Αριθμός 836/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Θεοδόση και Παναγιώτη Ηλιοπιερέα-Πιερράκο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοπάτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 592/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4223/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 10.7.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4223/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 592/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει την αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την παρ. 1 περ. δ και ε του άρθρου 17 ΓΚΠ - ΟΤΕ, το προσωπικό απολύεται:... δ. ένεκα συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας, ε. Ένεκα 35ούς πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό. Εντούτοις το προσωπικό δύναται με αίτησή του, που υποβάλλει το αργότερο τρεις μήνες προ της προβλεπόμενης ημερομηνίας απόλυσής του, να παραμείνει στην Υπηρεσία μέχρι συμπληρώσεως 35ετούς συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας στον ΟΤΕ ...". Κατά το άρθρο 7. παρ. 4 ΓΚΠ - ΟΤΕ "Προσωπικό το οποίο καλείται στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων ένεκα επιστρατεύσεως ή άλλων λόγων, διατηρεί κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του υπηρεσίας τη θέση του στον Οργανισμό και επανέρχεται αυτοδίκαια σ` αυτόν μετά την απόλυσή του εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου. Ο ανωτέρω χρόνος λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό.", ενώ κατά το άρθρο 47 παρ. 2α ΓΚΠ - ΟΤΕ "1. Για την απόλυση λόγω 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας στον ΟΤΕ: α. Ο χρόνος φοίτησης στη Σχολή Προσωπικού ΟΤΕ και ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας για όσους στρατεύθηκαν όντας υπάλληλοι του Οργανισμού δεν λαμβάνονται υπόψη, εφόσον το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, με αίτηση που θα υποβάλει στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, το αργότερο τρεις μήνες προ της ημερομηνίας απολύσεως. Η απόλυση συντελείται την επομένη της συμπλήρωσης της 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας ...". Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 16 παρ. 1, και 24 παρ.1 και 2 περ. α του καταστατικού ΤΑΠ - ΟΤΕ: "1. Δικαιούνται σύνταξης: Α) Ο ησφαλισμένος εάν μετά συμπλήρωσιν 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ή μετά συμπλήρωσιν 30ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 25ετής πραγματική εν ασφαλίσει και ηλικίας 50 ετών, αποχωρήσει της Υπηρεσίας ..." (άρθρο 16 παρ. 1), "1. Η συντάξιμος υπηρεσία εκάστου ησφαλισμένου διακρίνεται: α) Εις πραγματικήν συντάξιμον υπηρεσίαν εν ασφαλίσει και β) Εις συντάξιμον υπηρεσίαν εξ αναγνωρίσεως (εξαγοράς). 2. Ως πραγματική συντάξιμος υπηρεσία εν ασφαλίσει υπολογίζεται: α) Ο χρόνος από της προσλήψεως του ησφαλισμένου εις την υπηρεσίαν ενός των εργοδοτών, εφόσον πράγματι κατεβλήθησαν αι εν τω παρόντι Καταστατικώ καθοριζόμενοι και αντιστοιχούσαι εις τον χρόνον υπέρ του Ταμείου εισφοραί αυτού και του εργοδότου." (άρθρο 24). Στη συνέχεια με τις παραγράφους 1, 2, 3, 5 περ. α. γγ. και β. γγ., 6 περ. γ και 12 του άρθρου 10 του ν. 1092/1990, ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991, ρυθμίστηκε το συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων και ορίσθηκε ότι: "1. Στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη, στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ` όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων. 2. Συντάξιμος χρόνος, με τη συμπλήρωση του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα για σύνταξη γήρατος, κύριας και επικουρικής, παραμένει ο προβλεπόμενος από τα καταστατικά του κάθε ταμείου. Όπου προβλέπεται θεμελίωση δικαιώματος με ασφάλιση άνω των είκοσι πέντε (25) ετών το δικαίωμα θεμελιώνεται και με τη συμπλήρωση της εικοσιπενταετίας. 3. Ο υπολογισμός και η απονομή της σύνταξης διέπονται από τις ισχύουσες κάθε φορά καταστατικές διατάξεις του κάθε ταμείου... 5. Τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων των ειδικών ταμείων της παρ. 1 του άρθρου αυτού ορίζονται ως εξής, ανεξάρτητα αν από τα καταστατικά τους προβλέπεται συνταξιοδότηση με όριο ηλικίας ή χωρίς όριο ηλικίας, α. Για όσους έχουν υπαχθεί για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι την 31.12.1982 και συμπληρώνουν το συντάξιμο χρόνο μέχρι την 31.12.1997:... γγ. Το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου για τους άνδρες ... β. Για όσους έχουν υπαχθεί για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι την 31.12.1982 και συμπληρώνουν το συντάξιμο χρόνο από 1.1.1998 και μετά:... γγ. το εξηκοστό (60ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο, προκειμένου για τους άνδρες..., 6. Οι περιορισμοί της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή: ... 12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται για όλους τους ασφαλισμένους των ειδικών ταμείων της παρ. 1, έστω και αν με τις προϊσχύουσες καταστατικές διατάξεις είχαν συμπληρώσει προϋποθέσεις για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος". Εξάλλου, από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου "... καταργείται κάθε άλλη διάταξη της ισχύουσας κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο θέσπισής της, που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα, στα οποία αναφέρονται οι διατάξεις του νόμου αυτού" (άρθρο 43 παρ. 1). Κατόπιν, με το άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α` του ν. 3029/2002, στις διατάξεις του οποίου υπάγονταν και οι ασφαλισμένοι στο ΤΑΠ -ΟΤΕ ορίσθηκε ότι:"... 3. Ασφαλισμένοι των ειδικών Ταμείων, που υπήχθησαν στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1982, θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ..." ενώ με την παρ. 8 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι "8. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν καταλαμβάνουν όσους έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, με βάση ευνοϊκότερες διατάξεις των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, όπως ισχύουν μετά το Ν. 2084/1992, επιφυλασσομένων των διατάξεων του παρόντος που αφορούν τον υπολογισμό της σύνταξης.". Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται, ότι όσοι είχαν ασφαλισθεί στο ΤΑΠ - ΟΤΕ (του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι ήδη το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), πριν την 31.12.1982 και συμπλήρωσαν συντάξιμη υπηρεσία 25 τουλάχιστον ετών μετά την 31.12.1997, δηλαδή από το έτος 1998 και εντεύθεν, θεμελιώνουν δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης είτε με τη συμπλήρωση 35 ετών υπηρεσίας (χωρίς όριο ηλικίας) είτε μετά τη συμπλήρωση 25 τουλάχιστον ετών συντάξιμης υπηρεσίας εφόσον έχουν συμπληρώσει το 60ο (και πλέον) έτος ηλικίας. Τα προαναφερόμενα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης δεν ισχύουν όμως στις περιπτώσεις όπου οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν στις παραπάνω διατάξεις".. .απολύονται χωρίς δική τους υπαιτιότητα ..." (παρ. 6 του άρθρου 10 του ν. 1092/1990), ευεργέτημα που συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν η απόλυση γίνεται για υπηρεσιακούς λόγους, λόγω βούλησης του εργοδότη, συμπλήρωσης του συντάξιμου χρόνου ή ορίου ηλικίας (πρβλ. Ολ.ΑΠ 30/2005). Εξάλλου στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1358/1983 προβλέπεται ότι "1. Αναγνωρίζεται ως χρόνος ασφάλισης για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης που χορηγούν οι οργανισμοί κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Σώματα Ασφαλείας, καθώς και στο Λιμενικό και στο Πυροσβεστικό Σώμα που υπηρέτησαν ως κληρωτοί ή έφεδροι οι ασφαλισμένοι των οργανισμών αυτών. Από το χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε με την ιδιότητα του μόνιμου ή εθελοντή ή ανακαταταγμένου δεν αναγνωρίζονται περισσότερα από τρία χρόνια. Κατ` εξαίρεση, ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου, υπολογίζεται και για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας του και έχει πραγματοποιήσει 3.600 ημέρες εργασίας. Οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας που εξαιρούν από τον υπολογισμό για τη θεμελίωση του δικαιώματος το χρόνο της στρατιωτικής υπηρεσίας δεν εφαρμόζονται για τους ασφαλισμένους που αναγνωρίζουν το χρόνο αυτό σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου ή έχουν αναγνωρίσει το χρόνο αυτό με εξαγορά σύμφωνα με άλλες διατάξεις." ενώ, κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, προβλέπεται ότι "Γενικές ή ειδικές διατάξεις ευνοϊκότερες από το νόμο αυτόν εξακολουθούν να ισχύουν μόνο για όσους είναι ασφαλισμένοι μέχρι τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφόσον αυτοί υποβάλουν σχετική αίτηση μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία μέχρι την 31.12.1985. Εξαιρούνται και διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2054/1952, όπως αυθεντικά ερμηνεύτηκε από το άρθρο 34 του Ν.Δ. 2961/1954". Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν είναι (κατά τον κανόνα) δυνατή η προσμέτρηση του χρόνου στράτευσης για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, λόγω γήρατος, πριν το 58ο έτος της ηλικίας. Η μη δυνατότητα αυτή δεν επηρεάζεται από το ότι ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας των υπαλλήλων του ΟΤΕ, που υπηρέτησαν αυτήν, ενόσω ήταν υπάλληλοι, θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, αφού οι παραπάνω διατάξεις του ΓΚΠ δεν τροποποίησαν τις διατάξεις του ασφαλιστικού δικαίου των ασφαλισμένων στο ΤΑΠ - ΟΤΕ. (AΠ 462/2016). Εξάλλου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η δραστική μείωση του μόνιμου προσωπικού της ΟΤΕ ΑΕ, ορίσθηκε, με το άρθρο 74 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 3371/2005, ότι:... "1. Στο μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε. που, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Τ.Ε., απολύεται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά μέχρι 31.12.2012 και συνταξιοδοτείται μέχρι την ίδια ημερομηνία από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε, το οποίο επιθυμεί να υπαχθεί στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, αναγνωρίζεται τόσος πλασματικός χρόνος ασφάλισης όσος απαιτείται για το σκοπό θεμελίωσης δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης. Για τον υπολογισμό του αναγνωριζόμενου χρόνου το προσωπικό θεωρείται ως υπηρετούν μέχρι τη συμπλήρωση του προς απόλυση ορίου ηλικίας ή του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού Ο.Τ.Ε. ή των προϋποθέσεων άμεσης λήψης σύνταξης κατά τις ισχύουσες διατάξεις. Ο αναγνωριζόμενος χρόνος εξικνείται μέχρι την επέλευση της πρώτης χρονικά εκ των ανωτέρω περιπτώσεων. 2. Το μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε., που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και επιθυμεί να υπαχθεί σε αυτές πρέπει να υποβάλει έγγραφη αίτηση απόλυσης εντός προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου. Η ανωτέρω αίτηση δεν ανακαλείται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου. Η απόλυση συντελείται εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών από τη λήξη της προαναφερόμενης προθεσμίας, 3. Η απόφαση αναγνώρισης και υπολογισμού του αναγνωριζόμενου χρόνου μέχρι τη συμπλήρωση του προς απόλυση ορίου ηλικίας ή του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας, που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ή των προϋποθέσεων άμεσης συνταξιοδότησης κατά τις ισχύουσες διατάξεις, εκδίδεται από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.. Ανάλογη απόφαση αναγνώρισης πλασματικού χρόνου ασφάλισης εκδίδεται από το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε. για τους Κλάδους Επικουρικής Ασφάλισης και Αρωγής ... Ο κατά τα ανωτέρω αναγνωριζόμενος χρόνος ασφάλισης λογίζεται ως πραγματικός χρόνος κύριας και επικουρικής ασφάλισης (Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης και Κλάδος Αρωγής) και συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, καθώς και για τον υπολογισμό του ποσού της κύριας σύνταξης, της επικουρικής σύνταξης και της εφάπαξ χορηγίας. Οι αντιστοιχούσες εισφορές υπολογίζονται κατά περίπτωση με βάση τις τακτικές αποδοχές, όπως αυτές διαμορφώνονται κατά τον τελευταίο μήνα εξόδου του εργαζόμενου. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, μετά την αναγνώριση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης, η θεμελίωση του δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης κατά πλάσμα δικαίου λογίζεται συντελούμενη την επομένη της απόλυσης, οι δε παροχές λόγω συνταξιοδότησης αρχίζουν έκτοτε να καταβάλλονται". Είναι σαφές ότι οι αμέσως παραπάνω διατάξεις τροποποίησαν, (για τους ασφαλισμένους που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής τους και υπέβαλαν σχετική αίτηση), τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης. Από αυτές συνάγεται ακόμη, ότι σκοπός του νόμου ήταν η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης για το προσωπικό που δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις άμεσης λήψης σύνταξης, ανεξάρτητα από το εάν είχε θεμελιώσει ή όχι συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την τελευταία παράγραφο του ίδιου παραπάνω άρθρου σύμφωνα με την οποία "... 5. Σε περίπτωση που παρά την προσθήκη του αναγνωριζόμενου πλασματικού χρόνου, ο απολυθείς δεν θεμελιώνει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, η γενόμενη απόλυση ανακαλείται και ο απολυθείς επανέρχεται στην υπηρεσία από την οποία αποχώρησε, λόγω απολύσεως εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σε αυτόν του σχετικού εγγράφου. Ο χρόνος που ο κατά τα ανωτέρω απολυθείς παραμείνει εκτός υπηρεσίας δεν είναι χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας...". Επομένως στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν όσοι είχαν ήδη θεμελιώσει αξίωση άμεσης λήψης της σύνταξης και όσοι, ούτε θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα ούτε δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, έως το έτος 2012. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εθελουσία αποχώρηση προϋποθέτει καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη, η οποία αποβλέποντας στην εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών και λειτουργικών αναγκών του εργοδότη, αποτελεί γεγονός που λαμβάνει χώρα "χωρίς υπαιτιότητα" του αποχωρούντος προσωπικού. Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της ΟΤΕ ΑΕ, θα αρκούσε αφ` εαυτής για τη θεμελίωση άμεσου δικαιώματος λήψης σύνταξης σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι αποχωρούντες είχαν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης (25ετία ή τον τυχόν, μικρότερο προβλεπόμενο χρόνο για ειδικές κατηγορίες αναπήρων, μητέρων ανήλικων τέκνων κ.λπ.), πλην όμως δεν είχαν συμπληρώσει την αναγκαία ηλικία συνταξιοδότησης (μέχρι την οποία αναστέλλεται κατά τις κείμενες διατάξεις η καταβολή της σύνταξης). Για αυτούς, επομένως, δεν θα απαιτούνταν η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης και έτσι οι εν λόγω αποχωρούντες θα εξαιρούνταν από την εφαρμογή του άρθρου 74 παρ. 1 η εφαρμογή του οποίου προϋποθέτει ότι είναι αναγκαία η αναγνώριση πλασματικού χρόνου για την πλήρωση των προϋποθέσεων "άμεσης λήψης σύνταξης". Παράλληλα η εν λόγω διάταξη, λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί ούτε ανάλογα. Επομένως, η χρήση του όρου "άμεση λήψη σύνταξης" αντί "θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος", δεν ήταν τυχαία αλλά πρέπει να συσχετισθεί με την αμέσως παραπάνω περίπτωση να έχουν συμπληρωθεί μεν τα αναγκαία συντάξιμα έτη όχι όμως και το αναγκαίο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. Να σημειωθεί, ότι εφόσον η καταγγελία της σύμβασης ήταν ανυπαίτια δεν θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης για κανένα από τους απολυόμενους υπαλλήλους. Αυτό θα καθιστούσε εντελώς περιττή τη θέσπιση ως ορίου αναγνώρισης πλασματικού χρόνου "του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας που προβλέπεται από το ΓΚΠ" (35 έτη κατά κανόνα), αφού τα 35 έτη υπηρεσίας θα περιλαμβάνουν 25 τουλάχιστον έτη πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Επομένως η θεμελίωση δικαιώματος "άμεσης λήψη σύνταξης" έχει ως σκοπό όχι (μόνο) τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αλλά κυρίως τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πραγματικής καταβολής της (ΑΠ 462/2016). Στη προκειμένη περίπτωση, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακολούθα ουσιώδη καθόσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσελήφθη την 29.11.1977 από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ΟΤΕ - ΑΕ, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της, οι δε εργασιακές του σχέσεις με την αναιρεσείουσα ρυθμίζονταν από τον έχοντα ισχύ νόμου Γενικό Κανονισμό Προσωπικού και τις ειδικές σσε που συνάπτονταν μεταξύ της εναγομένης και της ΟΜΕ-ΟΤΕ. Ότι με την παρ. 2 του άρθρου 74 του πιο πάνω νόμου ορίστηκε ότι το μόνιμο προσωπικό που εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου και επιθυμεί την υπαγωγή του στο πρόγραμμα της εθελούσιας εξόδου πρέπει να υποβάλει έγγραφη αίτηση απόλυσης, μη δεκτική ανάκλησης, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του πιο πάνω άρθρου και η απόλυση θα συντελείτο εντός προθεσμίας 12 μηνών από τη λήξη της προαναφερθείσας προθεσμίας, ήτοι μέχρι τις 15.10.2006. Ότι η σχετική αίτηση που υπέβαλε ο ενάγων την 29.9.2005 απορρίφθηκε με απόφαση της εναγομένης. Ότι ο ίδιος άσκησε την από 16.3. 2008 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να προβεί σε δήλωση βουλήσεως με περιεχόμενο την απόλυσή του, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις της εθελούσιας εξόδου, η οποία έγινε δεκτή με την 245/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι η ως άνω απόφαση έκρινε με δύναμη δεδικασμένου, δεσμευτικού επί του επίδικου ζητήματος, ότι η παράλειψη της εναγομένης να απολύσει τον ενάγοντα δεν συνιστά αδικοπραξία, παρά μόνο παράβαση των ειδικότερων όρων της εργασιακής του σύμβασης και καταδίκασε την εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως, με περιεχόμενο την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Ότι, επομένως, δημιουργείται υποχρέωση της εναγομένης να αποζημιώσει τον ενάγοντα με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη της από τις διατάξεις των άρθρων 330, 335 και 382 του ΑΚ, αφού η άρνησή της να μην αποδεχθεί την αίτηση του ενάγοντος για εθελούσια αποχώρηση συνιστά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ότι ως εκ τούτου υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία του, η οποία συνίσταται στο ποσό της σύνταξης που θα ελάμβανε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από το ΤΑΠ/ΟΤΕ κατά το διάστημα από 15.10.2006 έως 15.5.2009, συνολικού ποσού 103.660,87 ευρώ. Με το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντίθετα, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1123/2013). Περαιτέρω, η ενοχική ευθύνη προς εκπλήρωση δημιουργείται άσχετα από υπαίτια συμπεριφορά του οφειλέτη, αρκεί δε η μη εκπλήρωση της ενοχής που έχει αναληφθεί συμβατικά. Μόνη η αθέτηση της προϋφισταμένης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν μία υπαίτιος ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία, τούτο δε συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, το οποίο επιβάλλει το άρθρο 914 του ΑΚ, να μην προκαλεί κανείς σε άλλον υπαιτίως ζημία. Στην περίπτωση αυτή, λόγω συρροής ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, η από την αδικοπραξία ευθύνη θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους. Υπό την έννοια δε αυτή είναι δυνατή κατ αρχήν η συρροή ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής από αδικοπραξία ευθύνης. Για τη θεμελίωση όμως της πρωτογενούς αδικοπρακτικής ευθύνης πρέπει να ισχυριστεί και να αποδείξει εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τις προϋποθέσεις της αποζημιώσεως, και συγκεκριμένα την παράνομη ενέργεια του υποχρέου, την υπαιτιότητα αυτού, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της ζημίας. Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα, που επέφερε την ζημία, ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την παράβαση της σύμβασης και τη δημιουργία του επιζήμιου αποτελέσματος, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο ανωτέρω αξιώσεων έγκειται στο ότι, αν η αξίωση θεμελιώνεται στη σύμβαση, ο ενάγων υποχρεώνεται να αποδείξει μόνο την ύπαρξη της σύμβασης και την παράβαση της ενοχικής υποχρεώσεως του οφειλέτη επί της οποίας στηρίζει το περί αποζημιώσεως αίτημα, εναπόκειται δε στον εναγόμενο οφειλέτη να αποδείξει ότι οι ζημίες δεν οφείλονται σε πταίσμα του, αλλά σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, ενώ όταν η αξίωση θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, ο ενάγων υποχρεούται να αποδείξει και το πταίσμα, δηλαδή την υπαιτιότητα του εναγομένου (ΑΠ 1667/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ιστορούμενα στον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι αυτή ευθύνεται προς αποζημίωση λόγω παράβασης συμβατικής υποχρέωσης, χωρίς συγχρόνως να λάβει υπόψη της και να ερευνήσει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μη ευθύνης της και ειδικότερα ότι ανυπαιτίως αγνοούσε ότι ο αναιρεσίβλητος υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3371/2005 περί εθελουσίας εξόδου, παρά τις προσπάθειές της και την εξάντληση εκ μέρους της κάθε δυνατής ενέργειας (η αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι για να απορρίψει την αίτηση του ενάγοντος υιοθέτησε την 10051/26895/1945/15.11.2005 απόφαση του Υπουργού Εργασίας καθώς και τη σχετική απάντηση του ΤΑΠ ΟΤΕ). Ο λόγος αυτός αποδεικνύεται αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι αυτή απέρριψε τον ισχυρισμό θεωρώντας ότι δεσμεύεται ως προς την έκταση της ευθύνης και τη συνδρομή υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας από την τελεσίδικη 1608/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το ίδιο αβάσιμος είναι και ο αυτός λόγος της αναίρεσης κατά το σκέλος που στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 330 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται, (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα δεν ταυτίζεται με τον υπόχρεο να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια (πρβλ ΑΠ 462/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση του άρθρου 298 του ΑΚ, με το σκεπτικό ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ κέρδους και ζημίας διότι ο μεν μισθός καταβάλλεται από την αναιρεσείουσα σε εκτέλεση έγκυρης συμβάσεως εργασίας, η δε σύνταξη από ξένο προς αυτήν νομικό πρόσωπο, δηλαδή το ΤΑΠ - ΟΤΕ, ως αποτέλεσμα της καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της, ορθώς ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις αφού το κέρδος και η ζημία (ανεξαρτήτως του ότι την τελευταία υποχρεώνεται να την καταβάλει η αναιρεσείουσα) προέρχονται από διαφορετικές πηγές. Με την κρίση αυτή η αναιρεσιβαλλομένη δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, επομένως ο σχετικός λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καλή πίστη "θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ` ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 1434/2018, 462/2016). Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, διότι αποβλέπει στην καταπολέμηση της κακοπιστίας στις συναλλαγές και γενικά κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και συνεπώς δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως, διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των εργαζομένων. Ειδικότερα καταχρηστική, κατά την ως άνω διάταξη, άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από την σύμβαση εργασίας, συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οφέλους (ΑΠ 610/2017, 2137/2009). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του εκ μέρους του αναιρεσίβλητου. Ειδικότερα είχε ισχυρισθεί ότι η διεκδίκηση από τον αναιρεσίβλητο των ποσών των συντάξεων που δεν έλαβε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ελάμβανε τις προβλεπόμενες από τις οικείες κανονιστικές ρυθμίσεις υπέρτερες των ποσών των συντάξεων αποδοχές, αντίκειται στις επιταγές της καλής πίστης (ΑΚ 281, 288). Και τούτο διότι: α) η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος, μετά την έκδοση της 1608/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παραιτήθηκαν αμφότεροι από το δικαίωμα προσβολής της με ένδικα μέσα, προκειμένου να τελεσιδικήσει αυτή και να καταστεί δυνατή η καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας (άρθρο 949 ΚΠολΔ), και β) ο αναιρεσίβλητος με την από 22.8.2007 αίτησή του προς την αναιρεσείουσα ζήτησε να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005, δήλωσε δε ότι διατελεί σε πλήρη γνώση ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το ΤΑΠ-ΟΤΕ αρνηθεί να του καταβάλει σύνταξη από την ημερομηνία απόλυσής του, θα επανέλθει στον ΟΤΕ, ενώ ο χρόνος της απουσίας του θα θεωρηθεί ως χρόνος άδειας άνευ αποδοχών και ότι πέραν τούτου, ουδεμία άλλη αξίωση έχει από τον ΟΤΕ για τον ανωτέρω λόγο. Τέλος, γ) ότι η καθυστερημένη και αιφνιδιαστική άσκηση των επίδικων αξιώσεων έρχεται σε προφανή αντίθεση με την προηγούμενη και επί μακρό χρόνο συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια να εμφανίζεται ως ενέργεια αντίθετη προς την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα, εντιμότητα και εμπιστοσύνη, με επαχθείς για την αναιρεσείουσα συνέπειες, τις οποίες και περιγράφει. Ο ισχυρισμός για καταχρηστική άσκηση της επίδικης αξίωσης, επαναφέρθηκε με την έφεση, είχε δε προταθεί και πρωτοδίκως με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, όπως τούτο προκύπτει από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπησή τους, ενώ τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση ως μη νόμιμη. Ως εκ τούτου, ο λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει, όμως, και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Παραμόρφωση, με την έννοια της πιο πάνω διάταξης, είναι και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 1034/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παραιτήθηκε από τις αξιώσεις του τις προερχόμενες από την καθυστέρηση στην καταγγελία της συμβάσεώς του. Ειδικότερα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την παραδοχή της ότι "μετά την έκδοση της ανωτέρω με αριθμό 248/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που κατέστη αμετάκλητη, ο ενάγων υπέβαλε προς την εναγομένη την από 15.5.2009 αίτηση απόλυσής του στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι: Διατελώ επίσης, σε πλήρη γνώση ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (Τοπικό Υποκατάστημα Ασφαλισμένων Κλάδου Σύνταξης του ΤΑΠ-ΟΤΕ) αρνηθεί να μου καταβάλει σύνταξη από την ημερομηνία απόλυσής μου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 3374/2005, θα επανέλθω στον ΟΤΕ ενώ ο χρόνος απουσίας μου θα θεωρηθεί ως χρόνος άδειας άνευ αποδοχών. Πέραν αυτού, ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον ΟΤΕ για τον ανωτέρω λόγο". Από το σαφές περιεχόμενο της δηλώσεως προκύπτει ότι η δήλωσή του "ουδεμία άλλη αξίωση έχω από τον ΟΤΕ για τον ανωτέρω λόγο" αφορά την περίπτωση κατά την οποία, μετά την απόλυσή του από την εναγομένη, το ΙΚΑΜ - ΕΤΑΜ, (στο οποίο εντάχθηκε ο κλάδος σύνταξης του ΤΑΠ - ΟΤΕ), αρνηθεί να του χορηγήσει σύνταξη, οπότε για το λόγο αυτό, δηλαδή ης τυχόν μη συνταξιοδότησής του, δηλώνει ότι δεν διατηρεί αξιώσεις κατά της εναγόμενης ΟΤΕ ΑΕ και δεν αφορά επομένως η δήλωσή του αυτή στην ασκούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωσή του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη και κατά συνέπεια ο ως άνω ισχυρισμός της περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος". Δηλαδή προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε το περιεχόμενο της 15.5.2009 αίτησης απόλυσής κατά το και από την αναιρεσείουσα επικαλούμενο ακριβές αρχικό περιεχόμενό της και ότι το ανέγνωσε ολόκληρο. Επομένως η τυχόν εσφαλμένη αξιολόγηση του περιεχομένου της δεν συνιστά διαγνωστικό λάθος (αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου) ώστε να στοιχειοθετείται ο από τον αρ. 20 του αριθ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4223/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τετρακόσια (2.400) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ