Αριθμός 2153/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Νάκου και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ν. Ζ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Της Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Βασιλικής Νακοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3511/2006 μη οριστική και 1329/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4845/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 10-9-2010 αίτησή του και τους από 21-12-2011 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Μαρίας Βασιλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του υπό στοιχείο ΙΙ λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 την απόρριψη των λοιπών λόγων της ασκήσεως αναιρέσεως και των επ' αυτής προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προς εκδίκαση η 1195/2010 αίτηση και το 245/2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 4845/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της προφανούς συναφείας αυτών. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδάφ. β' ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ'αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (Α.Π.240/2011).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθ. .../21-10-2011 και .../23-12-2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λασιθίου …, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αντίστοιχα, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 27-1-2012 επιδόθηκαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής με σχετική σημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 7-12-2012, οπότε κατά τον αυτό τρόπο αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του Κ.Πολ.Δ., αφού ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος είχε νομίμως κλητευθεί για να παραστεί κατά τη πιο πάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειάζονταν νέα κλήση του, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. βΛ και γ' Κ.Πολ.Δ. πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές (Α.Π. 82/2013) και επομένως πρέπει, παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013).Επίσης με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ.ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα, και, κατά συνέπεια, το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση από αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ ( Ολ.Α.Π. 6/2009). Από την επισκόπηση των κατωτέρω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αρ. εκθ. καταθέσεως 6007/2004 αγωγή του ο αναιρεσείων εξέθεσε ότι την 7-12-2002, στο …, ο πρώτος των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, οδηγώντας το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη τούτων ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε, από αποκλειστική υπαιτιότητα του, τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε σοβαρά ο ενάγων-πεζός, υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή περιστάσεις. Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρο, να του καταβάλουν τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή ποσά, για αποζημίωση για θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος (απώλεια εισοδημάτων), χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 Α.Κ. και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και β) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, έκαστος εις ολόκληρο, να του καταβάλουν επί πλέον 264.950 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και 88.776,22 ευρώ, ως χρηματική παροχή του άρθρου 931 Α.Κ., καθώς και να του καταβάλλουν μηνιαίως 733,68 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 6-4-2014 έως 6-4-2035. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε τις εφέσεις των αντιδίκων και εξαφάνισε τις υπ' αρ. 3511/2006 και 1329/2008 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τις οριστικές τους διατάξεις, κράτησε την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους, ο πρώτος των οποίων κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του ενάγοντος, να καταβάλουν σ' αυτόν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 244.127,96 ευρώ. Από το ποσό αυτό 40.000 ευρώ επιδικάσθηκαν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 35.000 ευρώ ως χρηματική παροχή του άρθρου 931. Περαιτέρω, εκτός των άλλων κονδυλίων, με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε και ποσό 28.239,38 ευρώ,ως αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 7-12-2004 έως 31-12-2009, ενώ το αυτό κεφάλαιο για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι το 2035 κρίθηκε ως προώρως ασκηθέν. Με τον υπό στοιχείο Ι λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 και 19 του άρθρου Κ.Πολ.Δ., διότι ψευδώς ερμήνευσε την αόριστη νομική έννοια της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του ευλόγου του άρθρου 932 Α.Κ. κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, το οποίο είναι ασυνήθως χαμηλό. Ο λόγος αυτός, καθ' όσο μέρος αποδίδει ψευδή ερμηνεία του άρθρου 25 αρ. 1 του Συντάγματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα πρόταση (Ολ. Α.Π. 6/2009), ενώ καθ' όσο μέρος προσάπτει ανεπαρκείς αιτιολογίες στον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης και εσφαλμένη ερμηνεία στην έννοια του ευλόγου αυτής, κατ' άρθρο 932 είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου(Α.Π.1087/2010). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή προβάλλει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ" ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική -οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί (ΑΠ. 670/2006). Το ποσό του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ'αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσοστό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συν υπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθεντα, η χρηματική παροχή της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλαδή με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες (Α.Π. 72/2012, Α.Π. 210/2012, Α.Π. 416/2012). Στην προκειμένη περίπτωση ως προς το αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο για επιδίκαση χρηματικού ποσού με βάση το άρθρο 931 Α.Κ. η προσβαλλομένη δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση εξ αιτίας του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού ως άνω σοβαρού τραυματισμού του ενάγοντος, για τον οποίο κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 80% σε νεαρά ηλικία (25 ετών) με ενδεχόμενο κίνδυνο επιδεινώσεως της υγείας του, ο τελευταίος θα παραμείνει πλήρως ανίκανος για κάθε εργασία εφόρου ζωής, θα έχει ανάγκη συνεχούς ιατρικής παρακολουθήσεως, η δε κατάσταση του κρίνεται μη αναστρέψιμη, ενώ παρουσιάζει και σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Για το λόγο αυτό πρέπει, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, να του επιδικασθεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ως αποζημίωση το εύλογο ποσό των 35.000 ευρώ.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε περιόρισε την έρευνα των συνεπειών της σοβαρής αναπηρίας του ενάγοντος μόνο στο οικονομικό μέλλον του, για το οποίο δέχθηκε πλήρη ανικανότητα εφ' όρου ζωής χωρίς να διατυπώνεται καμιά πρόβλεψη για το οικογενειακό και κοινωνικό μέλλον του. Επομένως κρίνεται βάσιμος ο υπό στοιχείο Π λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όσον αφορά στο αγωγικό κονδύλιο του άρθρου 931 Α.Κ. (Α.Π. 333/2011). Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο του πληττομένου δι'αυτού κεφαλαίου της προσβαλλόμενη αποφάσεως της παροχής του (άρθρου 931 ΑΚ ) καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του αναφερόμενου στο αυτό κεφάλαιο αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Με τον υπό στοιχείο III λόγο της αίτησης αναίρεσης και με τον 1ο πρόσθετο λόγο προσάπτονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες του αριθμού 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία απέρριψε το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών για το από 1-1-2010 έως το έτος 2035 χρονικό διάστημα ως προώρως ασκηθέν και δεν εφάρμοσε το άρθρο 929 Α.Κ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα των πλημμελειών αυτών πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το πραγματικό ζήτημα. Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., κατά του ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως (Α.Π. 373/2012). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, ορίζεται, ότι "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του". Περαιτέρω, στο άρθρο 298 ΑΚ διαλαμβάνεται, ότι: "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος). Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρον εφαρμογής του άρθρου 298 ΑΚ, παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί" (ΑΠ 1155/2007). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξη της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' ΑΚ έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ζημία του ενάγοντος που εμφανιζόταν κατά την αγωγή ως πιθανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλά ενδεχόμενη, στην περίπτωση αυτήν η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους με την έννοια που προαναφέρθηκε, η απόρριψη δε αυτή έχει την έννοια ότι η αγωγή ασκήθηκε πρόωρα, χωρίς εντεύθεν να δημιουργείται ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν προκύπτει για τομή οριστική της διαφοράς επί της ουσίας (Α.Π. 601/2010, Α.Π. 2076/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το κεφάλαιο για απώλεια εισοδημάτων μέχρι το 2035 απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθέν με εσφαλμένη εφαρμογή του βάρους απόδειξης και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. Όμως, όπως προκύπτει από τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης, το προαναφερθέν κεφάλαιο απορρίφθηκε ως πρόωρο, διότι το Εφετείο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί του ότι η διαλαμβανόμενη στην αγωγή ζημία και το ύψος αυτής δεν είναι πιθανά, αλλά ενδεχόμενα, ενόψει του αγνώστου του ύψους της επιδότησης του ενάγοντος από το ΙΚΑ, η οποία θα λάβει χώρα στο μέλλον, μετά από την παρέλευση των χρονικών διαστημάτων, για τα οποία θα δοθεί, και δεν απορρίφθηκε λόγω δημιουργίας σ'αυτό αμφιβολίας, ώστε να δημιουργηθεί ζήτημα αντιστροφής του βάρους απόδειξης, όπως ο ενάγων-αναιρεσείων ισχυρίζεται. Κατά συνέπεια και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προταθέντα από τον αναιρεσείοντα πράγματα της αδυναμίας εύρεσης συντρόφου, απώλειας φίλων, αδυναμίας κοινωνικών συναναστροφών, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον τα ανωτέρω προταθέντα δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά πραγματικά επιχειρήματα. Κατά συνέπεια, πρέπει, κατά παραδοχή του υπό στοιχ. II από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το κεφάλαιο της παροχής του άρθρου 931 Α.Κ. και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθεμένου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ. 580 αρ. 3). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων πρέπει, κατανεμόμενα κατά το λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου τούτων, να συμψηφιστούν στο σύνολο τους (Κ.Πολ.Δ. 183, 178 ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την 1195/24-11-2010 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 245/22-12-2011 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους για αναίρεση της 4845/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.- Αναιρεί την 4845/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής.- Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. -Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ