Αριθμός 1549/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Μαρίας Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρου του Αρείου Πάγου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Α. συζύγου Ε. Κ., θυγατέρας Μ. Μ. και της Σ., κατοίκου ..., 2) Φ. Γ. (J.), θυγατέρας Μ. Μ. και της Σ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένουσας στη ..., 3) Α. - Μ. Μ. του Α. και της Α., 4) Μ. Μ. του Α. και της Α., 5) Κ. Μ. του Α. και της Α., 6) Ε. Μ. του Α., 7) Σ. Μ. θυγατέρας του Α. Μ. και της Χ. Ι., κατοίκων ..., 8) Σ. Κ. του Π. και της Ά., κατοίκου ..., 9) Π. - Ά. Κ. του Μ. και της Ε., 10) Κ. - Κ. Κ. του Μ. και της Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Λιακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Ν. Μ. του Μ. και της Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνα Ρήγα και Μιχάλη Δημητρακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 275/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-12-2019 αίτησή τους. Κατόπιν της 1291/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως σε νέα δικάσιμο, η συζήτηση της υποθέσεως επαναλήφθηκε στη δικάσιμο της 26-5-2021, με την από 22-12-2020 κλήση των αναιρεσειόντων. Με την υπ' αριθμ. 204/2021 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού ορισθεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με επιμέλεια κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, η από 10-12-2019 αίτηση αναίρεσης, συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 7-10-2020, δεν εκδόθηκε όμως επ'αυτής, απόφαση διότι με την υπ'αριθμ. 1291/2020 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, έγινε δεκτή η από 18-11-2020 αίτηση αποχής του μέλους της συνθέσεως και εισηγήτριας Μαρίας Μουλιανιτάκη και απεφάνθη ότι η ως άνω αρεοπαγίτης είναι εξαιρετέα της αναφερόμενης υποθέσεως της οποίας είχε οριστεί εισηγήτρια, διατάχθηκε δε η επανάληψη της συζητήσεως σε νέα δικάσιμο που θα οριζόταν με επιμέλεια των διαδίκων, ενώπιον του ιδίου τμήματος του Αρείου Πάγου στην σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει η ως άνω αρεοπαγίτης. Με την από 22-12-2020 κλήση των αναιρεσειόντων επαναφέρθηκε η υπόθεση για συζήτηση κατά την δικάσιμο της 26-5-2021, οπότε και συζητήθηκε, πλην όμως υπήρξε αδυναμία στην έκδοση αποφάσεως, λόγω παραιτήσεως της μετέχουσας κατά την ως άνω δικάσιμο στη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως Προεδρεύουσας Αρεοπαγίτη Αναστασίας Περιστεράκη. Με την 204/2021 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, Γεωργίου Χριστοδούλου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 307 ΚΠολΔ., ορίσθηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 275/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 30-11-2015 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ζητούσε ν' αναγνωριστεί το κληρονομικό του δικαίωμα δυνάμει της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης του αδελφού του, ο οποίος απεβίωσε την 1-2-2015, με την οποία ορίστηκε ότι το σύνολο της περιουσίας του, περιερχόταν στην σύζυγο του και σε περίπτωση συναποβιώσεως με αυτήν κληρονόμος της εγκαθίσταται ο ίδιος (ο ενάγων), καθόσον ο όρος της συναποβίωσης είχε την έννοια ότι και στην περίπτωση της προαποβιώσεως της συζύγου του διαθέτη, μοναδικός κληρονόμος θα ήταν αυτός και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του αποδώσουν τα κληρονομιαία ακίνητα κατά τα αναφερόμενα ποσοστά τα οποία οι τελευταίοι αποδέχθηκαν με τις αναφερόμενες πράξεις αποδοχής κληρονομίας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω διαθέτη οι οποίες καταχωρήθηκαν στο οικείο κτηματολογικό γραφείο. Να αναγνωριστεί κύριος της πιο πάνω κληρονομιαίας περιουσίας και να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών κτηματολογικών εγγραφών. Η εν λόγω αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν με την 26/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Επ'αυτής ασκήθηκε από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες η από 11-5-2018 έφεση τους, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν με την 275/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ συνάγεται ότι, κατά την ερμηνεία των διαθηκών (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑK) αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, πλην έδαφος για τέτοια ερμηνεία παρέχεται, μόνο αν είναι ασαφές το έγγραφο της διαθήκης, οπότε μπορούν να ληφθούν υπόψη και στοιχεία εκτός αυτής κείμενα, όχι δε και όταν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από το περιεχόμενο της διαθήκης, και μόνο, και χωρίς τίποτε άλλο προκύπτει με σαφήνεια αυτό που ο διαθέτης θέλησε. Συνεπώς προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο, εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν είναι δυνατή η ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, με βάση την πιο πάνω γενική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει στην εφαρμογή ειδικών ερμηνευτικών κανόνων (άρθρα 1790 επ. ΑΚ), οι οποίοι θεμελιώνονται στην υποθετική βούληση του διαθέτη, ώστε να διασωθεί το κύρος της διάταξης τελευταίας βούλησης αυτού. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Ειδικότερα, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των διατάξεων τελευταίας βούλησης, γενικοί (άρθρο 173 ΑΚ) και ειδικοί (άρθρα 1790 επ. ΑΚ). Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της (ΟλΑΠ 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 97/2019, ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 1182/2010). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου (Α.Π. 97/2019). Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.ΑΠ. 32/1996, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 120/2017, ΑΠ 113/2011) και το περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 616/2021, ΑΠ 331/2021, ΑΠ 1106/2020), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 1/1999). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π 20/2005, A.Π. 57/2023, ΑΠ 199/2021, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 109/2020). Η δε αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. Α.Π 57/1990, Α.Π 1498/2021). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους. Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. (Α.Π 251/2019). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη καθώς και ότι τον δέχθηκε χωρίς ν' αναφέρει στην απόφασή του, καθόλου αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους καθώς και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (Α.Π 573/2021, Α.Π 1163/2011, Α.Π 96/2010). Περαιτέρω, η δημόσια διαθήκη έχει την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, την οποία ρυθμίζουν τα άρθρα 438, 440 και 441ΚΠολΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ., έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμως τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνον με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Τέτοια γεγονότα που βεβαιώνονται στο δημόσιο έγγραφο της διαθήκης που συντάσσεται στο συμβολαιογράφο, είτε ως γενόμενα από το συμβολαιογράφο που συνέταξε τη διαθήκη, είτε ενώπιόν του, κατά των οποίων ανταπόδειξη μπορεί να γίνει μόνον με προσβολή αυτής ως πλαστής, είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στα άρθρα 1725 έως 1737ΑΚ (Α.Π 458/2021). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ,Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 714/1973, Α.Π 1020/2019, ΑΠ 255/2018, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 432/2016, ΑΠ 151/2015, ΑΠ 17/2012). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τους αριθμούς 19 και 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173, 1781, 1724,1730,1732,1733 παρ. γ του Α.Κ και στην αποδοχή από το Εφετείο πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών, χωρίς απόδειξη. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες με τον λόγο αυτό κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες με το να δεχθεί ότι η επίδικη διαθήκη έχρηζε ερμηνείας, ενώ ήταν σαφής ο περιεχόμενος σ'αυτήν όρος "συναποβιώσει" στον οποίο απέδωσε εσφαλμένη ερμηνεία και κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε τα παραπάνω χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του, είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο περιέχονται αποσπασματικές κατά την κρίση των αναιρεσειόντων και όχι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικών της κρίσης του, αναφορικά με την ύπαρξη κενού και ασάφειας στην επίδικη διαθήκη σε σχέση με τον όρο που περιέχεται σ' αυτή "συναποβιώσει" και χρήσεως ερμηνείας αυτού με στόχο την υποκειμενική βούληση του διαθέτη και την αποδοχή της αγωγής του (αναιρεσιβλήτου) ως βάσιμης κατ' ουσίαν, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και ακόμη δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση και ποια τα αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών αυτής. Ως προς το δεύτερο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η επίδικη διαθήκη έχρηζε ερμηνείας χωρίς απόδειξη και ότι "Αντιπαρέρχεται εν πλήρη σιγή την αποδεικτική δύναμη της επίδικης διαθήκης ως δημόσιας και τις εφαρμοστέες διατάξεις που απορρέουν από αυτήν" ο λόγος είναι επίσης απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια ότι το Εφετείο δέχθηκε τον ως άνω ισχυρισμό, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του καθόλου αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή του, καθώς και ποια ήταν η επίδραση του στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός κατά το πιο πάνω σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο, τις νομίμως προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις, όλα ανεξαιρέτως τα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα που νομίμως και με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι εκτιμώμενα είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικών εκ των οποίων γίνεται ειδικότερη μνεία χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών εγγράφων και σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της (προσβαλλόμενης απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την επίδικη δημόσια διαθήκη, με την αποδεικτική δύναμη που της προσδίδει ο νόμος σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρονται. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ για παραβίαση ευθέως των προαναφερομένων διατάξεων του αστικού κώδικα περί διαθήκης και αυτών του άρθρου 323 του Κ.Πολ.Δ, περί ισχύος στην Ελλάδα αποφάσεως αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου, με το να δεχθεί ότι "Εξάλλου, η διαθήκη αυτή (επίδικος) αποτελούσε συνέχεια της υπ' αριθμ. 1394/1982 του Ε. Μ. ενώπιον συμβολαιογράφου.... που δημοσιεύθηκε στο Ειρηνοδικείο Νυρεμβέργης την 21-10-2016, με το ακόλουθο περιεχόμενο "Εγώ ο Ε. Μ. εγκαθιστώ με την παρούσα τη σύζυγό μου ...μοναδική και αποκλειστική κληρονόμο μου. Δεν θέλω ακόμη σήμερα να ορίσω έναν υποκατάστατο κληρονόμο", ....αφήνοντας σε εκκρεμότητα το ζήτημα του υποκατάστατου κληρονόμου του".... "Άλλωστε, ήδη με τις ως άνω μνημονευόμενες υπ' αριθμ. 1394/1982...δημόσιες διαθήκες τους που δεν είχαν πάψει να ισχύουν, οι δυο σύζυγοι είχαν εξασφαλίσει ο ένας για τον άλλον για την περίπτωση του θανάτου τους, αφού όριζε ο καθένας τον σύζυγό του ως αποκλειστικό και μοναδικό κληρονόμο, άρα ο μόνος λόγος γι' αυτούς να συντάξουν τις νέες υπ' αριθμ. 16949/2000 και 16950/2000 διαθήκες τους, δεν ήταν να εξασφαλίσει ο ένας τον άλλον για την περίπτωση του θανάτου τους αλλά να προστεθεί και ο ενάγων ως κληρονόμος τους, σε περίπτωση που λόγω θανάτου τους δεν θα μπορούσε ο ένας να κληρονομηθεί από τον άλλον...". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Ως προς το σκέλος περί παραβιάσεως ευθέως των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου περί διαθηκών, διότι δεν αναφέρονται πλήρεις οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αλλά αναφέρονται περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν των αναιρεσειόντων αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που όμως δεν αποτελούν έστω και κατά τρόπο συνοπτικό τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που οδήγησαν το Εφετείο στην αποδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου, ούτε καθορίζεται το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων περί διαθηκών. Ως προς δε το σκέλος του λόγου αυτού για παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 323 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο αναφέρεται στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα και αποτελεί λόγο από τον αριθμό 16 και όχι 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι δεν αναφέρεται στο λόγο αυτό, η απόφαση από την οποία το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, το αντικείμενο αυτής της απόφασης, καθώς και τις παραδοχές ως προς την κατάφαση του δεδικασμένου (Α.Π 1410/2017, Α.Π 1324/2013), ούτε σύμφωνα με τις αποσπασματικές κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων παραδοχές που αναφέρονται παραπάνω το Εφετείο δέχεται την αναγνώριση δεδικασμένου αλλοδαπής απόφασης, ως προς την ισχύ της διαθήκης που είχε συνταχθεί από τον διαθέτη στην αλλοδαπή πριν την σύνταξη της επίδικης διαθήκης. Τέλος, τα όσα κατά τα λοιπά διαλαμβάνονται στους προαναφερόμενους λόγους αναίρεσης, με το πρόσχημα των επικαλουμένων παραβάσεων, συνιστούν την κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων, εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρήματα αυτών εξαγόμενα από τις αποδείξεις κατά την κρίση τους, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ' αυτούς πορίσματος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 10-12-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 275/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Εύβοιας. Τέλος, στους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-12-2019 αίτηση για αναίρεση της 275/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ