Αριθμός 324/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων :1. Α. Μ., χήρας Σ. Μ., κατοίκου ... 2. Η. Μ. του Σ., κατοίκου ... 3. Α. Μ. του Σ. και 4. Κ. Μ. του Σ., κατοίκων ... όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημήτριο Δημητρίου και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑϊΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σφέτσου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις αγωγές:α)υπ'αριθ. 1970/ΕΓα198/14-8-2006 του αποβιώσαντος Σ. Μ., την οποία συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του και ήδη αναιρεσείοντες, β) την 3123/ΕΓ300/13-12-2006 αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη, γ) τις παρεμπίπτουσες αγωγές 2823/ΕΓα280/16-11-2006 και 47/27-3-2007 της ήδη αναιρεσιβλήτου και δ) τις 44/23-3-2007 και 45/23-3-2007 παρεμπίπτουσες αγωγές προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 420/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο προσδιορισμός του ποσού της κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο κρίνει αν ο αιτών υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ποίο είναι το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση αυτής με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος και την κοινωνική, οικονομική και προσωπική κατάσταση των μερών, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια ότι με το να επιδικάσει το Εφετείο το αναφερόμενο υπέρμετρα μικρό, κατά τους αναιρεσείοντες, χρηματικό ποσό των 30.000 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, στον αποβιώσαντα Σ. Μ., συζύγου της πρώτης και πατρός των υπολοίπων εκ των αναιρεσειόντων, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, είναι απαράδεκτος. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας. Εξ άλλου, με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. δ! του Συντάγματος όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεως της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι: α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (ΑΠ (Ολ) 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στον νομοθέτη. Στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συν/τος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντας την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ.1 εδ. δ! του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (ΑΠ (Ολ) 6/2009). Επομένως, ο τρίτος λόγος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει στον αποβιώσαντα και κληρονομηθέντα από τους αναιρεσείοντες Σ. Μ. το χρηματικό ποσό των 30.000 Ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση και όχι το αιτούμενο των 100.000 ευρώ ή το επιδικασθέν πρωτοδίκως των 70.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 του Συντάγματος και 932 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος. Τέτοιο έχει κατ' αρχήν ο διάδικος που ηττήθηκε και επομένως και εκείνος που του απορρίφθηκε η αγωγή. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναιρέσεως απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναιρέσεως αλλά και ειδικώς για κάθε λόγω αναιρέσεως πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται από και τη νομιμοποίηση του στην αίτηση αναιρέσεως. Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού.(ΑΠ 612/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτει ότι λογικώς η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της υπάρξεως ακολουθίας της δικανικής κρίσεως ως προς την εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστουμένης εμπειρικής πραγματικότητας ιδίως λόγω ελλείψεως αιτιολογιών για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, για το ορισμένο του λόγου, κατά το συνδυασμό των άρθρων 118 αρθ.4, 559 αριθ.19 και 566 ΚΠολΔ πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ (Ολ) 32/1996,ΑΠ1300/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.9 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο επεδίκασε στους αναιρεσείοντες περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η νικήσαντες αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο το έννομο συμφέρον για την άσκηση του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως και ειδικότερα τις δυσμενείς για αυτούς συνέπειες από την αιτιολογία της απόφασης και την τυχόν δημιουργία δεδικασμένου σε βάρος τους. Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις εις ότι αφορά τη ιδιότητα που παρέστησαν οι αναιρεσείοντες στην δίκη, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, λόγω της ήττας τους (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-5-2010 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ.420/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ