Αριθμός 908/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Θεοδωράτο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2009 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 29-10-2009 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 12-10-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 6/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 21-3-2009 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ζήτησε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας να διορθωθούν οι αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Αργοστολίου των περιγραφομένων στην αίτηση ακινήτων, επικαλούμενη επ' αυτών κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο κτήσης και συγκεκριμένα έκτακτη χρησικτησία. Το Ελληνικό Δημόσιο ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 29-10-2009 κυρία παρέμβασή του επικαλούμενο ιδία αυτού κυριότητα στα υπό στοιχ. 2. α,β,γ ακίνητα της ως άνω αίτησης, ως αποτελούντα δασική έκταση και ως εξ υπαρχής αδέσποτα κατά τον χρόνο της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα (1864), περιελθόντα στην κυριότητά του. Ζητούσε δε με βάση το ιστορικό αυτό, να διορθωθεί η εσφαλμένη κτηματολογική εγγραφή και να καταχωρισθεί το ίδιο αποκλειστικός κύριος στα κτηματολογικά βιβλία των ακινήτων αυτών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ'αριθμ 86/2010 απόφασή του δικάζον κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας αντιμωλία των διαδίκων και συνεκδικάζοντας την αίτηση και την κυρία παρέμβαση, απέρριψε ως απαραδέκτως εισαχθείσα κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας την αίτηση ως προς το επίδικο με ΚΑΕΚ ... με στοιχ. Β.β αυτής και δέχθηκε κατά τα λοιπά την αίτηση, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Το τελευταίο άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής την από 4-12-2012 έφεσή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 6/2018 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση ως προς το γεωτεμάχιο της υπό στοιχ. 2β αίτησης με ΚΑΕΚ ... ελλείψει εννόμου συμφέροντος και κατά τα λοιπά δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν αυτήν. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1830 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση. Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 "Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" (Κεφ. Α άρθρο 2 Κεφ. Δ Τμήμα α' άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β' άρθρο 6), των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του ν. ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας" (άρθρο 10.11.13 και 14), του ν. ΣΟΕ/1868 και του ν. ΑΦΙ/1887, συνάγεται ότι επί των κειμένων στην Επτάνησο δασών το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς Νήσου περιουσία, δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμιάς Νήσου. Πράγματι δε, περί της διανομής των εγχωρίων περιουσιών του ν. ΡΝ/1866 μερίμνησαν ακολούθως ο ν. ΥΙΓ/ 1871 για την Ζάκυνθο, ο ν. ΨΙ/1878 για την Κεφαλληνία, ο ν. ΨΞΣΤ/... για την Λευκάδα, ο ν. ΑΦΙ/1887 για την Κέρκυρα (η διαχείριση της εγχωρίου περιουσίας της οποίας είχε ρυθμισθεί ειδικότερα με το ν. ΣΟΕ/1868 "περί της διαχειριστικής επιτροπής της κοινής της νήσου Κερκύρας περιουσίας"), και ο ν. 2355/1920 για τα Κύθηρα. Συνεπώς, επί των κειμένων στην Επτάνησο Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε ιδιώτες βάσει εγγράφου αποδείξεως της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ. αυτού. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β' του Ν. 998/1979, όπως ισχύει, "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", στο οποίο ορίζεται ότι το, κατά την § 1 εδ. α' του ίδιου άρθρου, τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσω όπου ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης (ΑΠ 11/2019). Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στις άνω περιοχές, και ειδικότερα στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π 881/2022, Α.Π 1302/2021, ΑΠ 567/2020, Α.Π 21/2019, ΑΠ 984/2017, ΑΠ 2243/2014). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αυτό, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π 1302/2021, ΑΠ 1635/2018). Με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο και με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθμού 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ειδικού νομικού καθεστώτος που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά πριν από την, κατά το έτος 1864, ένωσή τους με την υπόλοιπη Ελλάδα, ήτοι των άρθρων 423, 424, 425 και 426 του Ιονίου Αστικού Κώδικα (που ίσχυε στην περιοχή από 1/12-5-1841), την υπ' αριθμ. 10 πράξη της Η' Ιονίου Γερουσίας αρ. 1 και 10 "περί επιχωρίων προσόδων" και την ΞΗ' από Μαΐου 1845 πράξη της Ζ' Ιονίου Γερουσίας "περί της χρήσεως των επιχωρίων προσόδων" και σε κάθε περίπτωση ότι παραβίασε το νόμο ΡΝ/1866 "περί Εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης Νομοθεσίας", τον από 21.6.1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", ο οποίος ίσχυε στα Ιόνια Νησιά από της προσαρτήσεώς τους στην Ελλάδα, με το να απορρίψει ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δασική έκταση και ως τέτοια ανήκει κατά κυριότητα σ'αυτό. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), ως προς το κυρίως παρεμβαίνον δέχθηκε ότι "....η δασική μορφή ακινήτου δεν αποτελεί απόδειξη ή τεκμήριο για τη θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αφού, στα δάση των Ιονίων Νήσων δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που θεσπίσθηκε με το β.δ της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών....". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη περιλαμβάνονται, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται σ'αυτή και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 422-429 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, της υπ' αριθμ.10 πράξης της Η Ιονίου Γερουσίας αρ. 1 και 10 "περί επιχωρίων προσόδων" και της ΞΗ από Μαΐου 1845 πράξης της Ζ Ιονίου Γερουσίας "περί της χρήσεως των επιχωρίων προσόδων" και το ν. 21-6-/10-7-1837 περί διακρίσεως κτημάτων. Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που η τελευταία, υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1997, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-10-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 6/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ