Αριθμός 1191/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Ο. του Α., 2) Σ. Ο. του Α., κατοίκων ..., αμφότεροι ατομικά και ως νόμιμοι κληρονόμοι της αποβιώσασας, Μ. Ο., (6-10-2009) σύμφωνα με την .../2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Κουλούκωνα Ρεθύμνης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ζαφειρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ε. Κ. του Ε., κατοίκων ..., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) R.-D. W. του W., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Γ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Γρατσία-Πλατή, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1592/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7971/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/6/2008 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 10/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 26-4-2010 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 11/11/2009 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη, Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Η υπόθεση εισάγεται προς κρίση με την από 26-4-2010 κλήση του δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων Μ. Ο. και Σ. Ο., οι οποίοι με δήλωσή τους συνεχίζουν τη δίκη ως αποκλειστικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της πρώτης αναιρεσείουσας Μ. χήρας Α. Ο., η οποία απεβίωσε την 6-10-2009 (βλ την .../2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου Κουλούκωνα Ρεθύμνου). Δεν αποδεικνύεται όμως κλήτευση της αναιρεσείουσας Ε. Κ. και του αναιρεσιβλήτου W. R.-D.. Επομένως, ως προς αυτούς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, προχωρήσει δε η συζήτηση την ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους (άρθρ. 576 παρ.3ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε το δεύτερο εδάφιο το άρθρο 62 του ν. 4139 (2013). 2.Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλονται οι μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση οριστικές αποφάσεις που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων αυτής πριν να εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Εξάλλου μη οριστική απόφαση είναι και εκείνη του Εφετείου, η οποία μετ' αποδοχή της έφεσης και εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομιστούν από ορισμένους απλούς ομοδίκους έγγραφα για κονδύλια της αγωγής και κατά το μέρος που αφορά τους ιδίους. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο αφού έκανε δεκτή την έφεση των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) εξαφάνισε την εκκληθείσα 1592/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως διακρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής των αναιρεσειόντων για αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα την έκανε εν μέρει δεκτή ως προς το κονδύλιο της ψυχικής οδύνης, επιδικάζοντας στους πρώτη ενάγουσα Μ. χήρα Α. Ο., δεύτερο ενάγοντα Μ. Ο. και τρίτο ενάγοντα Σ. Ο. το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000)ευρώ στον καθένα για την ψυχική οδύνη που δοκίμασαν από το θάνατο του συζύγου και πατέρα τους Α. Ο. κατά το τροχαίο ατύχημα. Ακολούθως, διέταξε επανάληψη της συζητήσεως ως προς τους αναιρεσείοντες Μ. χήρα Α. Ο. και Σ. Ο., προκειμένου να προσκομίσουν βεβαίωση του ΙΚΑ περί του αν εισέπραξαν ή δικαιούνται να εισπράξουν η πρώτη αυτών σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της και ο δεύτερος έξοδα κηδείας. Άρα ως προς αυτούς η εφετειακή απόφαση είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική και απαραδέκτως ασκήθηκε κατ' αυτής η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία και πρέπει εκ του λόγου αυτού να απορριφθεί (αρθρ.577 παρ1-2ΚΠολΔ).Περαιτέρω, ως προς τον αναιρεσείοντα Μ. Ο. η ίδια απόφαση είναι οριστική και τελεσίδικη . Συνεπώς η ένδικη από 18-6-2008 αίτηση αναιρέσεως ως προς αυτόν είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι αναιρέσεως (άρθρ. 577 παρ.3ΚΠολΔ). 3.Ο αναιρετικός λόγος του αριθμ. 1 εδ,,Ι του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παράβαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή. Περαιτέρω κατά την έννοια της περιπτώσεως με αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται με σαφήνεια. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή, ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοούνται μόνο ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά νομικά επιχειρήματα που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία ή έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Στις 8-5-2003 και ώρα 15.55 ο πρώτος εναγόμενος, οδηγούσε με ταχύτητα 60-70 χιλ. την ώρα επί της Ν.Ε.Ο. Χανίων-Ηρακλείου, στην Κρήτη, κατευθυνόμενος από Ρέθυμνο προς Ηράκλειο, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα του δεύτερου εναγομένου, Γεωργίου Αγγελάκη και ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του, στην τρίτη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.". Στο αυτοκίνητο επέβαιναν ο γιος του οδηγού, W. R.-P., στη θέση του συνοδηγού, και η σύζυγος του A. W., στο κάθισμα όπισθεν αυτού (οδηγού). Η άνω οδός, στη χιλιομετρική θέση 76.400, έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας, που διακρίνονται με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτος οδοστρώματος 8,60 μ. και ερείσματα πλάτους 2 μ. στο προς Ηράκλειο ρεύμα και 5,60 μ. στο προς Ρέθυμνο ρεύμα. Στο προς Ηράκλειο ρεύμα παρουσιάζει δεξιά στροφή, όχι απότομη και ελάχιστη κλίση. Δεξιά του οδοστρώματος, στο προς Ρέθυμνο ρεύμα, υπάρχει η είσοδος του ξενοδοχείου "IBEROSTAR GRETA PANORAMA" για την εξυπηρέτηση των εισερχομένων και εξερχόμενων προς αυτό και από αυτό, αντίστοιχα. Εκατέρωθεν των πλευρών του οδοστρώματος υπήρχε πληροφοριακή πινακίδα στάσης λεωφορείου (11-28). Οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, το ασφάλτινο οδόστρωμα ξηρό, ο φωτισμός ημέρας, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών πυκνή και το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 90 χιλ/τρα την ώρα. Ειδικότερα, αρκετοί πεζοί (τουρίστες και εργαζόμενοι στο άνω ξενοδοχείο) βρίσκονταν τόσο στο έρεισμα του προς Ρέθυμνο ρεύματος, όσο και στο έρεισμα του προς Ηράκλειο ρεύματος, πλησίον του εκεί ακινητοποιημένου mini Bus, Οι κινούμενοι στο προς Ηράκλειο ρεύμα οδηγοί, λόγω της δεξιάς στροφής στην πορεία τους, έχουν περιορισμένη ορατότητα, την οποία (ορατότητα) αποκτούν εξερχόμενοι αυτής. Κατά τον άνω χρόνο, ο Α. Ο., σύζυγος της πρώτης, πατέρας του δεύτερου και του τρίτου, αδελφός της τέταρτης και της πέμπτης και γαμπρός της έκτης των εναγόντων, που εργαζόταν στο άνω ξενοδοχείο, εξήλθε από τις κτιριακές εγκαταστάσεις του, με άλλους συναδέλφους και βάδιζε από το έρεισμα του προς Ρέθυμνο ρεύματος στο έρεισμα του προς Ηράκλειο ρεύματος. Η πορεία του ήταν από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου. Αφού έφτασε στη διαχωριστική των αντίθετων κατευθύνσεων γραμμή, ελέγχοντας την κίνηση του προς Ρέθυμνο ρεύματος, ήτοι με το κεφάλι στραμμένο προς το ρεύμα αυτό, επιχείρησε ανέλεγκτα να διασχίσει με γρήγορο βηματισμό και το προς Ηράκλειο ρεύμα, σε απόσταση 25 μ. περίπου από το σημείο, που τα εξερχόμενα από την καμπύλη της δεξιάς στροφής αυτοκίνητα αποκτούν ανεμπόδιστη ορατότητα. Ο πρώτος εναγόμενος τον είδε επί της διαχωριστικής γραμμής, σε απόσταση 10 μ. και πιστεύοντας ότι θα παραμείνει εκεί, συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα των 60-70 χιλ/τρων την ώρα. Μόλις ο πεζός άρχισε να διασχίζει και το προς Ηράκλειο ρεύμα, το αυτοκίνητο τον παρέσυρε και τον τραυμάτισε θανάσιμα. Ειδικότερα, έπαθε βαριές κακώσεις θώρακος και κοιλίας, από τις οποίες, ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ο θάνατος του αυθημερόν (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 67/8-5-2003 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής). Το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος από αμέλεια του και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει σαν μέσος συνετός οδηγός, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και λογική και τις συνήθειες, που επικρατούν στις συναλλαγές και την κυκλοφορία των οχημάτων, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να αντιδράσει αποτελεσματικά και να εκτελέσει τους απαιτούμενους για την αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες και περιστάσεις, όπως όφειλε, δεδομένου ότι έβαινε σε τουριστική περιοχή, με πυκνή κίνηση τόσο οχημάτων, όσο και πεζών και η ορατότητα του περιοριζόταν από τη δεξιά στροφή, που υπήρχε στην πορεία του, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του πριν από οποιοδήποτε δυνάμενο να προβλεφθεί εμπόδιο, μέσα στο πεδίο ορατότητας του (άρθρα 12 και 19 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Ο.Κ,), αλλά, ενεργώντας αντικανονικά, συνέχισε να οδηγεί με ταχύτητα 60-70 χιλ/τρων την ώρα, που ήταν μεν μικρότερη από το επιτρεπόμενο όριο, όχι, όμως και ενδεδειγμένη, λόγω των άνω συνθηκών και περιστάσεων, με αποτέλεσμα, κατά την έξοδο του από τη στροφή, να μην αντιληφθεί την παρουσία και την κίνηση του πεζού, παρά μόνο σε απόσταση 10 μ., αν και μπορούσε να τον αντιληφθεί από απόσταση τουλάχιστον 25 μ. και να προβλέψει την πρόθεση του, αφού, κατόπιν ελέγχου, είχε διανύσει το προς Ρέθυμνο ρεύμα και επιχειρούσε να διασχίσει και το προς Ηράκλειο, χωρίς να ελέγχει την κίνηση και του ρεύματος αυτού και έτσι να επιπέσει επ' αυτού, ενώ αν οδηγούσε με σύνεση, προσοχή, προσήλωση και μικρότερη ταχύτητα, θα μπορούσε να τον αντιληφθεί από απόσταση 25 μ. και να έχει όλα τα χρονικά και τοπικά περιθώρια πραγματοποίησης έγκαιρου και αποτελεσματικού χειρισμού, ήτοι τροχοπέδησης ή αποφευκτικού προς τα δεξιά ελιγμού, έχοντας την προς τούτο δυνατότητα, αφού το πλάτος του προς Ηράκλειο ρεύματος ήταν 4,60 μ., του δε συνεχόμενου αυτού ερείσματος 2 μ. και το ατύχημα έλαβε χώρα μετά το ακινητοποιημένο επί του εν λόγω ερείσματος mini Bus. Για το λόγο αυτό, με την υπ' αριθμ. 790/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε μηνών, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Συνυπαίτιος, όμως, του ατυχήματος θεωρείται και ο θανών, διότι από αμέλεια του, κατήλθε στο οδόστρωμα και το διέσχιζε καθέτως από αριστερά προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, πολύ κοντά από την έξοδο της δεξιάς στροφής, ήτοι από απόσταση 25 μ., που περιόριζε τη δυνατότητα στους κινούμενους οδηγούς να τον αντιληφθούν έγκαιρα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει με επιμέλεια, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, την κίνηση και του προς Ηράκλειο ρεύματος (άρθρο 38 παρ. 4 εδ. ε του Κ.Ο.Κ.), ενώ αν διέσχιζε το οδόστρωμα, ελέγχοντας και το προς Ηράκλειο ρεύμα και σε μεγαλύτερη απόσταση από την έξοδο της στροφής, θα μπορούσε να αντιληφθεί το επερχόμενο όχημα και να περιμένει τη διέλευση του για να συνεχίσει την πορεία του, δίχως να παρεμποδίσει την κυκλοφορία και να διακινδυνεύσει τη σωματική ακεραιότητα του. Με αυτά τα δεδομένα ο βαθμός συμμετοχής στην πρόκληση του ατυχήματος ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε ποσοστό 60% για τον πρώτο εναγόμενο και σε ποσοστό 40% για το θανόντα. Συνεπώς, ο προβληθείς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμός των εναγομένων, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος (άρθρο 5 του Ν ΓΠΝ/1911), έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και να γίνει εν μέρει δεκτός ο επικουρικά προβληθείς τότε ισχυρισμός των ίδιων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος κατά το αναφερόμενο ποσοστό". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, από τις οποίες είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά ,από τα οποία προκύπτει η συνυπαιτιότητα τόσον του οδηγού του αυτοκινήτου, όσο και του θανατωθέντος πεζού, και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς αυτών με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η υπαγωγή δε αυτών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόστηκαν δεν βρίσκεται σε καμία αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ οι ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αναιρεσείοντα σχετικά με την περιγραφή των συνθηκών του ατυχήματος, με την ακριβή θέση του πεζού κατά την στιγμή της παρασύρσεώς του και τον καθορισμό της ταχύτητας του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι επουσιώδεις ελλείψεις που δεν εμποδίζουν,, ούτε αναιρούν, το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα για συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 60% για τον οδηγό του αυτοκινήτου και 40% για τον πεζό, εφόσον οι εν λόγω ελλείψεις και ασάφειες καλύπτονται πλήρως;, εκείνες μεν που αναφέρονται στη θέση του πεζού κατά τη στιγμή της παρασύρσεώς του με την αναφορά "όταν ο θανών άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα προς Ηράκλειο", εκείνες δε που αναφέρονται στον καθορισμό της ταχύτητας του ζημιογόνου αυτοκινήτου από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις, τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας και άρα δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 Κ Πολ .Δ και οι λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι στην ουσία και πρέπει να απορριφθούν . 4. Κατά την σταθερή Νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο με βάση τη διάταξη του άρθρου 932ΑΚ αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε εκ πλαγίου, είτε ευθέως (αρθρ. 559 αρρίθμ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ.), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Επομένως η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, Εξάλλου με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1και 19ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 932ΑΚ και του άρθρου 25 του Συντάγματος, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της αναλογικότητας, επιδικάζοντας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του πατέρα του δεύτερου αναιρεσείοντος από υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά το ως άνω τροχαίο ατύχημα το ποσό των 60.000 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα χαμηλό, λαμβανομένου υπόψη όλων των κριτηρίων των ως άνω διατάξεων των άρθρων 932 του ΑΚ και 25 του Συντάγματος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι παρόντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων (άρθρ.176 και 183ΚΠολΔ0, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18-6-2008 αίτησης για αναίρεση της 7971/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσείουσα Ε. Κ. και τον αναιρεσίβλητο W. R.-D.. Απορρίπτει την ίδια αναίρεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες. Και Καταδικάζει τους παρόντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ