Αριθμός 1537/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη, σύμφωνα με την υπ'αριθμ.66/2013 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βιολέττα Κυτέα, Δήμητρα Λεοντάρη, Μαρία Βασιλάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου) και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Γασπαράτο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1150/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 155/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκειμένου για έφεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.19 του ν.2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (αρ.498) άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του δηλ. πρέπει να εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κεφαλληνίας με αριθμό 500/2011 ο κατηγορούμενος Ε. Κ. του Ε. κηρύχθηκε αθώος των αποδιδομένων σε αυτόν αξιόποινων πράξεων των άρθρων α) 22 παρ.1 του Α.Ν. 1539/1938 "Περί προστασίας Δημοσίων Κτημάτων και β) του άρθρου 23 παρ.1 του Α.Ν. 1539/1938 "Περί Προστασίας Δημοσίων Κτημάτων" ως τροποποιήθηκε με άρθρο 1 παρ.2 Α.Ν. 263/1988 παρ.1 του Ν.Δ/τος 31/1968. Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών άσκησε την 30/2011 έφεσή του. Στην έκθεση εφέσεως, ο ως άνω Εισαγγελέας ζήτησε την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης για τις αθωωτικές της διατάξεις για τους εξής λόγους: "Διότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αθώωσε αυτόν, επειδή δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά όπως αυτά προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία εσφαλμένως αξιολόγησε αποδεικτικό υλικό της δίκης (αποδεικτικά στοιχεία), αφού από την συνδυαστική αυτών θεώρηση και δη από μαρτυρικές καταθέσεις προέκυψε αποχρώντως ότι: Ο κατηγορούμενος την 1nv Ιουνίου 2005 με πρόθεση παραβίασε την με αριθμό 1/20-5-2005 απόφαση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κεφαλληνίας και την υπ' αριθμ. 12/28-11-2005 ομοία απόφαση του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών διότι α) δεν απέσυρε το παλαιό αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες το οποίο τοποθέτησε καθέτως επί της επιφανείας του δρόμου, αφού προηγουμένως αφήρεσε τις ρόδες από το όχημα και το γέμισε με πέτρες κτίζοντας το δεξιά και αριστερά, έτσι ώστε να καθίσταται απροσπέλαστος η οδός και σε οχήματα και σε πεζούς ούτε βεβαίως κατεδάφισε τους όγκους χωμάτων και ευμεγεθών λίθων του οποίους, με χρήμα ερπυστριοφόρου μηχανήματος έχει ρίψει επί του οδοστρώματος και ' έμπροσθεν του οχήματος αποφράσσοντας ολωσδιόλου την εις αυτόν αγροτικόν δρόμο προσέγγιση των δημοτών-κατοίκων του Δήμου Αργοστολίου ήτοι, καθιστώντας αδύνατη τη δι' αυτού κυκλοφορία και συνακόλουθα την πρόσβαση τους στις παρόδιες ιδιοκτησίες τους (αγροτεμάχια, ποιμνιοστάσια). Ενώ κατά τον αυτόν ως άνω τόπο και χρόνο ήτοι κατά την 1η/6/2005 με πρόθεση αυτογνωμόνως, επελήφθη δημοσίου κοινοχρήστου χαρακτήρος και δη κτήματος ευρισκόμενου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δήμου Αργοστολίου, Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.) στην ακίνητο περιουσία του οποίου ανήκει ανέκαθεν και αδιαλείπτως. Και μάλιστα αυτός, χωρίς την νόμιμη δικαστική συνδρομή (αυθαίρετα) και με σκοπό προδήλως την απόκτηση δικαιωμάτων κυριότητος (νομής και κατοχής) εις βάρος του αληθούς και μόνου κυρίου (Δήμου Αργοστολίου) κατά τον ως άνω χρόνο ενώ ήδη από 4-5-2005 είχε αποφράξει κοινόχρηστο αγροτικό (ανώνυμο) δημοτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων και μήκους 100-150 μέτρων τοποθετώντας επ' αυτού καθέτως, ένα πεπαλαιωμένο όχημα, άνευ πινακίδων αριθμού και τροχών γεμίζοντας το εσωτερικά με ευμεγέθεις λίθους ενώ πριν από αυτό και δη σε απόσταση 30 μ. περίπου, περιμετρικώς είχε τοποθετήσει σε σειρά, άλλους λίθους την άνω ημεροχρονολογία ως διεπιστώθη από τους καταγγέλλοντες Π. Σ. και Δ. Ν. παρόντος και του ομοχώριου τους Γ. Α., κατοίκου ..., προέβη μέσω ενός αγνώστου στοιχείου ταυτότητος μέχρι σήμερα εργάτη (πιθανόν Αλβανικής υπηκοότητας) ο οποίος ενεργούσε υπό τις οδηγίες και την άμεσον (προσωπική) εποπτεία-παρουσία του ιδίου στην κατασκευή, τριών τον αριθμόν, οδοφραγμάτων σε απόσταση 30 μ. περίπου το ένα από το άλλο επί του αυτού άνω δρόμου υπό τύπου "οχυρού" - εμποδίων με χρήση ογκωδών λίθων, σιδηροπλεγμάτων και τεμαχίων σιδήρων τα οποία καθέτως στερέωσε στο έδαφος εν είδει οροθετήσεως, περιφράξεως της οδού καθιστώντας ανέφικτη την διέλευση πεζή ή δια οχημάτων του εν λόγω κοινοχρήστου δημοτικού δρόμου τον οποίο αυθαιρέτως καταπάτησε σφετεριζόμενος αυτήν μολονότι αναμφιβόλως τελούσε εν γνώσει ότι αυτός ανήκε στην ακίνητη περιουσία του Δήμου Αργοστολίου ο οποίος ως Ο.Τ.Α δια της ειδικής προς τούτο, εντεταλμένης Υπηρεσίας του (Δ/νη Διοικητικών -Οικονομικών Υπηρεσιών), ο οποίος ασκεί επ' αυτού διακατοχικές πράξεις (διαχείριση και διοίκηση) μέσω της αρμοδίων εντεταλμένων υπ' αυτού υπαλλήλων. Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία προεχόντως ενισχύονται από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και ιδίως εκείνες των Π. Σ., Δ. Ν., Α. Π., Χ. Α., Γ. Α. οι οποίοι, με σαφήνεια κατά την ακροαματική διαδικασία περιέγραψαν λεπτομερώς και με τρόπο κατηγορηματικό βεβαίωσαν, δια της, μετ' επικλήσεως τους, προσκομίσεως δημοσίων εγγράφων και τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων (τα οποία κατέστησαν άλλωστε έγγραφα -αναγνωστέα- κατά την εκδίκαση της υποθέσεως) τον, πέραν πάσης αμφιβολίας, χαρακτήρα, του καταπατηθέντος αυθαιρέτως, υπό του κατηγορουμένου δρόμου ως δημοσίου δημοτικού, τον οποίο η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ο επίδικος δρόμος είναι αγροτικός δρόμος που έχει μήκος περί τα 3 χιλιόμετρα και ότι δεν αποδείχθηκε ότι ήταν δημόσιος, παρότι ο εν λόγω ο "αγροτικός" αυτός δρόμος εξυπηρετεί το σύνολο των κατοίκων του Δημοτικού Διαμερίσματος Φαρακλάτων, Δήμου Αργοστολίου. Προσέτι δε, ο μάρτυς Γ. Α. αναφέρθηκε στο, εξ εγγράφων άλλωστε βεβαιούμενο γεγονός, ότι το Εθνικό Κτηματολόγιο στην τελική του φάση, μετά τη διαδικασία που επαναλήφθηκε εξ αιτίας υποθέσεως κακουργηματικής απάτης, και άλλων κακουργημάτων και πλημμελημάτων τελεσθείσης μεταξύ άλλων και υπό του ίδιου του κατηγορουμένου, παραπεμφθέντος, σημειωτέον αμετακλήτως, δυνάμει του υπ' αριθμ. 984/201 1 Βουλεύματος του ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ απορριφθείσης δι' αυτού, της αιτήσεως αναιρέσεως του ιδίου (Ε. Κ.) κατά του υπ' αριθμ. 404/2010 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών στο ακροατήριο του Τριμελές (για τα Κακουργήματα) Εφετείο Πατρών, απέδωσε τον επίδικο δρόμο στο Δήμο Αργοστολίου. Ενώ δεν δύναται να παροραθεί από σειρά εγγράφων (αναγνωστέων) αποδεικνύεται πλήρως ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του άνω δημοτικού δρόμου. Ενδεικτικά αναφέρομαι στα κατωτέρω αναγνωστέα έγγραφα 1) Την υπ αριθ. 1/2005 Διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κεφαλληνίας, προέκυπτε ότι ο καταληφθείς από τον Ε. Κ. ένδικος δρόμος, ήταν ανώνυμος αγροτικός -δημοτικός δρόμος. 2) Την υπ αριθ. 17/2005 Διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών, δια της οποίας απερρίφθη η ανακοπή του Ε. Κ. κατά της ως άνω 1/2005 Διατάξεως και, έγινε ομοίως δεκτό ότι η καταληφθείσα επίδικη έκταση ήταν συνέχεια του αγροτικού δρόμου. Άξιον μνείας είναι ι ότι η Διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών, στηρίχθηκε, πέραν των άλλων, και στους χάρτες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και σε παλαιά συμβόλαια, στα οποία αναφέρεται ο εν λόγω δρόμος ως δημοτικός-αγροτικός. 3) την υπαριθ.1 102/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που στηρίχθηκε σε αναφερόμενα σε αυτήν αδιάσειστα στοιχεία, και δέχθηκε ότι ο δρόμος είναι αγροτικός δημοτικός επικυρώνοντας το υπ αριθ. 141 57/26.10.2005 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής ,κατά του Ε. Κ. από τον καταληφθέντα παρ' αυτού ένδικο αγροτικό-δημοτικό δρόμο. 4). Από το υπ αριθ. 15.200/16.11.2005 έγγραφο του Δ.Δ.Φαρακλάτίον προς το Δήμο Αργοστολίου, που περιλαμβάνει την υπ αριθ.24/2005 απόφαση του τοπικού συμβουλίου του Τοπικού Διαμερίσματος Φαρακλάτων, ληφθείσα ομοφώνως, προέκυπτε ότι ο δρόμος προϋπήρχε προ αμνημονεύτων ετών και με βάση τις μαρτυρίες των συγχωριανών διαπλατύνθηκε από τη θέση "Στρώμα" προς την περιοχή "Καλάβρους" και κατέστη αμαξωτός δρόμος εδώ και 30 και πλέον χρόνια. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι ο δρόμος αυτός συνεχίζει αμαξωτός για απόσταση 200 περίπου μέτρων από το σημείο όπου ο Κ. Ε. έκλεισε το δρόμο που ενώνει την εθνική οδό Αργοστολίου-Σάμης στην περιοχή Φραγκάτων, με το χωρίο Διλινάτα. 5. το υπ' αριθ. .../1895 συμβόλαιο του τέως Συμβ/φου Αργοστολίου Γ. Μαρκάτου (δηλ.προ 116 ετών που αφορά αγροτεμάχιο στη θέση "Κλεισμάτι" (όμορο τοπωνύμιο με τους Καλάβρους) που είναι στην απέναντι πλευρά του επίδικου δρόμου, γίνεται μνεία ότι ο επίδικος δρόμος είναι δημόσιος. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμάται, ότι ο ακροαματικός, της παρούσης υποθέσεως επανέλεγχος, ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην ενώπιον του ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ, για τα πλημμελήματα, ΕΦΕΤΕΙΟΥ Πατρών είναι επιβεβλημένος ,δοθέντος ότι εσφαλμένως, κατά την εκτίμηση μας το δίκασαν σε πρώτο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κεφαλληνίας ο ήχθη στην έκδοση της εκκαλουμένης (εν μέρει) αποφάσεως του και ενώ, έπρεπε να κηρύξει ΕΝΟΧΟ τον κατηγορούμενο ΕΣΦΑΛΜΕΝΑ έκρινε αυτόν ΑΘΩΟ απαλλάσσοντας τον από την, περί των άνω αποδοθεισών σε αυτόν εγκληματικών πράξεων, κατηγορία". Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή που έκανε δεκτή την έφεση του Εισαγγελέως και κατόπιν αυτού προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της κρινόμενης υποθέσεως. Η παραπάνω έφεση του Εισαγγελέως περιέχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ, καθόσον γίνεται επίκληση των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και εξειδικεύονται συγκεκριμένα περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν και σε συνδυασμό με αυτά αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα οι νομικές, πραγματικές και συγκεκριμένες - πλημμέλειες που με την έφεση αποδίδονται στην πρωτόδικη (αθωωτική) έτσι ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της έφεσης από τον Εισαγγελέα. Σύμφωνα επομένως με τα παραπάνω το Τριμελές Εφετείο Πατρών σωστά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 για να καταλήξει σε ορθή κρίση, κρίνοντας παραδεκτή την έφεση του Εισαγγελέως, η οποία ασκήθηκε, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 474 παρ.2 και 498 εδ.α' ΚΠΔ. Συνακόλουθα δεν έχει υποπέσει η προσβαλλόμενη απόφαση σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει την από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η λόγο αναίρεσης και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που αναφέρονται στο σχετικό λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμες. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αιτιάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ακόμη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται το αιτιολογικό με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα, στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος της (μάρτυρες - έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης ή εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφου η παράλειψη, αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η εσφαλμένη αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων γιατί, στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Πατρών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του αδικήματος του άρθρου 22 παρ.1 Α.Ν. 1539/38, και 23 παρ.1 Α.Ν. 1539/1938 όπως τροπ. Με αρ.1 παρ.2 ΑΝ 263/1968 και του Ν.Δ. 31/68 και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών και χρηματική 700 ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης υπ' αριθμ. 500/2011 Τριμελούς Πλημ/κείου Κεφαλληνίας, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Η επίδικη έκταση βρίσκεται στη θέση "Καλάβρους" του Δημοτικού Διαμερίσματος Φαρακλάτων του Δήμου Αργοστολίου πρόκειται για εδαφική λωρίδα πλάτους 4 μ. και μήκους περίπου 155 μ. Η έκταση αυτή ευρίσκεται αναμφισβήτητα υπό την κατοχή του Δήμου Αργοστολίου στην ακίνητη περιουσία του οποίου ανήκει ανέκαθεν και αδιαλείπτως. Είναι αγροτικός δρόμος ο οποίος έλαβε την ιδιότητα του κοινόχρηστου με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, όπως προκύπτει από τα όσα βεβαιώνουν οι μάρτυρες μετά λόγου γνώσης οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες γειτονικών της επίδικης έκτασης ακινήτων από το σύνολο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Ειδικότερα ο δρόμος αυτός που διασχίζει τις παρακείμενες ιδιοκτησίες υφίσταται από αμνημονεύτων ετών, είχε δε αρχικά τη μορφή μονοπατιού πλάτους 0,5 μ. από όπου μπορούσαν να διέρχονται διαβάτες ιδιοκτήτες των παρακείμενων ιδιοκτησιών αλλά και οι βοσκοί για τη μετάβαση στα ποιμνιοστάσια της περιοχής. Αργότερα αυτός ο δρόμος με τη συνδρομή και των ιδιοκτητών των παρακείμενων ακινήτων διαπλατύνθηκε αποκτώντας πλάτος περί τα 4 μ. και καθιστώντας έτσι δυνατή τη διέλευση και των οχημάτων. Ο δρόμος αυτός συνεχίζει αμαξωτός για απόσταση περίπου 200 μέτρων ενώ μετά τα 200 μέτρα συνεχίζει πάλι ως μονοπάτι μέχρι του σημείου που συναντά το δρόμο ο οποίος ενώνει την εθνική οδό Αργοστολίου - Σάμης. Μάλιστα τη συντήρηση του δρόμου αυτού έχει αναλάβει τα τελευταία χρόνια ο Δήμος Αργοστολίου. Προσέτι δε ο μάρτυς Γ. Α. αναφέρθηκε στο εξ εγγράφων άλλωστε βεβαιούμενο γεγονός ότι το Εθνικό Κτηματολόγιο στην τελική του φάση απέδωσε τον επίδικο δρόμο στο Δήμο Αργοστολίου. Εξάλλου στην υπ' αριθμ. 1/2005 Διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κεφαλληνίας προέκυπτε ότι ο καταληφθείς από τον κατηγορούμενο ένδικος δρόμος ήταν ανώνυμος αγροτικός - δημοτικός δρόμος, ενώ με την 17/2005 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών έγινε ομοίως δεκτό ότι η καταληφθείσα ως κατωτέρω επίδικη έκταση ήταν συνέχεια του αγροτικού δρόμου. Ο κατηγορούμενος την 1-6-2005, χωρίς τη νόμιμη δικαστική συνδρομή (αυθαίρετα) και με σκοπό προδήλως την απόκτηση δικαιωμάτων κατά την 1η/6/2005 με πρόθεση αυτογνωμόνως, επελήφθη δημοσίου κοινοχρήστου χαρακτήρος, και δη κτήματος ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δήμου Αργοστολίου, Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.), στην ακίνητο περιουσία του οποίου ανήκει ανέκαθεν και αδιαλείπτως. Και μάλιστα αυτός, χωρίς την νόμιμη δικαστική συνδρομή (αυθαίρετα) και με σκοπό προδήλως την απόκτηση δικαιωμάτων κυριότητος (νομής και κατοχής) εις βάρος του αληθούς και μόνου κυρίου (Δήμου Αργοστολίου) κατά τον ως άνω χρόνο ενώ ήδη από 4-5-2005 είχε αποφράξει κοινόχρηστο αγροτικό (ανώνυμο) δημοτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων και μήκους 100-150 μέτρων τοποθετώντας επ' αυτού καθέτως, ένα πεπαλαιωμένο όχημα, άνευ πινακίδων αριθμού και τροχών γεμίζοντας το εσωτερικά με ευμεγέθεις λίθους ενώ πριν από αυτό και δη σε απόσταση 30 μ. περίπου, περιμετρικώς είχε τοποθετήσει σε σειρά, άλλους λίθους την άνω ημεροχρονολογία ως διεπιστώθη από τους μηνυτές-καταγγέλλοντες Π. Σ. και Δ. Ν. παρόντος και του ομοχωρίου τους Γ. Α., κατοίκου ..., προέβη μέσω ενός αγνώστου στοιχείου ταυτότητος μέχρι σήμερα εργάτη (πιθανόν Αλβανικής υπηκοότητος), ο οποίος ενεργούσε υπό τις οδηγίες και την άμεσον (προσωπική) εποπτεία-παρουσία του ιδίου στην κατασκευή, τριών τον αριθμόν οδοφραγμάτων σε απόσταση 30 μ. περίπου το ένα από το άλλο επί του αυτού άνω δρόμου υπό τύπου "οχυρού"-εμποδίων με χρήση ογκωδών λίθων, σιδηροπλεγμάτων και τεμαχίων σιδήρων τα οποία καθέτως στερέωσε στο έδαφος εν είδει οροθετήσεως- περιφράξεως της οδού καθιστώντας ανέφικτη την διέλευση πεζή ή δια οχημάτων του εν λόγω κοινοχρήστου δημοτικού δρόμου τον οποίο αυθαιρέτως καταπάτησε σφετεριζόμενος αυτόν μολονότι αναμφιβόλως τελούσε εν γνώσει ότι αυτός ανήκε στην ακίνητη περιουσία του Δήμου Αργοστολίου ο οποίος ως Ο.Τ.Α. δια της ειδικής προς τούτο, εντεταλμένης Υπηρεσίας του (Δ/νση Διοικητικών - Οικονομικών Υπηρεσιών), ο οποίος ασκεί επ' αυτού διακατοχικές πράξεις (διαχείριση και διοίκηση) μέσω της αρμοδίων εντεταλμένων υπ' αυτού υπαλλήλων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση τον ίδιο χρόνο ήτοι με γνώση και βούληση παραβίασε απόφαση του Εισαγγελέως σχετικά με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ αυτού τούτου (ιδιώτη - κατηγορούμενο) και του Δήμου Αργοστολίου (Α'βαθμιου ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ Ο.Τ.Α.). Και μάλιστα, έχοντας πλήρη γνώση ότι εις βάρος του εξεδόθη, κατόπιν της αιτήσεως, με ημεροχρονολογία 10-5-2005 του ΔΗΜΟΥ Αργοστολίου, ως νομίμως εκπροσωπείται, η υπ' αριθμόν 1/20- 5-2005 Απόφαση του Ενταύθα Εισαγγελέως Πρωτοδικών η οποία μάλιστα επεκυρώθη, δυνάμει της αριθμ. 12/28-1 1-2005 ομοίας (Αποφάσεως) του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών δι' ης απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμος η κατ' αυτής από 19ης-7-2005 ΑΝΑΚΟΠΗ του κατηγορουμένου, αυτός ηθελημένως, όχι απλώς δεν συνεμορφώθη προς το διατακτικόν εκείνης (Εισαγγελικής Αποφάσεως προβαίνοντας ως όφειλε και ως υποχρεούτο στην, δι' ιδίας αυτού δαπάνης απομάκρυνση των εκ μέρους του αυθαιρέτως τοποθετηθέντων εμποδίων, από τον κοινόχρηστο κοινοτικό, αγροτικής μορφής, δρόμο πλάτους 4 μ. περίπου και μήκους 100-150 μ. όπου ευρίσκεται στην με το τοπωνύμιο "ΚΑΛΑΒΡΟΥΣ" περιοχή της εδαφικής περιφερείας του Δημοτικού διαμερίσματος Φαρακλάτων Δήμου Αργοστολίου και αρχίζει από τον ομώνυμο οικισμό, συναντάται με τον παλαιό "ΕΝΕΤΙΚΟ" λεγόμενο, δρόμο δια του οποίου συνεδέετο η Ε.Ο. Αργοστολίου-Σάμης στη θέση "ΛΑΝΟΥ" περιφερείας Ομαλών Ν. Κεφ/νίας με το χωριό "ΔΕΙΛΙΝΑΤΑ" Δήμου Αργοστολίου Ν. Κεφ/νίας και μάλιστα, δεν απέσυρε το παλαιό αυτοκίνητο, χωρίς πινακίδες, το οποίο τοποθέτησε καθέτως επί της επιφανείας του δρόμου, αφού προηγουμένως αφήρεσε τις ρόδες από το όχημα και το εγέμισε με πέτρες κτίζοντας το δεξιά και αριστερά, έτσι ώστε να καθίσταται απροσπέλαστος η οδός και σε οχήματα και σε πεζούς, ούτε βεβαίως κατεδάφισε τους όγκους χωμάτων και ευμεγεθών λίθων τους οποίους, με χρήση ερπυστριοφόρου μηχανήματος, έχει ρίψει επί του οδοστρώματος και έμπροσθεν του οχήματος, αποφράσσοντας ολωσδιόλου την, εις αυτόν αγροτικό δρόμο προσέγγιση των δημοτών-κατοίκων του Δήμου Αργοστολίου ήτοι, καθιστώντας αδύνατη την δι' αυτού κυκλοφορία και συνακόλουθα την πρόσβαση τους στις παρόδιες ιδιοκτησίες τους (αγροτεμάχια, ποιμνιοστάσια). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος και να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί παραγραφής της πράξης ισχυρισμός του. Περαιτέρω δεν συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας αφού δεν υφίσταται ταυτότητα πράξης απορριπτόμενου του αντιθέτου ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Ειδικότερα η κρινόμενη πράξη έχει τελεστεί την 1-6-2005 ενώ οι επικαλούμενες που έχουν αποδοθεί στον ίδιο κατηγορούμενο και αφορούν την παράβαση του άρθρου 23 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, αναφορικά οι ακόλουθες ποινικές διώξεις (ABM A05/762/29-11-2005, ΑΒΜ Γ05/681/6-6-2006) έχουν τελεστεί στις 4-5-2010". Με βάση αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της κατάληψης δημοτικού ακινήτου για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 19, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 51, 53, 79, 94 παρ.1, 96 Π.Κ., 22 παρ.1 του Α.Ν. 1539/1938 και αρ.23 παρ.1 Α.Ν. 1539/1938 ως ισχύει με την τροποποίηση του Α.Ν. 263/1968 και του Ν.Δ/τος 31/1968 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή δηλ. η αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα το δικάσαν Εφετείο α)εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων του ότι δηλ. η επίδικη έκταση "από αμνημονεύτων χρόνων" είχε την ιδιότητα του κοινοχρήστου και ανήκει αναμφισβήτητα στην ακίνητη περιουσία του Δήμου Αργοστολίου και η γνώση αυτού από τον αναιρεσείοντα και η κατάληψή της από αυτόν και δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδική αξιολόγηση συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ότι δεν εξειδικεύεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η έννοια της "αμνημονεύτων χρόνων κατοχής του επιδίκου από το Δήμο Αργοστολίου" είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης γίνεται σαφής παραδοχή του κοινόχρηστου - κοινοτικού χαρακτήρα του επιδίκου δια της από αμνημονεύτων χρόνων χρήσεως αυτού από το Δήμο και τους δημότες. Επίσης η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια όλη η επίδικη λωρίδα αποτελεί κοινόχρηστη - κοινοτική οδό είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι ολόκληρος η επίδικη έκταση θεωρείται κοινόχρηστη οδός δημιουργηθείσα από αμνημονεύτων χρόνων για την εξυπηρέτηση των δημοτών και τρίτων αγνώστων ανθρώπων. Επίσης η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισε και ειδικότερα α)η με αριθμό 75/2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της τοπογράφου μηχανικού Ν. Π. που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης β)η από 4-6-2006 έκθεση αυτοψίας του Προϊσταμένου της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Αργοστολίου Λ. Π., καθώς και των τοπογράφων - υπεύθυνων του Γραφείου Πολεοδομικών Εφαρμογών του Κτηματολογίου του Δήμου Αργοστολίου Γ. Β. και γ)τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Κεφαλληνίας, είναι αβάσιμη, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν και συνεπώς ελήφθησαν υπόψη από το δικάσαν δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης περί της ενοχής του αναιρεσείοντος. Το γεγονός ότι δεν εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. στοιχ.Δ και Ε ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη για έλλειψη, ως προς την κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων, που αναφέρονται παραπάνω είναι αβάσιμοι. Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων προβάλλονται απαραδέκτως γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-12-2012 αίτηση του Ε. Κ. του Κ. για αναίρεση της με αριθμό 1150/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ