Αριθμός 1688/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεμιστοκλή Σοφό. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Χ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χρυσό. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 259/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 17-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται προς κρίση αίτηση προς αναίρεση απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που έκρινε για υπόθεση ακύρωσης συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου με βάση το οποίο καταρτίστηκε, στη συνέχεια συμβόλαιο δωρεάς ψιλής κυριότητας ακινήτου από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα προς τον αντίδικό του αναιρεσίβλητο, για το λόγο ότι ο δωρητής, κατά το χρόνο κατάρτισης του πιο πάνω εγγράφου δεν είχε συνείδηση των πραττομένων. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος είναι ανάγκη να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομιστούν να προσδιορίζεται το περιεχόμενό της, να καθορίζει ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν ή μη με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, στο διατακτικό (ΑΠ 376/2004, ΑΠ 679/2005). Απαιτείται ακόμη, όχι, απλά η προσκομιδή, αλλά και η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, δηλαδή, χωρίς την επίκληση δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 926/2007). Ως προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα νοούνται μόνο όσα προσκομίστηκαν νόμιμα, και, κατά συνέπεια, αν το αποδεικτικό μέσο προσήχθη κατά τρόπο απαράδεκτο, όπως με την προσθήκη των προτάσεων, δεν θεωρείται πως προσήχθη νόμιμα (ΑΠ 1646/2002, ΑΠ 28/2006), εκτός αν αφορά αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών του αντιδίκου που προβλήθηκαν κατ' άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ με τις προτάσεις της συζήτησης (αρθρ. 270 παρ. 4 ΚΠολΔ, ΑΠ 1646/2002). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στηρίχθηκε κυρίως στο μη προσαχθέν ή μη επικληθέν αποδεικτικό μέσο, και, επομένως, ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν αυτό συνεκτιμήθηκε επικουρικά και με άλλα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε, κυρίως, το δικαστήριο, της ουσίας (ΑΠ/620/2005, ΑΠ 158/2007, ΑΠ 1685/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, μνημονεύει, πως την ουσιαστική της κρίση εξήγαγε: "από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο .... την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου - εφεσίβλητου και την χωρίς όρκο κατάθεση αντίστοιχα του ενάγοντα - εκκαλούντα στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού ... τις .... ένορκες βεβαιώσεις ... τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, καθώς και από τις ομολογίες που προκύπτουν από τις προτάσεις των διαδίκων [άρθρο 261 ΚΠολΔ] και αναφέρονται ειδικότερα στη συνέχεια...". Επομένως στηρίχθηκε, κυρίως, στα αποδεικτικά αυτά μέσα. Περαιτέρω δε, αναφέρει προς ενίσχυση των παραδοχών της, ότι: "άλλωστε αυτή η πεποίθηση του Δικαστηρίου, ενισχύεται και από τα παρακάτω πραγματικά γεγονότα....γ) τις υπεύθυνες δηλώσεις των συμβαλλομένων του άρθρου 8 του ν. 1599/1986.....". Δηλαδή, η αναφορά στις συγκεκριμένες υπεύθυνες δηλώσεις γίνεται, όχι για να στηρίξει το δικαστήριο κυρίως ή αποκλειστικώς το αποδεικτικό του πόρισμα, αλλά, απλώς για ενίσχυση τούτου, επικουρικά και επιπρόσθετα. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρεσείων αναφέρει, στο δικόγραφο την αναίρεσής του, πως δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας: 1) οι πιο πάνω υπεύθυνες δηλώσεις, γιατί ουδέτερο των διαδίκων μερών τις επικαλέστηκε και 2) το από 10.173/19.6.2001 πιστοποιητικό, ότι δεν οφείλεται φόρος. Όμως, σύμφωνα με όσα νομικά δεδομένα προπαρατέθηκαν: α) οι πιο πάνω υπεύθυνες δηλώσεις ελήφθησαν υπ' όψιν, επικουρικά και "επιπρόσθετα",β) για άπαντα τα παραπάνω έγγραφα, ανεξαρτήτως του τρόπου προσαγωγής τους ουδόλως αναφέρει, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, έπρεπε ο αναιρεσείων: α) το περιεχόμενο τους, β) τους ισχυρισμούς το βάσιμο ή μη των οποίων θα αποδεικνυόταν από αυτό γ) τους λόγους για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δ) το λόγο για τον οποίο τα συγκεκριμένα έγγραφα άσκησαν ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Αντίθετα, ο αναιρεσείων, περιορίζεται να αναφέρει απλά τα πιο πάνω έγγραφα, παραλείποντας όλα τα προαναφερθέντα, επιπρόσθετα στοιχεία. Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, οι οποίοι προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθούν, ως απαράδεκτοι. II. Ο Από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε (ΑΠ 463/2004, ΑΠ1255/2004, ΑΠ 1490/2006) ή, όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 463/2004). Δεν υπάρχει, όμως έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για έλλειψη αναγόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση εξαγομένου πορίσματος απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 75/2005, ΑΠ559/2005, ΑΠ79/2005, ΑΠ561/2008). Αν το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται με σαφήνεια, ελλείψεις, ως προς την αιτιολόγησή του, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 90/2005, ΑΠ408/2008, ΑΠ 1987/2007). Αν όμως, στην απόφαση υπάρχουν δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, έστω και εάν αυτές αντιφάσκουν μεταξύ τους, ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου μία εξ αυτών δεν είναι πλήρης, γιατί το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως, τις αιτιολογίες, αλλά μόνο σε μία απ' αυτές (ΑΠ 475/2004, ΑΠ 481/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει, πώς η προσβαλλόμενη απόφαση, σε συγκεκριμένο σημείο της, διαλαμβάνει αντιφατική αιτιολογία. Συγκεκριμένα, στο ενδιαφέρον, εν προκειμένω, σημείο της η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται τα ακόλουθα: "Άλλωστε αυτή η πεποίθηση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα παρακάτω πραγματικά γεγονότα. Μεταξύ της σύνταξης του επιδίκου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας που ακολούθησε μεσολάβησε χρονικό διάστημα 10 ημερών. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο ενάγων θα μπορούσε να ανακαλέσει το επίδικο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ώστε να μην ολοκληρωθεί η αναφερόμενη μεταβιβαστική δικαιοπραξία, καθόσον δεν αποδείχθηκε ούτε ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η κατάσταση πλήρους ανικανότητας του διήρκεσε ολόκληρο το χρονικό αυτό διάστημα. Αντίθετα, ο ίδιος μερίμνησε, όπως όφειλε, για την έκδοση κάποιων δικαιολογητικών απαραιτήτων για την αναφερόμενη μεταβίβαση, τα οποία και προσκόμισε στη συμβολαιογράφο και συγκεκριμένα α] την με αριθ. 1477/19-6-2001 υπεύθυνη δήλωση του ενώπιον της ΔΟΥ Καλαμάτας, β] την με αριθ. 1332/2001 υπεύθυνη δήλωση του επίσης στην άνω ΔΟΥ και γ] υπεύθυνες δηλώσεις των συμβαλλομένων του άρθρου 8 του ν. 1599/1986". Ο αναιρεσείων εστιάζει την αντίφαση της συγκεκριμένης αιτιολογίας, στο ότι, τα πιο πάνω δικαιολογητικά είχαν εκδοθεί τον Ιούνιο του έτους 2001, και όχι στο δεκαήμερο από 4 έως 14.9.2001, όπως θεωρεί πως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση. 'Ομως τούτο δεν είναι ακριβές. Ειδικότερα: α) η προσβαλλόμενη, ως αντιφατική, συγκεκριμένη αιτιολογία, δεν είναι ούτε η κύρια, ούτε η αποκλειστική του Εφετείου. Αντίθετα, αναφέρεται επάλληλα με την κύρια αιτιολογία της, όπως προκύπτει, κατά τα προαναφερθέντα, από το ότι το δικαστήριο αναφέρει, ότι η κύρια πεποίθησή του, απλά "ενισχύεται", και δεν θεμελιώνεται, κύρια, από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Άρα, αλυσιτελώς, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, προβάλλεται, ήδη, η ανεπάρκεια, ή η αντιφατικότητα της συγκεκριμένης αιτιολογίας, δοθέντος ότι το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στηρίζεται, αυτοτελώς, και στην κύρια αυτής αιτιολογία, β) σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του, Εφετείου, σύμφωνα με τις πιο πάνω διακρίσεις, έχει επαρκή, σαφή, και μη αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της. Η συγκεκριμένη, "επιπρόσθετη", αιτιολογία, δεν αναφέρει, πως ο ενάγων στο πιο πάνω δεκαήμερο εξέδωσε τα συγκεκριμένα έγγραφα (δικαιολογητικά), αλλά, αντίθετα, ότι τα προσκόμισε τότε στην συμβολαιογράφο, σύμφωνα με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές του. Άλλωστε, το Εφετείο δέχεται, ακόμη, πως εκτός από τα πιο πάνω δικαιολογητικά, δεν αποδείχτηκε πώς και ο ήδη αναιρεσείων, βρισκόταν, τότε, σε κατάσταση, πλήρους ανικανότητας. Συνακόλουθα και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρ. 178, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9/11/2007 αίτηση αναίρεσης του Α. Π. κατά της 259/2007 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Αυγούστου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ