Αριθμός 1908 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2 ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1.Ο. συζ. Α. Ο.-Ο. το γένος Σ. Β. κατοίκου ... και 2. Α.-Ν. συζ. Θ. Π. το γένος Σ. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Μαλαφούρη. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Σ. Β. του Α., 2 Β. Β. του Σ. και 3 Σ.-Α. Β. του Σ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δακτυλίδη Ροζάνα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8884/2001 μη οριστική, 4141/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4871/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-2-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 20-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Εισάγεται προς εκδίκαση αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε σε υπόθεση ακύρωσης, άλλως αναγνώρισης της ακύρωσης λόγω ουσιώδους πλάνης, άλλως λόγω αντίθεσης προς τα χρηστά ήθη πληρεξουσίου εγγράφου, με βάση το οποίο πραγματοποιήθηκαν μεταβιβάσεως συγκεκριμένων ακινήτων. ΙΙ. Κατά το άρθρο 138 παρ 1 ΑΚ; "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη". Ουσιώδες στοιχείο της εικονικότητας είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των μερών που συνεβλήφθησαν, ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 337/2007). Ουσιώδες, άρα, στοιχείο, είναι η βούληση των μερών, η οποία, όπως και η εικονικότητα, πρέπει να αναφέρεται στα ουσιώδη σημεία μιας δικαιοπραξίας (ΑΠ 1169/2003).Και, βέβαια, στην πώληση, το τίμημα συνιστά ουσιώδες στοιχείο της δικαιοπραξίας (ΑΠ1124/2006). Δεν ασκεί, όμως, επιρροή στο κύρος της καταρτισθείσας πώλησης, το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι, και με ποιο τρόπο το τίμημα που συμφωνήθηκε, η δε μη καταβολή του τμήματος, από μόνη της, δεν καθιστά την πώληση εικονική (ΑΠ 269/2007, ΑΠ 74/2006, ΑΠ 483/2005, ΑΠ 787/1994, ΑΠ 1169/2003). Και τούτο διότι, για την κρίση, ως προς την εικονικότητα της σύμβασης πώλησης με επακόλουθο την ακυρότητα της, δεν έχει σημασία η καταβολή η μη του τμήματος ή η αδυναμία καταβολής του ποσού που αντιστοιχεί στην πραγματική αξία του πωληθέντος, ούτε δε η μη καταβολή αφ' εαυτής, προσδίδει στη σύμβαση το χαρακτήρα της εικονικότητας, εφόσον το τίμημα μπορεί να χαρισθεί, να αφεθεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση καταβολής να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο. Το γεγονός, όμως, της μη καταβολής είναι δυνατόν να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο για την εικονικότητα της πώλησης ή, αντίστροφα, το γεγονός της καταβολής να αποτελέσει τεκμήριο για το ότι η πώληση δεν είναι εικονική (ΑΠ 334/2007, ΑΠ 269/2007, ΑΠ 1334/2001, ΑΠ 787/1994). Στην υπό κρίση υπόθεση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε σχετικά με την επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα : "Επί του κύρους της καταρτιζόμενης συμβάσεως πωλήσεως δεν ασκεί καμία επιρροή το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνηθέν τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο...Επομένως ορθώς δεν ετάχθη σχετική απόδειξη αλλ' απερρίφθη ως μη νόμιμο από την συνεκκαλουμένη 4491/1984 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το επικουρικό αίτημα της αγωγής της αναγνωρίσεως ακυρότητας των ως άνω αγοραπωλησιών, λόγω ελλείψεως αντιστοίχου τιμήματος". Πέραν όμως των πιο πάνω νομικών παραδοχών, από την προσήκουσα επισκόπηση (αρθρ 561 παρ 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της αγωγής εξάγεται, ότι σ' αυτή, υπήρχε σαφής ισχυρισμός περί ακυρότητας των σ' αυτήν αναφερομένων συμβάσεων και επίκληση της εικονικότητας τούτων, "αφού στοιχείον της πωλήσεως είναι το τίμημα και αυτό δεν υπήρξε πραγματικά" καθώς και ρητώς διατυπωθέν αίτημα (επικουρικό) "να αναγνωρισθεί η ακυρότητα ... ελλείψει του στοιχείου του τιμήματος", αναφέρονταν δε, επιπρόσθετα και η μη καταβολή του τιμήματος, προς ενίσχυση του ισχυρισμού της εικονικότητας. Αρκούσε όμως, για τις ενάγουσες η επίκληση της εικονικότητας, χωρίς να χρειάζεται η αναφορά άλλων στοιχείων (προβλ. ΑΠ 874/1996). Έτσι, αρκεί η απόδειξη, για το ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, δηλαδή, ότι έγινε όχι σπουδαίως, αλλά κατά το φαινόμενο μόνο, στην απόδειξη δε εμπεριέχεται σιωπηλά και έμμεσα και η επιταγή για απόδειξη όλων των γεγονότων (καταβολή ή μη του τιμήματος, η αγοραία αξία του πράγματος που πωλήθηκε) τα οποία, αποδεικνυόμενα, οδηγούν, κατ' αναγκαίο συμπέρασμα, στην απόδειξη των παραπάνω αποδεικτέων. Δηλαδή η απόδειξη στρέφεται κατά του κύρους της πράξης με βάση τους ορισμούς του ουσιαστικού δικαίου, γιατί έγινε, χωρίς πρόθεση παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων ή με πρόθεση παραγωγής διαφορετικών από εκείνα, της φαινόμενης δικαιοπραξίας αποτελεσμάτων. Δεν απαιτούνται, δηλαδή, επιπρόσθετα, να αναφέρεται ο σκοπός, για τον οποίο γίνεται η εικονική δικαιοπραξία (ΑΠ 783/2006). Επομένως, εφ' όσον, στην προκειμένη περίπτωση, υπήρχαν ισχυρισμοί έπρεπε να είχε κριθεί νόμιμος, και, συνακόλουθα με την προσήκουσα διαδικασία (προισχύσαν δικονομικό καθεστώς), να κριθεί η ουσιαστική ή μη βασιμότητά του. Άρα., αφού διαφορετικά έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη, και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 παρ 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμα. Περαιτέρω δε, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Η υπόθεση πρέπει, μετά ταύτα, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου, από άλλους δικαστές είναι εφικτή (αρθρ 580 παρ 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρ 176, 180,183 ΑΚ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αρ 4871/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος από τρεις χιλιάδες (3.000)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ