Αριθμός 1330/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "G. H. Α. Α. Ε.", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αποστόλη Μουλαγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2375/2013 μη οριστική και 4094/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3912/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη, από 17-9-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6645/618/20-9-2017), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3912/2017 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 11-11-2012 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 19768/885/7-2-2013) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι στις 3-4-2012 ο μη διάδικος Ε. Σ., οδηγώντας Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της μη διαδίκου ανωνύμου εταιρείας, με την επωνυμία "Μ. Σ. Α.", το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους αστική του ευθύνη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, από υπαιτιότητά του, συγκρούσθηκε με δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο ίδιος (αναιρεσίβλητος), με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί σωματικές βλάβες και να καταστραφεί ολοσχερώς η δίκυκλη μοτοσικλέτα του. Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να του καταβάλει για θετική και αποθετική ζημία του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθική βλάβης και αποζημίωση, εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., το συνολικό ποσό των 460.241,45 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, αρχικώς, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2375/2013 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και, ακολούθως, η υπ' αριθμ. 4094/2014 οριστική απόφαση αυτού, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, για τις προαναφερθείσες αιτίες, το συνολικό ποσό των 167.930,45 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Εναντίον της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι διάδικοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντίθετες εφέσεις, η αναιρεσείουσα την από 29-1-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 574/2015) έφεσή της και ο αναιρεσίβλητος την από 15-1-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 574/2015) έφεσή του, με τις οποίες και οι δύο διάδικες πλευρές παραπονούνταν κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού έγιναν εν μέρει δεκτές αυτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 4094/2014, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακρατήθηκε η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, για τις προαναφερθείσες αιτίες, συνολικό ποσό 98.735,45 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβάλλονταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 69/2019, Α.Π. 49/2019). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ., στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 49/2019, Α.Π. 301/2018, Α.Π. 1685/2017, Α.Π. 1500/2002, Α.Π. 1070/2001). Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους". Κατά το άρθρο 19 παρ. 1, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά δε την παράγραφο 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν..." (Α.Π. 550/2021, Α.Π. 199/2018). Κατά το άρθρο 13 παρ. 2, "ο οδηγός... οφείλει κατά το χρόνο της οδήγησής του να είναι σε θέση να ελέγχει το όχημά του..." και, τέλος, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, περ. β', "Ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής: Ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει προ της ειδικής γραμμής διακοπής αυτής ή, αν δεν υπάρχει τέτοια, σε αρκετή απόσταση από το σηματοδότη, ώστε η σηματοδότηση να είναι σε αυτόν ευχερώς ορατή, να παραμένει δε σε στάση μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φως. Επίσης υποχρεούται να μην εισέρχεται στον οδικό κόμβο ούτε να κινείται πάνω στις διαβάσεις πεζών, εάν ο σηματοδότης είναι τοποθετημένος στο μέσο ή στην απέναντι πλευρά του κόμβου" και περ. γ', "Κίτρινο σταθερό φως κυκλικής μορφής: Ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει, όπως και προ ερυθρού φωτός, εκτός αν βρίσκεται τόσο κοντά στο σηματοδότη, ώστε να μην μπορεί να κάμει αυτό ασφαλώς". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 1284/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του ασφαλισμένου της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 3-4-2012 και περί ώρα 10:05 π.μ., ο ενάγων, (ήδη αναιρεσίβλητος) οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, εκινείτο στο μέσο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Λαοδικείας στη Νίκαια Αττικής, στο ρεύμα κυκλοφορίας που άγει από την πλατεία Δαβάκη προς την Πλατεία Χαλκηδόνος και στο ύψος που η ανωτέρω οδός διασταυρώνεται κάθετα με την οδό Κύπρου. Η οδός Λαοδικείας είναι μονόδρομος, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρων. Κατά τον ως άνω χρόνο, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κάποια αιτία και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική. Στον ίδιο παραπάνω τόπο και χρόνο ο πρώτος εναγόμενος Ε. Σ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ όχημα, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της οδού Κύπρου, με κατεύθυνση από Πειραιά προς Νίκαια, στο ύψος που αυτή διασταυρώνεται κάθετα με την οδό Λαοδικείας. Η οδός Κύπρου είναι επίσης μονόδρομος, με μικρή ανωφερική κλίση και πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρων. Στην ως άνω διασταύρωση η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες. Όταν όμως ο ενάγων, έφθασε στην ως άνω διασταύρωση και λόγω της πράσινης ενδείξεως του φωτεινού σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του, συνέχισε ευθεία και εισήλθε σ' αυτή, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είχε επίσης προσεγγίσει την ίδια διασταύρωση, παραβιάζοντας την υπάρχουσα στην πορεία του ερυθρή ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη, εισήλθε επίσης σ' αυτή, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία της κανονικώς κινούμενης μοτοσυκλέτας και η τελευταία να προσκρούσει, με την αριστερή εμπρόσθια πλευρά της, στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του ως άνω φορτηγού. Για τις ανωτέρω συνθήκες του επιδίκου ατυχήματος, καταθέτει με σαφήνεια ο αυτόπτης μάρτυς, σύμφωνα και με τη σχετική έκθεση αυτοψίας, Θ. Β., ο οποίος στεκόταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, έξω από την οικία του, επί της οδού .…. αριθμ. .., και κατά τον οποίο μάρτυρα, η μοτοσυκλέτα του ενάγοντος εκινείτο στην οδό Λαοδικείας, έχοντας πράσινο σηματοδότη στην πορεία της, οπότε η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη για τα οχήματα που εκινούντο στην οδό Κύπρου, ήταν ερυθρή, αλλά επιβεβαιώνει εμμέσως πλην σαφώς και αυτός ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος οδηγός στην προανακριτική του εξέταση, στην οποία καταθέτει: "στη διασταύρωση με την οδό Λαοδικείας στην πορεία μου είχα πορτοκαλί σηματοδότη και θεώρησα ότι θα προλάβαινα να περάσω. Όντως όταν πέρασα ο σηματοδότης στην πορεία μου ήταν πορτοκαλί, ωστόσο πιθανώς το πίσω μέρος του φορτηγού που οδηγούσα να πέρασε με ερυθρό σηματοδότη". Στην ίδια κατάθεση δηλώνει ότι υπαίτιο για το ατύχημα θεωρεί τον εαυτό του και επιθυμεί την πλήρη αστική αποζημίωση του ενάγοντος. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, ο οποίος δεν διέκοψε την πορεία του προ του ερυθρού σηματοδότη, όπως είχε υποχρέωση κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 αρ. β του ΚΟΚ, αλλά συνέχισε αυτή με αποτέλεσμα να συμβεί το επίδικο ατύχημα. Σημειωτέον ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, έχει κριθεί ένοχος και καταδικαστεί για την προκληθείσα στον ενάγοντα σωματική βλάβη στο ένδικο ατύχημα, με την 5568/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Από τις ίδιες παραπάνω συνθήκες προκύπτει ότι κανένα ποσοστό συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, δεν βαρύνει τον ενάγοντα οδηγό της μοτ/τας, αφού ο τελευταίος εκινείτο κανονικά στην πορεία του, δεν μπορούσε δε να θεωρήσει ως πιθανή την παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη εκ μέρους του πρώτου εναγομένου οδηγού. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων οδηγούσε με μεγαλύτερη του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητα και το γεγονός αυτό συντέλεσε στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, αφού η ακριβής ταχύτητα της μοτ/τας δεν διακριβώθηκε, και αληθής όμως υποτιθέμενος ο ως άνω ισχυρισμός, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, αφού αυτή επήλθε από την κατά τα ανωτέρω παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη εκ μέρους του πρώτου εναγομένου οδηγού που δεν κατέλιπε στον ενάγοντα οποιοδήποτε περιθώριο αντίδρασης. Για τον ίδιο λόγο δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, η διαπίστωση κατόπιν τοξικολογικής εξετάσεως, στο αίμα του ενάγοντος παρουσίας 11-nor-A9-THC-9- καρβοξυλικού οξέως, πλην όμως μόνη η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί για να αχθεί το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια τοξικών ουσιών, που επηρέασαν την οδηγητική του συμπεριφορά. Επομένως, η υποβληθείσα από την τρίτη εναγόμενη παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και νομίμως επαναφερόμενη στην παρούσα δίκη με σχετικό λόγο εφέσεως, ένσταση περί συνυπαιτότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος τυγχάνει απορριπτέα, ως ουσία αβάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο της επιδίκου συγκρούσεως τον πρώτο εναγόμενο οδηγό και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που ισχυρίζεται αυτή με τους πέντε πρώτους λόγους της πρώτης των ανωτέρω εφέσεων, κρίνονται αβάσιμα και οι σχετικοί λόγοι απορριπτέοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε, κατά τούτο, την πρωτόδικη, υπ' αριθμ. 4094/2014, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της προκλήσεως του τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου Ε. Σ., απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσία την σχετική ένσταση περί συνυπαιτιότητας του παθόντος αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 300 του Α.Κ.), που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα, της οποίας και απορρίφθηκαν, ως αβάσιμοι, οι συναφείς λόγοι τής, από 29-1-2015, εφέσεώς της. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 300 και 330 του Α.Κ., καθώς και αυτές των άρθρων 6 παρ. 1, περ. β' και γ', 12, 16 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τους οποίους ορθά εφάρμοσε: α) ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του Ε. Σ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και β) την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, αφού έκρινε ότι, αν και δεν διαπιστώθηκε η ακριβής ταχύτητα, με την οποία εκινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα κατά το χρόνο του ατυχήματος, η εκ μέρους του τελευταίου οδήγηση υπό την επήρεια καρβοξυλικού οξέος δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι, αν και δεν διακριβώθηκε η ακριβής ταχύτητα της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας κατά το χρόνο πριν την σύγκρουση, όπως και οδήγηση του αναιρεσιβλήτου υπό την επήρεια καρβοξυλικού οξέος, εν τούτοις, τα στοιχεία αυτά δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα και η σύγκρουση δεν θα είχε αποφευχθεί καθώς και οι συνέπειες αυτής, εν όψει της απρόβλεπτης εισόδου του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου στη διασταύρωση, αν και ο φωτεινός σηματοδότης στην πορεία του έδειχνε κόκκινο φως, η οποία κίνηση του οδηγού του τελευταίου αυτοκινήτου έγινε χωρίς την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια, που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει, ώστε να μην εισέλθει στη διασταύρωση και να παρεμβληθεί στην πορεία τής κανονικώς κινούμενης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος και να αποφύγει την σύγκρουση με αυτήν. Η κρίση δε του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 1310/2014). Επομένως, με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ως προς την κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας και την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγήσεως υπό την επήρεια καρβοξυλικού οξέος και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, συνεπώς, οι δεύτερος και τέταρτος, κατά το οικείο σκέλος τους, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300, 330 του Α.Κ. και, 6 παρ. 1, περ. β' και γ', 12, 16 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ. και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου. Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός Ε. Σ. στην πρόκληση αυτού (ατυχήματος) και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, με την είσοδό του στην διασταύρωση, παρά την ύπαρξη κόκκινου φωτός στο σηματοδότη, που ρύθμιζε την κυκλοφορία του οχήματός του, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε αμέλειας στο ένδικο ατύχημα του αναιρεσιβλήτου, οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο Ε. Σ., σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι ο ως άνω οδηγός, οδηγώντας το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί πλήρη έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματός του, ώστε να μπορεί να επιχειρεί τους κατάλληλους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, εισήλθε στη διασταύρωση της οδού Κύπρου, επί της οποίας εκινείτο, με την οδό Λαοδικείας, αν και ο φωτεινός σηματοδότης, που ρύθμιζε την πορεία του, έδειχνε κόκκινο φως, το οποίο ο τελευταίος, πλησιάζοντας στην διασταύρωση, εγκαίρως εντόπισε και εισερχόμενος σε αυτήν (διασταύρωση) παρεμβλήθηκε στην πορεία της κινούμενης επί της οδού Λαοδικείας δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος, με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα του τελευταίου, κινούμενη στο μέσο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Λαοδικείας, να προσκρούσει με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος της στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, σύγκρουση η οποία προκάλεσε τη βίαιη πτώση του αναιρεσιβλήτου επί του οδοστρώματος, εξειδικεύοντας δηλαδή και τα σημεία συγκρούσεως επί της διασταυρώσεως καθώς και τα σημεία συγκρούσεως των οχημάτων. Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως, διέλαβε το Εφετείο ότι ο εν λόγω οδηγός δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά, που να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι, αν και εκινείτο με μη εξακριβωθείσα ταχύτητα, σε σημείο όπου το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας έχει καθοριστεί σε 50 χλμ/ώρα και υπό την επήρεια καρβοξυλικού οξέος, η οδήγησή του αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, ούτε ότι η έλλειψη των ως άνω παραβάσεων θα ήταν ικανή να αποτρέψει το ένδικο συμβάν, αφού η αιφνίδια είσοδος του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ε. Σ. στην διασταύρωση των δύο προαναφερθεισών οδών και η παρεμβολή στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας του αναιρεσιβλήτου, δεν θα επέτρεπε, σε κάθε περίπτωση, στον τελευταίο να δράσει διαφορετικά, πέραν του ενστικτώδους και επιτρεπτού αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά που πραγματοποίησε, λόγω της πολύ μικρής απόστασης των δύο οχημάτων κατά την παραπάνω είσοδο. Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του ασφαλισμένου της αναιρεσείουσας και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας αποκλειστικώς υπαίτιο αυτόν, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο τελευταίος ως προς την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Επομένως, οι πέντε πρώτοι των λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 298 εδάφ. α' του Α.Κ. η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 929 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για την σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, όπως είναι, κατά ενδεικτική αναφορά, οι καταβολές για αγορά φαρμάκων, οι αμοιβές γιατρών, η δαπάνη για την παραμονή του στο νοσοκομείο ή την κλινική, για τη φυσικοθεραπεία, για μίσθωση αυτοκινήτου ΤΑΧΙ προς μεταφορά του παθόντος σε νοσοκομείο ή για τη μετάβασή του σε εξετάσεις και παρακολούθηση, για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου είτε στην οικία του είτε στο νοσοκομείο, για τη λήψη βελτιωμένης τροφής, όσο τούτο επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τα εν γένει έξοδα του συνοδού του, σε περίπτωση μετακινήσεώς του σε άλλη πόλη, εφόσον η παρουσία του συνοδού κρίνεται αναγκαία κ.ά. και έτσι με κριτήριο την αναγκαιότητα ή όχι πραγματοποιήσεως της δαπάνης θα υποχρεωθεί ή όχι ο υπόχρεος σε αποζημίωση να καταβάλει τη συγκεκριμένη δαπάνη ως οφειλόμενη ζημία (Α.Π. 1092/2022, Α.Π. 909/2022, Α.Π. 306/2022, Α.Π. 1207/2017, Α.Π. 1935/2013, Α.Π. 2176/2009). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους έκτο και όγδοο λόγους της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 929 εδάφ. α', 297, 298 εδάφ. α' και 914 του Α.Κ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου και με ελλιπείς αιτιολογίες, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμο κατ' ουσίαν: α) το κονδύλιο της αγωγής για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου από τον ενάγοντα και επιδίκασε σε αυτόν, για τον ανωτέρω λόγο, συνολικό ποσό 4.200 ευρώ, αν και δεν προσκομίστηκε καμία ιατρική βεβαίωση για την αναγκαιότητα της εν λόγω δαπάνης, αν εκδόθηκαν από την προσληφθείσα ως αποκλειστική νοσοκόμο οι σχετικές αποδείξεις υπηρεσιών και αν η πρόσληψή της αναγγέλθηκε στο Ι.Κ.Α., στον Ο.Α.Ε.Δ. και στην Επιθεώρηση Εργασίας (έκτος λόγος) και β) το κονδύλιο για βελτιωμένη τροφή του αναιρεσιβλήτου και επιδίκασε σε αυτόν, για τον ανωτέρω λόγο, ποσό 500 ευρώ, χωρίς να εκθέτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αποδείξεις αγοράς τέτοιας διατροφής και συγκεκριμένη ιατρική σύσταση προς λήψη αυτής. Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, σε σχέση με τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου κατά το τροχαίο ατύχημα που περιγράφηκε προηγουμένως και τις δαπάνες αντιμετωπίσεώς του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, εξαιτίας της, κατά τα προεκτιθέμενα, έκτασης και του είδους των τραυμάτων του, ο ενάγων αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, για το διάστημα από την ημερομηνία του τραυματισμού του και για χρονικό διάστημα επτά μηνών, έχοντας, για το λόγο τούτο, χρεία υπηρεσιών περιποιήτριας, τις οποίες του προσέφεραν, καθημερινά, αφενός, επί δωδεκάωρο, η Κ. Π. στην οποία κατέβαλε το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως και συνολικά αυτό των 4.200 ευρώ ... Επιπλέον, για την αποκατάσταση και ενδυνάμωση του κα¬τάγματος και για την ανάπλαση των οστών, απαιτήθηκε, η λήψη τροφών πλούσιων σε ασβέστιο, πρωτεΐνες και βιταμίνες και μάλιστα αυξημένες κατά πολύ σε ποσότητα από τις συνήθεις τις οποίες ελάμβανε ένας υγιής άνθρωπος. Έτσι ο ενάγων προέβη στη λήψη των ανωτέρω τροφών, για χρονικό διάστημα δύο μηνών, που κρίνεται αναγκαίο και ικανό για την αποκατάσταση των τραυμάτων του και δαπάνησε για την αιτία αυτή, το επιπλέον ποσό των 5 ευρώ ημερησίως και συνολικά για το ανωτέρω διάστημα, το ποσό των 300 ευρώ (5 ευρώ X 60 ημέρες)". Οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, όσον αφορά την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον η ιατρική βεβαίωση για την ανάγκη προσλήψεως αναγκαστικής νοσοκόμου και τη λήψη βελτιωμένης τροφής δεν είναι από τα στοιχεία, τα οποία, κατά νόμον, απαιτούνται για την θεμελίωση του εν λόγω δικαιώματος (Α.Π. 1276/2005), ούτε τα στοιχεία, που επικαλείται η αναιρεσείουσα με την αίτησή της. Συνεπώς, όσον αφορά τα προαναφερθέντα κονδύλια, που επιδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., με το να αρκεστεί σε στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτούνται για τη θεμελίωση του δικαιώματος αποζημιώσεως για νοσήλια. Όσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες ως προς τα επιδικασθέντα στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο ποσά για την αποζημίωσή του εξ αιτίας της ανάγκης προσλήψεως αποκλειστικής νοσοκόμου λόγω του τραυματισμού του και λήψεως από αυτόν βελτιωμένης τροφής, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων, στην προκείμενη περίπτωση, προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, το αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους έκτο και όγδοο λόγους της αναιρέσεώς της, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι, διότι ανάγονται σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με τα προαναφερθέντα κονδύλια και, επομένως, υπό την επίφαση επικλήσεως περί παραβιάσεως από το ανωτέρω άρθρο, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προαναφερόμενη αιτιολογία, στέρησε από αυτήν νομίμου βάσεως και δη επαρκούς αιτιολογίας, επειδή δέχθηκε ως ορθή την έκθεση του διορισθέντος πραγματογνώμονα ιατρού Κ. Δ. και παρέκαμψε ως εσφαλμένη και ως στερούμενη έννομης επιρροής την από 6-11-2013 ιατρική έκθεση του διορισθέντος ιατρικού συμβούλου Μ. Λ.. Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, επειδή οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους της, προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά τα προαναφερθέντα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση λόγω ολικής καταστροφής της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, ποσού 5.300 ευρώ, χωρίς να βεβαιώνει ότι αυτή αποσύρθηκε από την κυκλοφορία και διαγράφηκε από τα μητρώα κυκλοφορούντων οχημάτων του Υπουργείου Μεταφορών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο, μετά από έλεγχο και συνεκτίμηση όλων των κατ' είδος επικαλουμένων και προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, σε σχέση με τον ερευνόμενο λόγο αναιρέσεως, που αφορά στην επιδικασθείσα στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση από την καταστροφή της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Επιπλέον, από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, καταστράφηκε ολοσχερώς η με αριθμ. Κυκλοφορίας... μάρκας APRILLIA, τύπου DORSODURO, 750 cc, πρώτης κυκλοφορίας 5-9-2008, δίκυκλη μοτοσυκλέτα του ενάγοντος, που οδηγούσε αυτός, κατά το χρόνο του ατυχήματος, και είχε αγοραστική, κατά τον ως άνω χρόνο, αξία 6.000 ευρώ, καθώς, ενόψει της έκτασης και του είδους των εκτεταμένων ζημιών της, δε θα ήταν δυνατή η ασφαλής οδηγική της συμπεριφορά, δοθέντος ότι είχε τρωθεί όλη η λειτουργική και μηχανική υποδομή της, ούτως ώστε να υποχρεωθεί ο ενάγων να την πωλήσει, αντί ποσού 700 ευρώ, αντιστοιχούντος στην αξία των σώστρων αυτής, υφιστάμενος, για το λόγο τούτο, ζημία, ποσού, ύψους 5.300 (6.000 - 700) ευρώ". Από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 του Α.Κ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες. Το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες που συνθέτουν την ολική καταστροφή, εκ του ενδίκου ατυχήματος, της δίκυκλης μοτοσικλέτας του αναιρεσιβλήτου, ήτοι την ημέρα κυκλοφορίας της (5-9-2008), τον τύπο της, το ύψος της εμπορικής της αξίας που ανερχόταν στο ποσό των 6.000 ευρώ και ότι λόγω της εκτάσεως και του είδους των ζημιών που υπέστη, η επισκευή της δεν θα αρκούσε για την ασφαλή κίνησή της και για τον λόγο αυτόν θεωρήθηκε ολικώς κατεστραμμένη, επιδικάσθηκε δε στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση το άνω ποσό των 6.000 ευρώ, που ισούται με την αγοραστική αξία της. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στο αναιρετήριο ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται ότι: α) η μοτοσικλέτα αποσύρθηκε από την κυκλοφορία και β) διαγράφηκε από τα μητρώα κυκλοφορούντων οχημάτων του Υπουργείου Μεταφορών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι πρόκειται περί ελλείψεων, που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικού πορίσματος και στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στην συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ευλόγου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 929/2020, Α.Π. 265/2020, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 747/2017). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο, δέχθηκε τα εξής: "Αμέσως δε μετά το ατύχημα, ο ενάγων διακομίσθηκε στο Γ.Ν. Νίκαιας "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί: α) μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα βρεγματικά μετωποβρεγματικά δεξιά, χωρίς συνοδό χωροκατακτητική συμπεριφορά, αλλά με συνοδό περιτραυματική αμνησία, β) εκτεταμένο θλαστικό τραύμα αριστερού ζυγωματικού - έξω κανθού ΑΡ, γ) συντριπτικό κάταγμα διάφυσης μηριαίου (ΑΡ) οστού σπειροειδές, δ) επιπλεγμένο συντριπτικό κάταγμα αριστερής ποδοκνημικής, και συγκεκριμένα έξω σφυρού, ε) πλήρη ρήξη συνδέσμων, στο επίπεδο του αστραγάλου και του άκρου ποδός. Προς αποκατάσταση των ως άνω βλαβών, έγινε καθαρισμός και συρραφή του θλαστικού τραύματος (αρ) ζυγωματικού, ενώ, αναφορικά με το μεν συντριπτικό κάταγμα διάφυσης μηριαίου οστού, πραγματοποιήθηκε εσωτερική οστεοσύνθεση - ανοικτή ανάταξη και ενδομυελική ήλωση, στο δε συντριπτικό κάταγμα ποδοκνημικής - έξω σφύρου, ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση. Στο ανωτέρω Νοσοκομείο, ο ενάγων παρέμεινε νοσηλευόμενος έως την 13-4-2012, οπότε και έλαβε εξιτήριο, με οδηγίες για πλήρη ακινητοποίηση του αρι¬στερού σκέλους, συνέχιση της αντιβιοτικής και της ενέσιμης αντιπηκτικής αγωγής, στην κοιλιακή χώρα, ειδικό καθημερινό καθαρισμό των τομών, επανεξέταση για αφαίρεση των ραμμάτων και αναρρωτική άδεια τριών μηνών, για να επιστρέφει, ακολούθως, όχι στην οικία, όπου διέμενε μόνος, πριν από τον επίδικο τραυματισμό του, στο……. , αλλά στην πατρική οικία του, στον ..., έχοντας ανάγκη παρουσίας έτερου προσώπου, για να τον φροντίζει. Την 18-4-2012, επανεξετάσθηκε στα εξωτερικά τακτικά ιατρεία του ίδιου ως άνω νοσοκομείου, όπου έγινε αφαίρεση των ραμμάτων από σφυρό και μηριαίο, εκ νέου καθαρισμός των πληγών - ουλών. Ακολούθως, εξετάσθηκε εκ νέου, στο ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα, την 16- 5-2012, όπου διαπιστώθηκε πώρωση καταγμάτων σε εξέλιξη και συνεστήθη επανεξέταση, μετά την πάροδο μηνός, καθώς και την 28-6-2012, οπότε και υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο και στη συνέχεια, σε αφαίρεση της κνημοπερονιαίας βίδας από την εσωτερική οστεοσύνθεση της ποδοκνημικής, ενώ περαιτέρω, επιβεβαιώθηκαν και οι πολλαπλές συνδεσμικές βλάβες και στο αριστερό γόνατο, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος και των τραυματισμών του. Εξήλθε με οδηγίες και σύσταση για επανεξέταση, ενώ του χορηγήθηκε νέα αναρρωτική άδεια, δύο επιπλέον μηνών. Ακολούθως, μεταφέρθηκε, και πάλι στην πατρική του οικία, στη…., όπου και πραγματοποιήθηκαν, στο Νοσοκομείο της Άμφισσας, οι δύο επόμενοι ιατρικοί του έλεγχοι, αφενός την 12-7-2012, οπότε και έγινε η αφαίρεση ραμμάτων από των έξω σφυρό και αφετέρου την 7-8-2012, εξαιτίας εντόνου άλγους που εμφάνιζε σε αριστερό γόνατο και αριστερή ποδοκνημική. Εν συνεχεία, την 4-9-2012, επανεξετάσθηκε στο Γ.Ν. Νίκαιας "Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", οπότε ο ακτινολογικός έλεγχος κατέδειξε καθυστερημένη πώρωση του κατάγματος του μηριαίου, ενώ έγινε εκτίμηση της κατάστασης του οστού και του ενδεχόμενου αφαίρεσης μίας εκ των δύο περιφερικών βιδών, ώστε να καταστεί δυνατή η δυναμοποίηση (φόρτιση) και του χορηγήθηκε νέα αναρρωτική άδεια δύο μηνών. Την 6-11-2012, 8-11-2012 και 14-11- 2012, εξετάσθηκε, εκ νέου, στο ίδιο δημόσιο Νοσοκομείο, οπότε επιβεβαιώθηκε και πάλι, τόσο η καθυστέρηση πωρώσεως του κατάγματος μηριαίου, όσο και οι βαριές συνδεσμικές βλάβες αριστερού γόνατος. Επιπλέον, ακριβώς λόγω της καθυστερημένης πώρωσης του κατάγματος στο μηρό, του συνεστήθη η εξωτερική εφαρμογή ηλεκτρομαγνητικού διεγέρτη, για χρονικό διάστημα δύο μηνών, προκειμένου να επιταχυνθεί η ανάπτυξη των οστών, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση θα απαιτείτο χειρουργική επέμβαση, νέας εσωτερικής ανάταξης του οστού, ενώ παρατάθηκε η αναρρωτική του άδεια, για δύο ακόμη μήνες. Ακολούθως, την 18-2- 2013, ο ενάγων εισήχθη εκ νέου, στο Γ.Ν. Νίκαιας "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", όπου υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση, με ολική νάρκωση, για την αφαίρεση υλικών οστεοσύνθεσης, εξήλθε δε, την 19-2-2013, με οδηγίες για συνέχιση του εντατικού προγράμματος φυσικοθεραπείας και νέα αναρρωτική άδεια τριών μηνών. Την δε 4-3-2013, πραγματοποιήθηκε αφαίρεση των ραμμάτων της αριστεράς έξω μηριαίας χώρας, επί τομής αφαίρεσης βίδας ασφάλισης ενδομυελικής ήλωσης, ενώ, την 25-4-2013, ο ίδιος σύμφωνα με τα αποτελέσματα σχετικής μαγνητικής τομογραφίας γόνατος, εμφάνιζε "...ρήξη grade III του πρόσθιου χιαστού, οστικό οίδημα στα πλαίσια της καταπόνησης ή οστικής θλάσης τύπου I έσω μηριαίου - σύστοιχου κνημιαίου κονδύλου. Ήπια στοιχεία υδράρθρου...". Εν συνεχεία, την 13-6-2013, εισήχθη στη Γενική Κλινική Καλλιθέας, πάσχων από οστεοσυντεθέν κάταγμα αριστερής ποδοκνημικής και σύνθετη βλάβη αριστερού γόνατος, συνεπεία του τραυματισμού του (ρήξη προσθίου χιαστού συνδέσμου, ρήξη έσω και έξω μηνίσκου και ρήξη οπίσθιας έξω γωνίας). Υπεβλήθη σε αρθροσκοπική συνδεσμοπλαστική πρόσθιου χιαστού συνδέσμου, μερική έξω μηνισκεκτομή, συρραφή έξω μηνίσκου και χονδροπλαστική έξω μηριαίου κονδύλου, ενώ αφαιρέθηκαν και εναπομείναντα υλικά οστεοσύνθεσης από την αριστερή ποδοκνημική. Από την ως άνω κλινική, εξήλθε, την 16-6-2013, με οδηγίες για λήψη φαρμακευτικής αγωγής, παρακολούθηση 15 συνεδριών υπερβαρικού οξυγόνου και 10 συνεδριών φυσικοθεραπείας, κάθε μήνα και επί τρεις συνολικά μήνες, με biofeedback, tens, υπερήχους και κινησιομαλάξεις. Κατά δε την κλινική εξέτασή του, από τον ορισθέντα από το Δικαστήριο, ως πραγματογνώμονα, Ιατρό Ορθοπεδικό Χειρουργό Κ. Δ., διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων εμφάνιζε: α) δυσκαμψία αριστεράς ποδοκνημικής -15° συνολικό εύρος κίνησης, β) δυσκαμψία αριστερού γόνατος -35° συνολικό εύρος κίνησης, γ) ατροφία αριστερού τετρακέφαλου, δ) ατροφία οπισθίων μηριαίων μυών, ε) ατροφία προσθίων - οπισθίων - περονιαίων μυών αριστερής κνήμης, στ) βράχυνση αριστερού σκέλους κατά 2 εκατοστά, ζ) πολλαπλές, δύσμορφες ουλές κατά μήκος όλου του αριστερού κάτω άκρου του (μηρό, γόνατο, ποδοκνημική), συνέπεια των πολυάριθμων χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες είχε υποβληθεί και για την αποκατάσταση των οποίων, όπως και της συνοδού δερματικής παραμορφώσεως, θα απαιτηθεί, στο μέλλον, νέα επέμβαση πλαστικής χειρουργικής, και η) σημαντικού βαθμού χωλότητα στη βάδιση, με ιδιαίτερη δυσκολία στην κατάβαση κλίμακος, λόγω ελλείμματος κάμψης γόνατος (βλ. τη σχετική από 20-11-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Τέλος ο ανωτέρω πραγματογνώμων καταλήγει στο συμπέρασμα που υιοθετεί και το Δικαστήριο τούτο, ότι ο ενάγων, λόγω του ενδίκου ατυχήματος και των συνεπεία αυτού πολλαπλών τραυματισμών του στο αριστερό πόδι, υπέστη ολική μόνιμη αναπηρία που ανέρχεται συνολικά (ακριβώς λόγω της πολυπλοκότητας της βλάβης) σε 60%, για χειρωνακτική όμως εργασία, όπως αυτή που ασκούσε, ήτοι του τεχνικού ψυκτικού, στην οποία απαιτείται άνοδος - κάθοδος κλιμάκων, ανύψωση βάρους, γονάτισμα, πολύωρη ορθοστασία κ.λ.π., το ποσοστό ανικανότητας είναι ολικό, η δε συνήθης εξέλιξη του ως άνω τραυματισμού είναι, πέραν της ήδη υπάρχουσας σοβαρότατης οστικής και συνδεσμικής βλάβης και μόνιμης αναπηρίας, να εμφανίσει ο ενάγων μετατραυματική αρθίτριδα στο πάσχον γόνατο και στην ποδοκνημική, καταστάσεις που θα επιτείνουν έτι περισσότερο την σημερινή κατάσταση. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγήσει η προσκομιζόμενη από 6-11-2013 ιατρική έκθεση του τεχνικού συμβούλου, Μ. Λ. σύμφωνα με την οποία, ενώ δέχεται την ως άνω περιγραφείσα κλινική εικόνα του ενάγοντος, στη συνέχεια εκθέτει ότι δεν μπορεί να καθοριστεί ποσοστό μόνιμης αναπηρίας αυτού, καθόσον η πολυπλοκότητα του τραυματισμού του δημιουργεί μεν προβλήματα, αλλά δεν έχει ακόμη παγιωθεί και επιδέχεται βελτιώσεις ή και αποκαταστάσεις, χωρίς να αναλύει με επιστημονικά κριτήρια, με ποιο τρόπο θα επέλθουν οι βελτιώσεις ή αποκαταστάσεις αυτές και σε τι βαθμό, σημειώνοντας μάλιστα ότι πέραν των ως άνω χειρουργικών επεμβάσεων, στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων δεν χρειάζεται να υποβληθεί σε κάποια άλλη για την αποκατάσταση των ως άνω βλαβών ... Τέλος, ενόψει των συνθηκών που έγινε το ατύχημα, του είδους των ζημιών και σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στον ενάγοντα, του βαθμού του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και επομένως πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των παραπάνω στοιχείων κρίνεται εύλογο (άρθρ. 932 ΑΚ)". Το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό των 40.000 ευρώ, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί καταφανώς εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντιθέτων αιτιάσεων της αναιρεσείουσας. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δέκατος λόγος αναιρέσεως. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Για την θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξιώσεως απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για την θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις Α.Κ. 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του. Πάντως, προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας (άρθρο 21 παρ. 3 και 6 του Συντάγματος). Η αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Το ποσό του επιδικαζόμενου, κατά την Α.Κ. 931, εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται, κατ' αρχήν, με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και την ηλικία και τον βαθμό υπαιτιότητας του παθόντος. Είναι πρόδηλο ότι η αξίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ. είναι διαφορετική από εκείνες των άρθρων 929 και 932 του ίδιου Κώδικα για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ' ανάγκην, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, εξαιτίας της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντιστοίχως. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση καθεμίας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (Ολ. Α.Π. 18/2008, Α.Π. 306/2022, Α.Π. 736/2021). Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικώς με την κατ' άρθρον 931 του Α.Κ. αξίωση του αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Επιπλέον, ο ενάγων δικαιούται και ειδικής αποζημιώσεως, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, ύψους 40.000 ευρώ, καθώς, -όπως συνάγεται από τα, μεταξύ άλλων, εκτιθέμενα στην προαναφερόμενη από 20-11-2013 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Ιατρού Ορθοπεδικού Χειρουργού Κ. Δ., σύμφωνα με τα οποία, ο ενάγων, λόγω του ενδίκου ατυχήματος και των συνεπεία αυτού πολλαπλών τραυματισμών του στο αριστερό πόδι, υπέστη ολική μόνιμη αναπηρία που ανέρχεται συνολικά (ακριβώς λόγω της πολυπλοκότητας της βλάβης) σε 60%, για χειρωνακτική όμως εργασία, όπως αυτή που ασκούσε, ήτοι του τεχνικού ψυκτικού, στην οποία απαιτείται άνοδος - κάθοδος κλιμάκων, ανύψωση βάρους, γονάτισμα, πολύωρη ορθοστασία κ.λ.π., το ποσοστό ανικανότητας είναι ολικό, η δε συνήθης εξέλιξη του ως άνω τραυματισμού είναι, πέραν της ήδη υπάρχουσας σοβαρότατης οστικής και συνδεσμικής βλάβης και μόνιμης αναπηρίας, να εμφανίσει ο ενάγων μετατραυματική αρθίτριδα στο πάσχον γόνατο και στην ποδοκνημική, καταστάσεις που θα επιτείνουν έτι περισσότερο της σημερινής κατάστασης, το πρόβλημα της επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής του-, ο ίδιος έχει υποστεί μόνιμη, υπό τις ως άνω διακρίσεις, αναπηρία, η οποία, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της ζωής επιδρά δυσμενώς στο επαγγελματικό οικονομικό και κοινωνικό μέλλον του αφού οι συγκεκριμένες σωματικές βλάβες, επηρεάζουν τη ζωή του ως ατόμου ηλικίας 38 ετών και δικαιολογούν την επιδίκαση σε αυτόν του ανωτέρω χρηματικού ποσού". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει την εν λόγω χρηματική παροχή, δεν παραβίασε, ευθέως ούτε εκ πλαγίου, την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., δεδομένου ότι διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της πληττομένης αποφάσεως, ότι η αναπηρία ποσοστού 60%, που υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, θα έχει οπωσδήποτε δυσμενή επίδραση στο κοινωνικό και οικονομικό μέλλον του παθόντος, ενώ το ύψος του εύλογου ποσού, που επιδικάζεται, υπολογίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας και την ηλικία του παθόντος (38 ετών), που δεν βαρύνεται με (συν)υπαιτιότητα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και, συνακολούθως, του τραυματισμού του - αναπηρίας του. Όλα τα παραπάνω προσδιοριστικά στοιχεία, δηλαδή το είδος, η έκταση, ο βαθμός και οι συνέπειες της αναπηρίας στο μέλλον του παθόντος - αναιρεσίβλητου, καθώς και η ηλικία αυτού, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, είναι αβάσιμος ο ενδέκατος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, καθόσον με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το Δίκαιο, δεν υπερτερεί καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις επιδικάσεως χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του Α.Κ., με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής και, συνακολούθως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα επικαλείται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και δωδέκατο λόγο αυτής, αναφέροντας ότι μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως αναιρείται και το κεφάλαιο αυτής περί της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης. Μετά την απόρριψη, όμως, των έντεκα πρώτων αναιρετικών λόγων, το Δικαστήριο τούτο δεν θα ασχοληθεί και με την επικασθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστική δαπάνη. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 του Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3, εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-9-2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3912/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ