητα του εάν είχε λάβει ή όχι άδεια του οικείου δικηγορικού συλλόγου ή του προέδρου αυτού. Ως εκ τούτου, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Κατά δε την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδάφ. β' του ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στην διαδικασία της εκκλήτου δίκης: "Εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως". Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου περί διακοπής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένο. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη δια του συνηγόρου της, υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αίτημα διακοπής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, με το παρακάτω περιεχόμενο: "Η κατηγορουμένη φέρεται ότι τέλεσε δύο πράξεις, τα λοιπά πρόσωπα που φέρονται ως καταμηνυθέντα στην πρωτόδικη απόφαση απουσιάζουν πλην του πρώτου μάρτυρα και προκειμένου να κληθούν τα ανωτέρω πρόσωπα ζητώ την διακοπή της δίκης..". Το αίτημα αυτό, για το οποίο το δικαστήριο, δεν υπεχρεούτο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται επακριβώς επί ποίου θέματος σχετικά με την ενοχή της κατηγορουμένης θα εξετάζοντο, παρά ταύτα, ως εκ περισσού, με την απόφαση επί της ενοχής απέρριψε το αίτημα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία συνίσταται στο ότι: "Επομένως, αφού το Δικαστήριο με τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση δεν κρίνεται αναγκαία η αναβολή της υπόθεσης προκειμένου να κληθούν και οι λοιποί καταμηνυθέντες πλην του Κ. Κ. και γι αυτό το σχετικό αίτημα της κατηγορουμένης πρέπει να απορριφθεί". Συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας, σε συνέχεια της περί ενοχής κρίσεώς του, κατά την οποία είχαν ληφθεί και συνεκτιμηθεί όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα τα οποία αφορούσαν και την περί απορρίψεως του ως άνω αιτήματος αναβολής κρίση του, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα, αφού εξηγεί τον λόγο για τον οποίο έκρινε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε κατέστη δυνατή η κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως και ο σχηματισμός πλήρους δικανικής πεποιθήσεως περί των ερευνωμένων κατηγοριών και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία, για την ανεύρεση της αληθείας, η αναβολή της υποθέσεως. Κατ' ακολουθίαν δεν πάσχει η απορριπτική του αιτήματος αυτού, ως άνω, παρεμπίπτουσα απόφαση, από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως και συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-9-2013 υπ' αριθ. 6331/6-9-2013 αίτηση - δήλωση της Α. Σ. του Φ. για αναίρεση της 708, 709, 710, 711, 712 και 713/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ